Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης : Κική Δημουλά – Η “αναρχική των λέξεων”

0

Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα ποίησης, δε θα μπορούσα να μην κάνω αναφορά στη δική μου αγαπημένη, σε αυτή που είχα την τύχη να “διασταυρωθεί” ο δρόμος μου με τον δικό της όταν ήμουν έφηβη, 17 χρόνια πριν. Από τότε και μέχρι σήμερα παραμένει σταθερά πιστή συνοδοιπόρος μου. Σε στιγμές χαλαρές, ευτυχισμένες, απόγνωσης, άγχους, σε όλες πάντα μου προσέφερε το ίδιο ασφαλές καταφύγιο. Ανοίγοντας ένα βιβλίο της χανόμουν σε άλλο κόσμο, το δικό της μοναδικό κόσμο. Η ποιήσή της μπορεί να είναι αναρχική, σοκαριστικά ρεαλιστική, αποδομητική, παρηγορητική, ονειροπόλα και ιαματική ταυτόχρονα. Ο λόγος για την Κική Δημουλά, που ο Νίκος Δήμου έχει χαρακτηρίσει ως τη μεγαλύτερη ποιήτρια μετά τη Σαπφώ. Για το τι είναι λοιπόν ποίηση, ποίημα και ποιητής θα αφήσω την ίδια να μιλήσει, έχοντας συγκεντρώσει μια σειρά από αναφορές της σε συνεντεύξεις, ομιλίες και γραπτά της.

Η πολυμεταφρασμένη ποιήτρια έχει αναφερθεί στην ποίηση λέγοντας ότι “είναι ένα αγωνιώδες ερωτηματικό και περιμένει εκείνον τον ποιητή που θα απαντήσει. Και καθόλου δεν υποπτεύεται ότι και ο ποιητής, όταν γράφει, στο χάος της προσωρινότητάς του περιπλανάται ρωτώντας. Η ποίηση κι αν είναι που ζητάει απεγνωσμένα απαντήσεις”, ενώ σε ομιλία της προσπαθώντας να δώσει τον ορισμό του ποιήματος έχει πει: «Βαδίζεις σε μιαν έρημο. Ακούς ένα πουλί να κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί μέσα στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα». Σε άλλη συνέντευξή της μιλώντας για τους ποιητές έχει δηλώσει ότι δε μου αρέσει να μεγαλοποιώ τις ευαισθησίες του ποιητή. Δεν είναι κατάκτησή του, τις βρήκε θρονιασμένες στην ψυχοσύνθεσή του και τις εκμεταλλεύεται όπως εκμεταλλευόμαστε την οξυδέρκεια, την παρατηρητικότητα, αν υπάρχουν. Και βέβαια δεν ξέρουμε και δεν συνυπολογίζουμε πόσο ευαίσθητος είναι ο κάθε άνθρωπος, αλλά που έχει το ατύχημα ή το ευτύχημα να μην έχει βρει η ευαισθησία του τον προσανατολισμό της«, ενώ τοποθετεί τον επιτυχημένο ποιητή μακριά από τη δημοφιλία και υποστηρίζει πως η υστεροφημία την αφήνει παγερά αδιάφορη: «Δε με ενδιαφέρει τι θα γίνουν τα ποιήματά μου όταν πεθάνω. Δε με ενδιαφέρει τι θα συμβεί όταν δεν θα ζω. Ο θάνατος είναι απόλυτος. Άμα τελειώνουμε, να τελειώνουμε. Τελεία και παύλα. Όχι αποσιωπητικά. Τα αποσιωπητικά φτάνουν όσο ζούμε. Αν αυτό λέγεται εγωπάθεια, το δέχομαι προθύμως». Τέλος σχετικά με το τι ωφελεί η ποίηση τον άνθρωπο, η Κική Δημουλά έρχεται να δώσει μία ακόμη αναπάντεχη και μοναδικά εμπνευσμένη απάντηση : «Η ποίηση βοηθάει όσο το κερί σ’ ένα σκοτεινό ξωκλήσι με φευγάτους όλους τους αγίους, παρηγορεί αυτούς που την αγαπούν, αυτούς που πιστεύουν στη μαγεία της… Η ποίηση ωφελεί όσο μια παυσίπονη σε ένα ωκεανό λύπης. Δεν είναι λίγο».

Κι επειδή αν διάλεγα να κλείσω την αναφορά μου αυτή στην Κική Δημουλά με ένα από ποιήματά της θεωρώ πως θα αδικούσα κάποιο άλλο, δε το κάνω. Θα σας παραθέσω όμως ένα από τα πεζά της κείμενα από το βιβλίο της «Εκτός σχεδίου», που περιλαμβάνει σαράντα τρία μικρά διηγήματα με αυτοβιογραφικό, εξομολογητικό περιεχόμενο, με τον δικό της μοναδικό τρόπο γραφής. Το κείμενο αναφέρεται στην ευτυχία, που όλοι μας την κυνηγάμε εναγωνίως, όμως μόνο εκείνη τολμά να αναμετρηθεί μαζί της και να την ξεγυμνώσει.

Αντεύχομαι.

Έχω πολλά ράμματα για τη γούνα αυτής της μεγαλοκυρίας που λέγεται ευτυχία.

Μου έχει σπάσει τα νεύρα με όσα ισχυρίζεται απολογούμενη που με έστησε.

Ότι τάχα ήρθε, αλλά εγώ είχα το νου μου σε τούτο και σε κείνο, ενώ εκείνη με περίμενε σε τούτο και σε κείνο, κι όπως μου τα προσδιόρισε, με περίμενε σε πράγματα αδύνατα να συμβούν, εκεί ακριβώς δηλαδή που είχα το νου μου.

Κι αυτός ήτανε, λέει, ο λόγος που την προσπέρασα.

Άλλοτε πάλι, επιμένει πως ήρθε, στάθηκε λέει έξω από κάτι ιστορίες, στις οποίες εγώ είχα ήδη μπει μέσα, είχε τη διάθεση να πηδήξει από το παράθυρο και να μπει, αλλά ήταν τόσο υπερυψωμένη η δυσπιστία μου που δεν το τόλμησε.

Άλλη δικαιολογία, τραβηγμένη από τα μαλλιά, πως εγώ χτύπησα πολύ σιγά την πόρτα της και δε με άκουσε ή ότι χτύπησα πολύ δυνατά την πόρτα της, φοβήθηκε και δεν μου άνοιξε, και τι ψεύτρα, Θεέ μου, ότι χτύπησα λάθος τη διπλανή της πόρτα και βλέποντάς με να καθυστερώ, συνεπέρανε ότι το λάθος μου βγήκε σε καλό και δεν ήθελε να το διακόψει.

Μου έχει απαριθμήσει μία μία τις στιγμές με το όνομά τους, που την περιείχαν, λέει, αλλά εγώ θυμάμαι μόνο τι φόβο είχα μην τις χάσω.

Βλέπεις; μου λέει η κουτοπόνηρη, αν δεν ήμουνα εγώ εκεί μέσα, σ’ αυτές τις στιγμές, γιατί θα φοβόσουν μην τις χάσεις, τι σ’ ένοιαζε; Άρα ήρθα.

Αμέτρητες οι φορές που είπαμε να συναντηθούμε σε κάποιο φωτεινό μέρος, είτε στις κάποιες έξι των απογευμάτων είτε στις κάποιες οκτώ των δειλινών που έχουνε πιο φρόνιμο φως, κι εγώ να περιμένω, να την περιμένω με τις ώρες και πού να φανεί.

Και με τι θράσος να εμφανίζεται μετά στα όνειρά μου, να μου ζητάει συγνώμη που δεν ήρθε, γιατί είχε χάσει κάποιον δικό της κι ήτανε στις μαύρες της, ή και μου επιτίθεται πως ενώ ήρθε, ενώ περίμενε εκεί μέσα με τις ώρες της αναμονής μου, εγώ δεν την αναγνώρισα και δεν φταίει αυτή.

Είδα κι έπαθα να μην έχω την ανάγκη της. Και τώρα που παλεύοντας τα κατάφερα, έρχεται και μου δίνει συγχαρητήρια, πως αυτό ακριβώς, ότι δεν έχω την ανάγκη της, αυτό είναι ευτυχία.

Άπιαστη σου λέω.

 

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση