Πώς θα γίνει, όχι από ποιον

0

ΦΑΝΗΣ ΟΥΓΓΡΙΝΗΣ*

Ίσως το πρώτο (και εύχομαι όχι το μοναδικό) θετικό της ανάθεσης του εορτασμού για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση στη Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη είναι το ότι πλείστοι των Ελλήνων συνειδητοποίησαν πόσο κοντά είναι τούτο το γεγονός. Ο διορισμός της πρώην προέδρου τού «Αθήνα 2004» έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση, με αρκετούς πολίτες να επικεντρώνουν τα αρνητικά σχόλιά τους στις σχέσεις που είχε αναπτύξει η κ. Αγγελοπούλου με τον προηγούμενο πρωθυπουργό. Σίγουρα είναι αλησμόνητη η παρουσίαση του Αλέξη Τσίπρα στον Μπιλ Κλίντον πριν εκείνη την τραγελαφική συνέντευξη ή η αρθρογραφία του μεγάλου της γιου υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ και όλων όσων σχεδίαζε.

Ομως, αυτού του είδους η κριτική είναι, φοβούμαι, άστοχη. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει πλέον αποδείξει ότι τον απασχολεί λίγο το πολιτικό παρελθόν των κυβερνητικών συνεργατών του, ενώ πολύ η αποδοτικότητά τους. Συνεπώς, αν αναζητεί κανείς κάτι μεμπτό στον διορισμό της πολυσυζητημένης κυρίας, θα πρέπει να το αναζητήσει στο έργο της, στη διοργάνωση των αγώνων. Κι εκεί πάνω, ομολογουμένως, εγείρονται αρκετά θέματα για προβληματισμό. Ακούγεται συχνά το κόστος λειτουργίας του επιτελείου της, ωστόσο αυτό ήταν σταγόνα στον ωκεανό μπροστά σε εκείνο της κατασκευής μόνιμων υποδομών (σε αντίθεση με Σίδνεϊ, Λονδίνο και Ρίο, όπου χρησιμοποιήθηκαν πολλές κινητές εγκαταστάσεις).

Στη συνέχεια συζητείται αυτή ακριβώς η μεταολυμπιακή χρήση των νεόδμητων κτιρίων –η οποία σίγουρα δεν διεκδικεί δάφνες–, ένα γεγονός σαφώς οφειλόμενο και στον εσφαλμένο αρχικό σχεδιασμό. Προσωπικά αγνοώ τον βαθμό ευθύνης της προέδρου του «2004» για τα φαραωνικά ολυμπιακά έργα και την κατοπινή κατάντια τους.

Αντίθετα, γνωρίζοντας λίγο πολύ τη νοοτροπία του ελληνικού πολιτικού συστήματος, υποψιάζομαι ότι όλα αυτά αποφασίστηκαν σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο. Αρα, εάν εστιάσουμε στη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι όλα κύλησαν υποδειγματικά για τα δεδομένα μας. Παρά το προηγηθέν παγκόσμιο άγχος, η Αθήνα ήταν πεντακάθαρη, το κυκλοφοριακό χάος εξαφανίστηκε, κρατικές υπηρεσίες και εθελοντικές ομάδες δούλεψαν σαν ελβετικό ρολόι, οι τελετές έναρξης και λήξης ακόμη προκαλούν συγκίνηση. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, η Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη μόνο αποτυχημένη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, η ικανότητά της στη διοργάνωση μεγάλων εντυπωσιακών ιβέντ είναι αυταπόδεικτη.

Το αληθινό πρόβλημα βρίσκεται στο ότι η όλη συζήτηση έχει μεταφερθεί στο επίπεδο του κουτσομπολιού, εις βάρος του αναγκαίου διαλόγου γύρω από την αναγκαιότητα του εορτασμού και του καθορισμού ενός πλαισίου γι’ αυτόν· το ερώτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί σήμερα είναι το πώς θα αξιοποιήσουμε αυτή τη σπάνια αφορμή για να πούμε αλήθειες για την Επανάσταση, χωρίς αυτές να την ευτελίσουν, για να συνδέσουμε το χθες με το σήμερα, για να ανακτήσουμε έστω και ένα μέρος της λαβωμένης περηφάνιας μας, για να βιώσουμε τελικά μια συλλογική στιγμή αναγέννησης. Είναι ολοφάνερο ότι μετά την εθνική δοκιμασία της τελευταίας δεκαετίας χρειαζόμαστε πια μια μεγάλη γιορτή ως συμβολικό εφαλτήριο της νέας εποχής μετά την κρίση. Πρωτεύον είναι το τι και πώς θα γίνει σε δύο χρόνια, όχι το από ποιον θα γίνει.

* Ο κ. Φάνης Ουγγρίνης είναι επιχειρηματίας.

Έντυπη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση