Για μια εκπαιδευτική υπέρβαση

0

Του Γιάννη Οικονόμου, Βουλευτή Φθιώτιδας της ΝΔ

Μια φορά τον χρόνο, στα τέλη Αυγούστου, θυμόμαστε τα ελληνικά ΑΕΙ και αρχίζουν οι κοπετοί. Αφορμή, η ανακοίνωση των βάσεων εισαγωγής. Οι χαμηλές βάσεις εισαγωγής είναι επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Μάλιστα, φέτος υπάρχουν σοβαρές δικαιολογίες, εξαιτίας των πολύ ιδιαίτερων συνθηκών στις οποίες έγιναν οι εξετάσεις και της απρόσμενης δυσκολίας των θεμάτων.

Όμως, για την καταβαράθρωση των βάσεων εισαγωγής υπάρχουν βαθύτερες αιτίες και ευθύνες, με όνομα και επώνυμο. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στον πανάρχαιο νόμο: όταν αυξάνεται η προσφορά, πέφτει η ζήτηση.

Το κακό ξεκίνησε με την άφρονα υλοποίηση, από τον Γιώργο Παπανδρέου ως Υπουργό Παιδείας, της εξαγγελίας του πατέρα του, στις εκλογές του 1981, ότι θα καταργούσε τις εξετάσεις και θα έμπαιναν όλοι στο Πανεπιστήμιο. Ειδικότερα, επί υπουργίας του, σχεδιάστηκε και ξεκίνησε η αύξηση των Τμημάτων ΑΕΙ –ΤΕΙ και των εισακτέων, ερήμην φυσικά των Ιδρυμάτων. Σε ελάχιστα χρόνια (1995-1998) οι εισακτέοι, από 47.000 περίπου, έφτασαν τις 81.000. Επί πρωθυπουργίας Γιώργου Παπανδρέου οι εισακτέοι έφτασαν τις 84.000 περίπου (2009-2011), πάλι ερήμην των Ιδρυμάτων. Την ίδια περίοδο είχαμε και την κατάργηση της βάσης του 10, από την τότε Υπουργό Παιδείας Άννα Διαμαντοπούλου. Στη διάρκεια της πρωθυπουργίας Σαμαρά οι εισακτέοι μειώθηκαν (68.000 περίπου). Για να έλθει μετά ο ΣΥΡΙΖΑ: οι εισακτέοι έφτασαν περίπου τις 78.000 και με έμπνευση Γαβρόγλου, μέσα σε μια νύχτα, βαφτίστηκε το κρέας – ψάρι, ή αλλιώς τα ΤΕΙ έγιναν ΑΕΙ.

Κάπως έτσι καταλήξαμε φέτος στο 40% των πανεπιστημιακών τμημάτων (186 από 459) οι υποψήφιοι να εισάγονται με μέσο όρο βαθμολογίας στις πανελλαδικές εξετάσεις κάτω από 10. Σε 38 από αυτά ο μέσος όρος της βαθμολογίας τους ήταν από 0-5!

Η προφανής απαξίωση του θεσμού, η αναπόφευκτη υποβάθμιση της ποιότητας σπουδών, ο ευτελισμός της αίγλης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στη χώρα, η αδυναμία εκπαίδευσης μέσα στο πανεπιστήμιο αυτών των φοιτητών, η παρεπόμενη αποτυχία τους να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους, είναι οι συνέπειες αυτής της παρακμής.

Και αν οι συνέπειες είναι η μια πλευρά, η άλλη είναι η δραματική επιβεβαίωση ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα βρίσκεται εδώ και πολλές δεκαετίες σε βαθιά κρίση. Μια κρίση που αδυνατούμε να αντιμετωπίσουμε όσο αποφεύγουμε να αναμετρηθούμε με το θεμελιώδες ερώτημα: ποια είναι η σχέση και ο ρόλος του σχολείου με τις διαδικασίες και τον τρόπο εισαγωγής στην επόμενη ακαδημαϊκή βαθμίδα, δηλαδή στο Πανεπιστήμιο;

Η απάντηση στο ερώτημα δεν είναι εύκολη. Η εξίσωση είναι δύσκολη και πολύπλοκη. Περιλαμβάνει τους δασκάλους και τους καθηγητές που δεκαετίες τώρα έχουν προσαρμόσει την διδασκαλία τους στις απαιτήσεις των Πανελλαδικών. Περιλαμβάνει τους εκπαιδευτικούς της φροντιστηριακής εκπαίδευσης, που ευδοκιμούν εξαιτίας των Πανελλαδικών και μέσα από την επίπονη δουλειά τους κερδίζουν το εισόδημα τους, πληρώνουν φόρους και παρέχουν θέσεις εργασίας. Περιλαμβάνει τους μαθητές, που στην συντριπτική τους πλειοψηφία «προγραμματίζονται», ανεξάρτητα από τις δυνατότητες ή και την θέληση τους, να γίνουν φοιτητές.

Πιστεύω ότι αυτό το τελευταίο είναι, ίσως, και το κλειδί της αλλαγής που χρειαζόμαστε. Τα παιδιά, σήμερα, δεν θέλουν όλα να σπουδάσουν. Εκείνο που θέλουν, και που προφανώς δικαιούνται, είναι να εκπαιδευθούν ώστε να είναι ικανά να κατανοούν τον σύνθετο σημερινό κόσμο και τα επιτεύγματα του παρελθόντος, και να μπορέσουν να βρουν εργασία. Μια εργασία που να τα εκφράζει και να τους προσφέρει μια ζωή άξια να την ζήσουν.

Το εκπαιδευτικό μας σύστημα, στοχοθετημένο στην ακαδημαϊκότητα και όχι στην κατάρτιση, προσπαθεί να στοιβάξει όλα τα παιδιά στα ΑΕΙ. Έτσι, καταγράφεται μια διπλή αποτυχία: ούτε μορφώνονται επαρκώς, ούτε καταρτίζονται, ιδιαίτερα εκείνα που δεν μορφώνονται επαρκώς.

Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με επιμέρους βελτιώσεις. Χρειάζεται άλλο μοντέλο σχολείου.

Επέκταση της διάρκειας του γυμνασίου κατά ένα χρόνο. Κατά τη διάρκεια αυτής της τετραετούς φοίτησης οι μαθητές αποκτούν γνώσεις σε όλα εκείνα τα πεδία που τους είναι απαραίτητα προκειμένου να γίνουν μορφωμένοι και χειραφετημένοι άνθρωποι. Το γεγονός ότι ο κύκλος αυτός δεν θα συνδέεται με την είσοδο στο πανεπιστήμιο θα επιτρέπει την ουσιαστική παιδεία και την ανάπτυξη που απουσιάζει από το σχολείο σήμερα.

Στο τέλος αυτού του κύκλου διενεργούνται εξετάσεις για την απόκτηση ενός βασικού τίτλου σπουδών. Όσοι υπερβούν ένα συγκεκριμένο βαθμολογικό όριο, μπορούν να συνεχίσουν στο διετές Λύκειο, προετοιμαζόμενοι για ακαδημαϊκού χαρακτήρα πανεπιστημιακές σπουδές. Στο τέλος του Λυκείου, ανάλογα με τις επιδόσεις τους και τα κριτήρια των ΑΕΙ, εγγράφονται στις Σχολές που επιθυμούν.

Όσοι στο τέλος του Γυμνασίου δεν υπερβούν το βαθμολογικό όριο η δεν επιθυμούν να φοιτήσουν στο Πανεπιστήμιο θα μπορούν να εγγράφονται σε Τμήματα τριετούς επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Τα πανεπιστημιακά Τμήματα, που δεν έχουν ζήτηση και δέχονται σήμερα φοιτητές με βάση χαμηλή, μετατρέπονται σε Τμήματα ελεύθερης εγγραφής, με κριτήρια, και προσφέρουν επαγγελματικό πτυχίο στους σπουδαστές τους. Το εκπαιδευτικό προσωπικό τους και οι υλικοτεχνικές τους υποδομές υπερεπαρκούν για τέτοιου είδους εκπαίδευση. Παράλληλα, ενισχύονται με εστίες, ώστε να προσφέρουν ολοκληρωμένη κάλυψη στους σπουδαστές.

Με τον τρόπο αυτό οι νέοι μας, στα 19 τους χρόνια, θα μπορούν να έχουν πιστοποιημένη επάρκεια για μια σειρά από εργασίες που δεν απαιτούν ακαδημαϊκή αλλά επαγγελματική εκπαίδευση. Δεν θα αναλώνονται σε μακρόχρονες θεωρητικές σπουδές, που δεν τους εκφράζουν και δεν τις επιθυμούν, αλλά θα είναι έτοιμοι επαγγελματίες: φοροτεχνικοί, νοσοκόμοι, τεχνικοί, τεχνολόγοι, στελέχη γραμματειακής υποστήριξης.

Η χώρα μας χρειάζεται τολμηρές αλλαγές. Και με αυτό το αίτημα μας ψήφισε στις τελευταίες εκλογές ο λαός. Η Ελλάδα έχει ανάγκη από μια υπέρβαση στην Εκπαίδευση και όχι από λαβωμένες γενιές που θα χάνουν χρόνο και ευκαιρίες.

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση