Τι πρέπει να γίνει τελικά στην περίπτωση της ΛΑΡΚΟ;

Ένα παλιό, διαχρονικό πρόβλημα της επιχειρηματικής ζωής της χώρας, είναι αυτό της επόμενης ημέρας της ΛΑΡΚΟ. Αφορμή για την επανέναρξη της συζήτησης σχετικά με το κατά πόσο είναι επικερδής για το ελληνικό δημόσιο και κατ’ επέκταση για το επιχειρείν,

Ένα παλιό, διαχρονικό πρόβλημα της επιχειρηματικής ζωής της χώρας, είναι αυτό της επόμενης ημέρας της ΛΑΡΚΟ. Αφορμή για την επανέναρξη της συζήτησης σχετικά με το κατά πόσο είναι επικερδής για το ελληνικό δημόσιο και κατ’ επέκταση για το επιχειρείν, η διάσωση της εταιρείας, στάθηκαν τα δημοσιεύματα που αφορούσαν τις παχυλές αποδοχές των εργαζομένων.

Σύμφωνα με τον ειδικό διαχειριστή της εταιρείας, το μέσο ετήσιο μισθολογικό κόστος ανά εργαζόμενο προσεγγίζει τις 44.000 ευρώ, ενώ ο πιο υψηλόμισθος υπάλληλος λάμβανε το 2019 μηνιαίο μεικτό μισθό 5.880 ευρώ, πλέον λοιπών επιδομάτων, με το ετήσιο μισθολογικό κόστος να ανέρχεται σε 134.000 ευρώ. Παράλληλα, έκανε ειδική μνεία στην έλλειψη οργανωμένου συστήματος αμοιβών, καθώς μισθοί και επιδόματα δίνονταν με βάση τα πρόσωπα.

Ωστόσο, παρ’ όλη την έντονη κακοδιαχείριση, οι μισθολογικές δαπάνες, δεν φαίνεται να ξεπερνούν το 19% των συνολικών εξόδων της ΛΑΡΚΟ. Πλαίσιο λογικό, αν συλλογιστεί κανείς ότι η μισθοδοσία στις βαριές βιομηχανίες είναι πάντα περίπου στο 20%.

Το προβληματικό τμήμα της ΛΑΡΚΟ είναι, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει σε άρθρο του ο Κώστας Κουτσάφτης, το κόστος παραγωγής. Το κύριο μειονέκτημα της εταιρείας είναι ότι απαιτούνται τρομακτικά ποσά ενέργειας για τη λειτουργία των μηχανημάτων της. Προκειμένου να λιώσει το νικέλιο, που περιέχεται στο μετάλλευμα, χρειάζεται πολύ υψηλή θερμοκρασία (1.600 ℃), ώστε αυτό να «κάτσει» στον πάτο του καμινιού και μέσω μιας πορτούλας στο κάτω μέρος, να χυθεί έξω και το άχρηστο χώμα να πεταχθεί.

Είναι χαρακτηριστικό, πως όταν λιώσεις 1.000 κιλά χώμα, παίρνεις μόλις λίγα κιλά μέταλλο. Η εταιρεία πληρώνει €50 τη MWh, περίπου τα διπλά απ’ όσο πληρώνουν άλλες παρόμοιες μονάδες στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημανθεί, ότι η ΛΑΡΚΟ ανταγωνίζεται κατά βάση αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Ινδονησία που κατέχει το 33% και οι Φιλιππίνες που κατέχουν το 17% της παγκόσμιας παραγωγής νικελίου αντίστοιχα.

Πορεία εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ στη Χαλκίδα, Φεβρουάριος 2020

Από τους συνολικά 2.500.000 τόνους νικελίου που παράγονται παγκοσμίως, η παραγωγή της ΛΑΡΚΟ αντιπροσωπεύει μόλις το 0,5% (12.000 τόνοι το 2019). Επομένως, η εταιρεία καλύπτει ένα πολύ μικρό ποσοστό της παγκόσμιας ζήτησης.

Μειονέκτημα της εταιρείας αποτελεί και το φτωχό – συγκριτικά με τις άλλες εταιρείες – μετάλλευμα που επεξεργάζεται. Σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της ΛΑΡΚΟ, κατά τη διάρκεια μίας καλής χρονιάς, η εταιρεία διαχειρίστηκε 2.500.000 τόνους μετάλλευμα και πήρε 18.000 τόνους νικέλιο. Κάτι που αντιστοιχεί σε μόλις 0,72% περιεκτικότητας νικελίου, ενώ την ίδια ώρα, ανταγωνιστικές εταιρείες του εξωτερικού διαχειρίζονται μεταλλεύματα περιεκτικότητας 2-3,5%.

Έχοντας σε διαθεσιμότητα τα παραπάνω δεδομένα, κυβέρνηση και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να επεξεργαστούν διεξοδικά ένα βιώσιμο σχέδιο για το μέλλον της πολύπαθης ΛΑΡΚΟ.

Ένα παλιό, διαχρονικό πρόβλημα της επιχειρηματικής ζωής της χώρας, είναι αυτό της επόμενης ημέρας της ΛΑΡΚΟ. Αφορμή για την επανέναρξη της συζήτησης σχετικά με το κατά πόσο είναι επικερδής για το ελληνικό δημόσιο και κατ’ επέκταση για το επιχειρείν, η διάσωση της εταιρείας, στάθηκαν τα δημοσιεύματα που αφορούσαν τις παχυλές αποδοχές των εργαζομένων.

Σύμφωνα με τον ειδικό διαχειριστή της εταιρείας, το μέσο ετήσιο μισθολογικό κόστος ανά εργαζόμενο προσεγγίζει τις 44.000 ευρώ, ενώ ο πιο υψηλόμισθος υπάλληλος λάμβανε το 2019 μηνιαίο μεικτό μισθό 5.880 ευρώ, πλέον λοιπών επιδομάτων, με το ετήσιο μισθολογικό κόστος να ανέρχεται σε 134.000 ευρώ. Παράλληλα, έκανε ειδική μνεία στην έλλειψη οργανωμένου συστήματος αμοιβών, καθώς μισθοί και επιδόματα δίνονταν με βάση τα πρόσωπα.

Ωστόσο, παρ’ όλη την έντονη κακοδιαχείριση, οι μισθολογικές δαπάνες, δεν φαίνεται να ξεπερνούν το 19% των συνολικών εξόδων της ΛΑΡΚΟ. Πλαίσιο λογικό, αν συλλογιστεί κανείς ότι η μισθοδοσία στις βαριές βιομηχανίες είναι πάντα περίπου στο 20%.

Το προβληματικό τμήμα της ΛΑΡΚΟ είναι, σύμφωνα με τα όσα επισημαίνει σε άρθρο του ο Κώστας Κουτσάφτης, το κόστος παραγωγής. Το κύριο μειονέκτημα της εταιρείας είναι ότι απαιτούνται τρομακτικά ποσά ενέργειας για τη λειτουργία των μηχανημάτων της. Προκειμένου να λιώσει το νικέλιο, που περιέχεται στο μετάλλευμα, χρειάζεται πολύ υψηλή θερμοκρασία (1.600 ℃), ώστε αυτό να «κάτσει» στον πάτο του καμινιού και μέσω μιας πορτούλας στο κάτω μέρος, να χυθεί έξω και το άχρηστο χώμα να πεταχθεί.

Είναι χαρακτηριστικό, πως όταν λιώσεις 1.000 κιλά χώμα, παίρνεις μόλις λίγα κιλά μέταλλο. Η εταιρεία πληρώνει €50 τη MWh, περίπου τα διπλά απ’ όσο πληρώνουν άλλες παρόμοιες μονάδες στο εξωτερικό. Στο σημείο αυτό, αξίζει να επισημανθεί, ότι η ΛΑΡΚΟ ανταγωνίζεται κατά βάση αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Ινδονησία που κατέχει το 33% και οι Φιλιππίνες που κατέχουν το 17% της παγκόσμιας παραγωγής νικελίου αντίστοιχα.

Πορεία εργαζομένων της ΛΑΡΚΟ στη Χαλκίδα, Φεβρουάριος 2020

Από τους συνολικά 2.500.000 τόνους νικελίου που παράγονται παγκοσμίως, η παραγωγή της ΛΑΡΚΟ αντιπροσωπεύει μόλις το 0,5% (12.000 τόνοι το 2019). Επομένως, η εταιρεία καλύπτει ένα πολύ μικρό ποσοστό της παγκόσμιας ζήτησης.

Μειονέκτημα της εταιρείας αποτελεί και το φτωχό – συγκριτικά με τις άλλες εταιρείες – μετάλλευμα που επεξεργάζεται. Σύμφωνα με τον επίσημο ιστότοπο της ΛΑΡΚΟ, κατά τη διάρκεια μίας καλής χρονιάς, η εταιρεία διαχειρίστηκε 2.500.000 τόνους μετάλλευμα και πήρε 18.000 τόνους νικέλιο. Κάτι που αντιστοιχεί σε μόλις 0,72% περιεκτικότητας νικελίου, ενώ την ίδια ώρα, ανταγωνιστικές εταιρείες του εξωτερικού διαχειρίζονται μεταλλεύματα περιεκτικότητας 2-3,5%.

Έχοντας σε διαθεσιμότητα τα παραπάνω δεδομένα, κυβέρνηση και πιθανοί επενδυτές θα πρέπει να επεξεργαστούν διεξοδικά ένα βιώσιμο σχέδιο για το μέλλον της πολύπαθης ΛΑΡΚΟ.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *