Οι συνταξιούχοι μάχονται και για το πρόγραμμα Βοήθεια στο Σπίτι

0

Σε κάθε κοινωνία δεν παύουν να υπάρχουν ευπαθείς ομάδες, οι οποίες χρήζουν βοήθειας. Τα τελευταία χρόνια η παροχή αυτής γίνεται μέσω του προγράμματος Βοήθεια στο Σπίτι. Πλήθος συζητήσεων και διεκδικήσεων λαμβάνουν χώρα το τελευταίο διάστημα, σχετικά με τους εργαζόμενους στο πλέον αυτό σημαντικό πρόγραμμα κοινωνικού χαρακτήρα, το οποίο ξεκίνησε πιλοτικά το 1998 και συνεχίζεται έως σήμερα. Απευθύνεται σε άτομα Τρίτης Ηλικίας που δεν αυτοεξυπηρετούνται πλήρως, καθώς και άτομα με δυσλειτουργίες και ειδικά προβλήματα.

Οι εργαζόμενοι καλούν την κυβέρνηση για οριστική λύση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν με τη μονιμότητά τους και σε απαντήσεις που ζητούν χρόνια, αλλά δεν έχουν λάβει.

Η Τρίτη Ηλικία ενδιαφέρεται για τους εργαζόμενους και μάχεται για να βρούμε εμείς, η νέα γενιά, ένα καλύτερο και σταθερό μέλλον. Στη σαββατιάτικη συγκέντρωση στη Θήβα (σχετικό ρεπορτάζ δημοσιεύσαμε) που πραγματοποίησαν οι συνταξιούχοι, ένας εκ των παρευρισκομένων, πήρε το λόγο και τόνισε τη χρησιμότητα αυτού του «θεσμού», θα λέγαμε πλέον, που λέγεται Βοήθεια στο Σπίτι.

Όπως συγκεκριμένα ανέφερε ο συνταξιούχος δάσκαλος, 88 ετών σήμερα:

«Μπήκα στο πειρασμό να σας γράψω διότι κάπου άκουσα στο ραδιόφωνο ότι την 1η Οκτωβρίου εορτάζεται η Τρίτη ηλικία. Και ένιωσα μια χαρά, μια ικανοποίηση. Ένιωσα και θυμό μαζί. Εορτάζουμε την Τρίτη ηλικία σκέφτηκα. Ευτυχώς που μας θυμούνται ακόμα είπα. Για όλα αυτά που κάναμε. Και έχουμε προσφέρει. Στις οικογένειες μας. Στην κοινωνία μας. Στα παιδιά και στα εγγόνια μας. Και ακόμα συνεχίζουμε. Η καρδούλα μου το ξέρει. Τι έχω περάσει. Όπως όλοι οι ηλικιωμένοι. Και τι περνάμε ακόμα. Γιατί αγαπητοί συμπολίτες μου, στη πράξη αλήθεια, πως μας τιμούν;

Με την πετσοκομμένη Σύνταξη που μου δίνουν; Πως νιώθω εγκαταλελειμμένος; Με την αποδεκατισμένη Δημόσια Υγεία που όταν πάω στο Νοσοκομείο περιμένω ώρες να εξυπηρετηθώ διότι δεν υπάρχουν αρκετοί Ιατροί να εξυπηρετήσουν; Ώρες. Σκεφτείτε αυτό. Σας παρακαλώ. Και δεν είμαι από αυτούς που θέλουν να κάθονται σε μια γωνιά και να γκρινιάζουν. Όσο μπορώ, θέλω ακόμα να κάνω ότι μπορώ. Προσπαθώ. Να ετοιμάσω πρωινό, το γεύμα μου, το βραδινό μου κ.λπ. Να πάω στο καφενείο να πιω έναν καφέ, να συνομιλήσω με τους συγχωριανούς μου, να ρίξω μια ματιά στην εφημερίδα για να ξεφύγω λίγο από την μοναξιά μου. Να γυρίσω σπίτι, να φάω το μεσημέρι και ούτω καθεξής.

Η αλήθεια είναι ότι μόνος σου, πολύ δύσκολα παίρνεις κουράγιο. Δύναμη. Πολύ δύσκολα αντιμετωπίζεις το τέρας που λέγεται μοναξιά. Απομόνωση. Η μοναξιά, είναι ένα θηρίο που σε τρώει κάθε μέρα. Ύπουλα. Λίγο λίγο. Σε μαραζώνει. Σου παίρνει κάθε όρεξη και κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή.

Έχω τρία παιδιά. Οκτώ εγγόνια και δύο δισέγγονα. Ζούνε άλλα στην Αθήνα, άλλα στη Βόρειο Ελλάδα, άλλα στο εξωτερικό και άλλα σπουδάζουν. Δεν είναι διόλου εύκολο. Ούτε για αυτούς. Οι συνθήκες βλέπετε. Της σύγχρονης ζωής. Το αμαρτωλό αποτέλεσμα των πολιτικών μας θα πω εγώ. Που δεν μας ρωτήσανε για τίποτε. Και συγκέντρωσαν τα παιδιά μας σαν ένα άλλο στρατόπεδο συγκέντρωσης στην Αθήνα και άλλες μεγαλουπόλεις της πατρίδας μας.

Όμως, έχω μια παρηγοριά. Σκέφτηκα, Σαν χαμόγελο. Τα κορίτσια. Τα κορίτσια από τη “ ΒΟΗΘΕΙΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ”.

Αυτά που κάθε εβδομάδα έρχονται στο σπίτι μου και με στηρίζουν. Με φροντίζουν. Με βοηθάνε. Αυτά που μου δίνουν δύναμη να αντέξω. Μια παρηγοριά. Με τον λόγο τους. Με κάθε τι που μπορούν. Και θέλω να πω ένα ευχαριστώ. Σε αυτούς τους ανθρώπους που για μένα είναι σαν παιδιά μου…

Δεν μπορείτε να καταλάβετε. Δεν μπορείτε να με νιώσετε. Τι σημαίνει για μένα η παρουσία τους. Κάθε φορά που έρχονται. Που τους περιμένω. Και κάπως έτσι συνεχίζω. Σαν τα νιάτα τους να δίνουν κάτι και σε μένα. Εδώ και δέκα χρόνια, έχω τη βοήθεια τους. ΔΕΚΑ ολόκληρα χρόνια.

Εύχομαι, αυτό το κράτος, αυτή η πολιτεία, να μην πειράξει ούτε τρίχα από αυτά. Όπως σας το λέω. Γιατί έτσι που μας φτάσανε, όλα τα περιμένω. Αλλά δεν θα ανεχτώ. Δεν θα συγχωρήσω…

Εύχομαι, σαν ηλικιωμένος, σαν Δάσκαλος, σαν γονέας, και Παππούς που νοιάζεται για τον τόπο του, αυτά τα παιδιά, η Βοήθεια στο Σπίτι, να πάρει τη θέση που της αξίζει και να εξασφαλιστεί μια δια παντός θεσμικά. Νιώθω ότι αν δεν το πω, δεν έκανα το χρέος μου. Γιατί ξέρω πως αγωνίζονται κάθε χρόνο. Για την εργασία τους. Και αυτό με θυμώνει πιο πολύ. Με ταράζει αν θέλετε. Και πιστεύω ότι είναι υποχρέωση από το Κράτος να με τιμά. Εμένα και όλους τους ηλικιωμένους. Με πράξεις. Και όχι με λόγια. Είδα στη ζωή, ότι σε αυτή τη χώρα, πρέπει να κοπιάσεις πολύ για τα αυτονόητα. Για αυτά που έτσι και αλλιώς θα έπρεπε να υπάρχουν. Αλίμονο θα πω. Και δεν θα συγχωρήσω».

 

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση