Μάτα Κατσούλη: Ρεσιτάλ αρμονίας από τη Βοιωτή ντίβα της όπερας

0

Η πολυβραβευμένη μονωδός Μάτα Κατσούλη ανήκει στη νέα γενιά λυρικών τραγουδιστών, που με όχημα την ευρύτερη μουσική της παιδεία ερμηνεύει με τον ίδιο ζήλο όπερα, ορατόριο, μουσική δωματίου, λιντ, αλλά και σύγχρονο ρεπερτόριο.

Το βιογραφικό της κόβει την ανάσα, όπως ακριβώς και το κοφτερό, ευθύβολο, γκριζογάλανο βλέμμα της.

Κόρη των Βοιωτών μουσικών Κωνσταντίνου Κατσούλη και Ελένης Τσαμπά-Κατσούλη, δηλώνει αβίαστα περήφανη για την καταγωγή της και μας ξεναγεί με χαρακτηριστική αμεσότητα στο προσωπικό καταφύγιό της, τη μεγάλη της αγάπη, που είναι η μουσική.

Η Μάτα Κατσούλη σπούδασε μονωδία στο Ωδείο Αθηνών (στην τάξη της Κικής Μορφονιού), απ’ όπου πήρε δίπλωμα το 1994. Με υποτροφία του Ιδρύματος «Μαρία Κάλλας» (1993) συνέχισε τις σπουδές της σε Γερμανία και Ιταλία. Την περίοδο 1999-2003 ανήκε στο δυναμικό της Γερμανικής Όπερας Ρήνου (Ντύσσελντορφ). Έχει συνεργαστεί με πολλούς οργανισμούς και σύνολα, όπως Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, Κέντρο Τεχνών Μόσχας, Φεστιβάλ Φλωρεντινού Μάη και Μονπελιέ, Ορχήστρα Τόνχαλλε Ζυρίχης, Συμφωνικές Ορχήστρες Κολωνίας, Ζυρίχης και Δρέσδης, Ορχήστρα του Νοβοσιμπίρσκ, Καμεράτα Στουτγκάρδης, Ορχήστρα των Χρωμάτων, Καμεράτα, κρατικές ορχήστρες Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Συμφωνική Ορχήστρα ΕΡΤ, Ορχήστρα Πατρών κ.ά. Το 1996 διακρίθηκε στον διεθνή διαγωνισμό «Βιντσέντσο Μπελλίνι» της Ιταλίας. Έχει ερμηνεύσει έργα εκκλησιαστικής μουσικής, μουσικής δωματίου, λιντ και σύγχρονου ρεπερτορίου (από Μοντεβέρντι έως έργα σύγχρονων Ελλήνων συνθετών). Έχει συνεργαστεί σε ηχογραφήσεις έργων με ελληνικές και γερμανικές εταιρείες. Το 2011 διηύθυνε την παραγωγή της Μικρής Όπερας του Κόσμου «Έτσι κάνουν όλες». Προετοίμασε τους μονωδούς στις όπερες «Ο θρίαμβος της Κλέλιας» και «Άνοδος και πτώση της πόλης Μαχαγκόννυ», ενώ ερμήνευσε τον ομώνυμο ρόλο στη Λουτσία ντι Λαμμερμούρ (ΜΜΑ). Έχει διδάξει στο Στούντιο Όπερας της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ενώ το διάστημα 2012-17 ήταν διευθύντρια της Παιδικής Χορωδίας της ΕΛΣ. Κατά την περίοδο 1993-2009, εμφανίστηκε στην ΕΛΣ σε πολυάριθμες παραγωγές ερμηνεύοντας ρόλους, όπως Ναννέττα (Φάλσταφ, δίπλα στον βαρύτονο Ρολάντο Πανεράι), Αντέλε («Η νυχτερίδα»), Όσκαρ («Ένας χορός μεταμφιεσμένων»), Σουζάννα («Οι γάμοι του Φίγκαρο»), Μπλόντε («Η απαγωγή από το σεράι»), Μικαέλα («Κάρμεν»), Ντόννα Ελβίρα («Ντον Τζοβάννι»), Ολυμπία («Τα παραμύθια του Χόφμαν»), Μιμή («Μποέμ»), Αντίνα («Το ελιξίριο του έρωτα»), Αλτσίνα, Τόσκα και Ρούσαλκα στις ομώνυμες όπερες. Επιπλέον, συμμετείχε στην πρώτη παγκόσμια παρουσίαση της όπερας του Γιώργου Κουρουπού «Οι δραπέτες της σκακιέρας» (1998-99).

 

 

Μα τι βιογραφικό είναι αυτό; Μάτα, έχεις καταφέρει να κάνεις όλους τους Βοιωτούς και τους Στερεοελλαδίτες περήφανους με τη διαδρομή σου. Σε ευχαριστούμε θερμά που μας επιτρέπεις να σε γνωρίσουμε καλύτερα, αφορμής δοθείσης από την Ευρωπαϊκή Ημέρα Μουσικής στις 21 Ιουνίου.

Ευχαριστώ πολύ για την ευκαιρία που μου δίνετε να μιλήσω για την τέχνη της Όπερας στην εφημερίδα σας. Η πρώτη φορά που αξιώθηκα να εκπροσωπήσω την Ελλάδα στην Πανευρωπαϊκή Ημέρα της Μουσικής ήταν το 2000 στο Ντύσσελντορφ της Γερμανίας, όπου συνέδραμα ενεργά ερμηνεύοντας τραγούδια Ελλήνων συνθετών, ενώ άλλοι συνάδελφοί μου ερμήνευσαν τραγούδια των πατρίδων τους. Η Βοιωτία παράγει εξαιρετικά μουσικά και φωνητικά ταλέντα. Ένα από αυτά υπήρξε και ο αείμνηστος δάσκαλός μου Κώστας Πασχάλης. Είναι τιμή μου να κατάγομαι από τη Βοιωτία.

 

Θέλουμε να τα μάθουμε όλα γι’ αυτή την εξαιρετική διαδρομή. Πού γεννήθηκες, σε τι περιβάλλον… Προέρχεσαι από οικογένεια μουσικών, καλλιτεχνών.

Γεννήθηκα στην Πάτρα, κάπως τυχαία, μιας κι ο πατέρας μου τότε δίδασκε βυζαντινή μουσική στη Φιλαρμονική Εταιρεία Πατρών. Οπότε εμμέσως απάντησα και στο δεύτερο ερώτημά σας! Ο πατέρας μου, Κωνσταντίνος Κατσούλης, καθώς και η μητέρα μου, η Ελένη Τσαμπά-Κατσούλη, φρόντισαν έτσι ώστε οι προσλαμβάνουσές μας να είναι πλούσιες σε μουσικά και καλλιτεχνικά ερεθίσματα. Πέρα από το ίδιο τους το επάγγελμα που ήταν η μουσική, φρόντισαν από πολύ νωρίς ώστε όλη η οικογένεια να στραφεί προς τη μουσική εκπαίδευση.

 

Είχες, να υποθέσουμε, μια συνηθισμένη παιδική ηλικία; Ποια τα πρώτα μουσικά ερεθίσματα;

Η παιδική μου ηλικία περιλαμβάνει κυρίως μουσική. Εκκλησιαστική αρχικά με μπόλικες δόσεις της Παρασημαντικής, τόσο στο σπίτι όσο στις εκκλησίες και στα μοναστήρια, ενώ παράλληλα οι ήχοι της ευρωπαϊκής μουσικής σμίλευαν την ακοή και τα παιδικά μας δαχτυλάκια μέσω των πιανιστικών σπουδών.

 

Πώς ανακάλυψες την κλίση σου; Ποιος, πρώτος, πίστεψε στο ταλέντο σου;

Νομίζω πως το τραγούδι υπήρξε ο δικός μου προσωπικός δρόμος και το «στίγμα» μου στην οικογένεια. Ξέρετε πως το κάθε παιδί παίρνει έναν ρόλο μέσα στην οικογένεια. Ο δικός μου λοιπόν ήταν εκείνος της τραγουδίστριας. Φυσικά, εκεί έβρισκα τον χώρο μου, το καταφύγιό μου, την προσωπική μου έκφραση. Κι όλοι υποστήριζαν αυτή μου την αγάπη. Ποτέ κανείς από τη στενή και την ευρύτερή μου οικογένεια δεν με σταμάτησε όταν άρχιζα το τραγούδι. Αντιθέτως, θα έλεγα! Έτσι απέκτησα εμπιστοσύνη κι αυτοπεποίθηση για τη φωνή μου. Θέλω να πω με αυτό πως πολύ πριν πιστοποιηθεί από τους ειδικούς η κλήση μου στο τραγούδι, η ίδια η οικογένειά μου με είχε στρέψει σε αυτό ίσως υποσυνείδητα.

 

Πού απέκτησες τη βασική μουσική παιδεία, πριν από το Ωδείο Αθηνών;

Μελέτησα, όπως προείπα, με τον πατέρα μου βυζαντινή μουσική. Επίσης το αυτί μου είχε εκπαιδευτεί στους ήχους της ευρωπαϊκής μουσικής μέσω της συστηματικής ενασχόλησης των μεγαλύτερών μου αδελφών, οι οποίοι μελετούσαν επίσης μουσική και μάλιστα ως εξαιρετικά ταλέντα. Κατόπιν γράφτηκα στο ωδείο με δική μου επιμονή σε ηλικία έξι χρονών και στα δεκαπέντε μου ξεκίνησα μονωδία.

 

Είναι η ελληνική περιφέρεια πλέον «γόνιμος» τόπος για την αξιοποίηση τέτοιων ταλέντων σαν το δικό σου;

Η ελληνική περιφέρεια πλέον έχει υποδομή. Υπάρχουν μουσικά γυμνάσια και λύκεια που προάγουν τη μουσική και την τέχνη κι έτσι μπορεί κάποιο παιδί να αποκτήσει μια σφαιρική γνώση της μουσικής πριν επικεντρωθεί στο όργανο που θα επιλέξει. Όπως επίσης υπάρχουν και εξαιρετικά ωδεία που κάνουν καταπληκτική δουλειά. Όμως η πιο στοχοπροσηλωμένη δουλειά γίνεται από καθηγητές οι οποίοι θα πρέπει οι ίδιοι πρώτα να έχουν διανύσει το ίδιο στάδιο κι έτσι ο επίδοξος σολίστ να μελετήσει κοντά του, όπου κι αν αυτός βρίσκεται. Η επιλογή του δασκάλου βεβαίως είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο κι από το άρθρο αυτό μόνο μια νύξη μπορούμε να κάνουμε επ’ αυτού.

 

Τι έπρεπε να θυσιάσεις για να καταφέρεις να κατακτήσεις τον πρώτο και μεγαλύτερο όλων -υποθέτω- στόχο, αυτόν της εισαγωγής στο ωδείο και της αποφοίτησης με την τιμητική υποτροφία «Μαρία Κάλλας»;

Ξέρετε, δεν είδα ποτέ ως στόχο μου την καριέρα. Απόλαυσα τη διαδρομή και κάθε της στενάκι. Μελέτησα πολύ, επειδή έπαιρνα χαρά και τροφή για να ζω. Η μελέτη ήταν το οξυγόνο κι ο ήλιος μου. Με άλλα λόγια, η μελέτη ήταν ανάγκη προκειμένου να προσεγγίσω αυτή τη μουσική η οποία στα αυτιά μου ήταν άφταστη. Κοντά σε αυτό δεν λογάριασα το γεγονός πως δεν βγήκα με τους φίλους μου πολλές φορές κι ούτε χάρηκα πολύ τον ήλιο για να μη «χάσω» τη φωνή μου. Οι θυσίες όμως ήταν πολλές.

 

Ήταν πρότυπό σου η μεγάλη Ελληνίδα ντίβα της όπερας, η Μαρία Κάλλας; Ποιο ήταν, αλήθεια, το μεγαλύτερο παιδικό σου όνειρο;

Η Μαρία Κάλλας δεν ήταν απλώς πρότυπο. Η Μαρία Κάλλας υπήρξε η πνευματική μου μητέρα, κυριολεκτικά και μη. Χάρις στα έσοδα από τις ηχογραφήσεις της στην ΕΜΙ, εμείς είχαμε την ευκαιρία να σπουδάσουμε με την υποτροφία που φέρει το όνομά της. Και χάρις στο βάθος των ερμηνειών της, τις οποίες ρούφηξα δεκάδες φορές απνευστί, ψυχανεμίστηκα πως υπάρχει η «εν τω βάθει» ερμηνεία, όπου η κάθε συλλαβή αποτελεί τη συνισταμένη πολλών παραγόντων πέραν της όμορφης φωνής.

 

Πόσο σύνηθες είναι, απόφοιτοι ωδείου να εξασφαλίζουν υποτροφία και να πραγματοποιούν μια λαμπρή διαδρομή σε διεθνείς ορχήστρες, όπερες και διαγωνισμούς;

Στις μέρες μας είναι πολύ δύσκολο να εξασφαλίσει ένας νέος υποτροφία. Όμως ο κανόνας είναι απλός και τον λέω πολύ συχνά στους μαθητές μου: Όποιος μελετά, ανταμείβεται. Όποιος αγαπάει την προσπάθεια δεν χάνεται ποτέ. Κι έτσι είναι!

Ποιοι ήταν οι κυριότεροι σταθμοί στην καριέρα σου; Αυτοί για τους οποίους όσο κι αν μόχθησες, πλέον νιώθεις πραγματικά περήφανη;

Αισθάνομαι περήφανη για την ερμηνεία της Τόσκας.

 

 

Η ζωή μιας υψιφώνου είναι πράγματι γεμάτη στερήσεις, με μεγάλες περιόδους απομόνωσης και αφωνίας;

Εκ των πραγμάτων είναι, διότι το φωνητικό όργανο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σώματός μας, με αποτέλεσμα να είναι εκτεθειμένο στα πάντα. Από το φαγητό που θα φάμε, την ποιότητα του ύπνου μας, την ομιλητική μας φωνή έως και τον συναισθηματικό μας κόσμο.

 

Είναι άραγε η «αρμονία», ως κατάσταση και τρόπος ζωής, πιο εφικτή για όσους ασκούνται επισταμένα κι επί μακρόν σε αυτή ή για όλους εμάς που ζούμε τη ζωή χωρίς κανόνες και πειθαρχία;

Αρμονικό είναι οτιδήποτε συνάδει με τους κανόνες μιας εύρυθμης κοινωνικής και προσωπικής ζωής. Η ίδια μας η συνείδηση συνθέτει τη μουσική της καρδιάς μας. Κι εκείνη γνωρίζει αν ο τρόπος ζωής μας είναι αρμονικός. Σίγουρα οι υπερβολές δεν ανήκουν σε αυτή τη σφαίρα. Μέτρον άριστον!

 

Η  μουσική είναι τρόπος ζωής  ή απαραίτητο συστατικό για να την ομορφύνει κανείς;

Δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να απαντήσω στο ερώτημα, καθότι ακούω διαρκώς μουσική, όλων των ειδών! Αυτό που μπορώ να σας πω είναι πως χωρίς τη μουσική προσωπικά δεν θα μπορούσα να ζήσω. Ακόμη κι αν ο Θεός μου πάρει την ακοή, εγώ θα ακούω τη μουσική της ψυχής μου.

 

Η μουσική παιδεία και καριέρα ταιριάζει, κατά τη γνώμη σου, περισσότερο στους γεωμετρημένους ή αγεωμέτρητους της καθημερινής ζωής;

Η μουσική παιδεία είναι καθόλα γεωμετρημένη. Η μουσική γλώσσα υπόκειται σε κανόνες που τέμνουν επακριβώς τον χρόνο και το κάθε κλάσμα δευτερολέπτου από την αρχή ενός μουσικού κειμένου έως το πέρας του βασίζεται σε συγκεκριμένες αναλογίες και κανόνες. Η μουσική καριέρα ενός καλλιτέχνη είναι μια δική του προσωπική «παρτιτούρα» ζωής και μπορεί ο ίδιος να τη ζήσει είτε ευχάριστα -σαν ένα χορευτικό μουσικό κομμάτι- είτε δύσκολα -σαν ένα στιβαρό δημιούργημα σοβαρής μουσικής αρχιτεκτονικής. Ο κάθε καλλιτέχνης έχει το δικό του προσωπικό στυλ να βιώνει τη ζωή του.

 

Τα τελευταία χρόνια διδάσκεις Μονωδία, αλλά ανέλαβες και χρέη διευθύντριας της παιδικής χορωδίας στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Ήταν φυσική συνέχεια ή επιλογή ή τίποτα από τα δύο και πολύ σύντομα θα μπορέσουμε να σε ξαναδούμε επί σκηνής;

Υπήρξε ανάθεση από τον τότε Καλλιτεχνικό Διευθυντή της ΕΛΣ Μύρωνα Μιχαηλίδη. Πάντα αγαπούσα τα παιδιά και η προοπτική να μοιραστώ μαζί τους τα μυστικά της ζωής στην όπερα και στη μουσική με ενθουσίασε αρχικά.

 

Ποιος ο επόμενος μεγάλος στόχος;

Το καλοκαίρι αυτό προετοιμάζω με την ομάδα μου μια παράσταση-αφιέρωμα στον πολύ γνωστό στα μέρη μας αργαλειό. Η παράσταση θα είναι αφιέρωμα στη γυναίκα και θα πραγματεύεται τρεις γενιές γυναικών. Από τη γιαγιά που πενθούσε από τριάντα χρονών με το μαύρο μαντήλι στα μαλλιά και τον αργαλειό στα χέρια, έως τη γυναίκα των ημερών μας που τελικά με τα χέρια της παίζει πιάνο.

 

Άμεσα σχέδια που θα μπορούσες να μας ανακοινώσεις ή και να μας ιντριγκάρεις για να σε ακολουθήσουμε;

Θα ήθελα πολύ να πετύχει η παράσταση που προανέφερα. Εκεί έχω στρέψει την προσοχή μου. Ε, ναι! Υπάρχουν και κάποια άλλα σχέδια που θα τα πούμε εν καιρώ.

 

Ημέρα μουσικής η 21η Ιουνίου. Ποιο το μήνυμα που θα ήθελες να μεταφέρεις στους μικρούς και μεγάλους θαυμαστές της πολύ προσωπικής καλλιτεχνικής σου διαδρομής;

Με τις αισθήσεις χτίζουμε κόσμους μαγικούς
Με την καρδιά τους δίνουμε πνοή
Με το πνεύμα τους καλλιεργούμε
Με το μυαλό τους υλοποιούμε
και
Με την ευθύνη τους ακολουθούμε.

 

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΣΤΕΡΕΑ ΝΕΑ

 

 

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση