Η Λαμία γιορτάζει τον πολιούχο και την απελευθέρωσή της από τους ναζί κατακτητές

0

Διπλή γιορτή είναι κάθε χρόνο για τη Λαμία η 18η Οκτωβρίου, καθώς ανήμερα του πολιούχου της πόλης Αγίου, Αποστόλου και Ευαγγελιστού Λουκά, η φθιωτική πρωτεύουσα γιορτάζει την απελευθέρωσή της από τα ναζιστικά στρατεύματα.

Στις 18 Οκτώβρη το βράδυ, οι τελευταίοι Γερμανοί εγκαταλείπουν τη Λαμία υπό το σφυροκόπημα των τμημάτων της ΧΙΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ.

Κυκλοφορούσε η πληροφορία ότι οι κατακτητές, σύμφωνα με την πάγια τακτική τους και σε άλλα μέτωπα κατά τη διαδικασία της υποχώρησης, θα ανατίναζαν σημαντικά κτίρια και εγκαταστάσεις μέσα στη Λαμία, προκαλώντας εσκεμμένα ανυπολόγιστες καταστροφές στις υποδομές, με τεράστιους κινδύνους για τον πολύπαθο πληθυσμό.

Στόχο αποτελούσαν οι μεγάλες αποθήκες πυρομαχικών στο συγκρότημα των Παλιών Στρατώνων (στρατόπεδο Τσαλτάκη), όπου ήταν αποθηκευμένα πυρομαχικά και κυρίως οβίδες πυροβολικού των κατακτητών.

Παράλληλα, επρόκειτο να ανατιναχθούν το εργοστάσιο ηλεκτροπαραγωγής της Ηλεκτρικής Εταιρείας στην οδό Λεωνίδου και το τηλεφωνικό κέντρο της ΑΕΤΕ (Ανώνυμη Ελληνική Τηλεφωνική Εταιρεία) στην οδό Αινιάνων.

Επίσης κινδύνευαν με ολική καταστροφή οι αποθήκες τροφίμων του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που βρίσκονταν σε διάφορα σημεία της πόλης: Στο παλιό Νοσοκομείο στην οδό Φλέμινγκ (σημερινό Δημαρχείο), στον σιδηροδρομικό σταθμό Λαμίας, στο παλιό Γυμνάσιο Αρρένων (σημερινό 6ο Γυμνάσιο) και κτίρια στην οδό Παλαιολόγου. Ο κίνδυνος για τη Λαμία ήταν μεγάλος καθώς κινδύνευε με ολική καταστροφή.

Στις 17 Οκτώβρη το πρωί, μία μόλις μέρα πριν την απελευθέρωση της Λαμίας, ομάδα μαχητών της 13ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ συγκρούστηκε με τους Γερμανούς στα ανατολικά προάστια της πόλης, στη Μεγάλη Βρύση, με κόστος 9 νεκρούς μαχητές.

Η αναστάτωση είχε χτυπήσει κόκκινο. Κανείς δεν ήξερε πως θα αντιδρούσαν οι Γερμανοί που ετοιμάζονταν την άλλη μέρα, 18 Οκτωβρίου, να κινηθούν βόρεια προς την κατεύθυνση του Δομοκού, αποχωρώντας από την πόλη.

Μέσα στον ορυμαγδό των εξελίξεων, τρεις άνθρωποι έπαιξαν εκείνες τις ώρες τον πλέον σημαντικό ρόλο, σωτήριο για την ύπαρξη της Λαμίας, αποτρέποντας σε μεγάλο βαθμό την καταστροφή της: ο Ιταλός αιχμάλωτος Eugenio de Simone, ο Αυστριακός στρατιώτης Josef H. Blechinger (Ηλίας Κόκκινος) και ο Σουηδός αντιπρόσωπος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού Sture Linner.

Eugenio De Simone και Ελπίδα Πέτρου.

Ο Ιταλός αξιωματικός του πυροβολικού, Eugenio de Simone (1909-1968), ηλεκτρολόγος αντιφασίστας, από το χωριό Απριλιάνο της Κοσέντζα, αιχμάλωτος των Γερμανών από το 1943 στο στρατόπεδο Τσαλτάκη, είχε πάρει εντολή από τους Γερμανούς να φτιάξει και να τοποθετήσει στις αποθήκες πυρομαχικών του στρατοπέδου τα εκρηκτικά καλώδια, που θα σήμαιναν το τέλος για την πόλη της Λαμίας.

Ο de Simone δουλεύοντας όλη νύχτα, με τεράστιο κίνδυνο, προκάλεσε για παραπλάνηση την πρώτη μικρή έκρηξη το πρωί, ξημερώματα 18 Οκτωβρίου, και αποσυνδέοντας τα μεγάλα καλώδια, απέτρεψε τη δεύτερη μοιραία έκρηξη.

Έτσι, το πρωί ξημερώματα, όταν τα πρώτα τμήματα του ΕΛΑΣ έμπαιναν στην πόλη από τα ανατολικά και έφταναν στο στρατόπεδο Τσαλτάκη, τον βρήκαν να αποσυνδέει τα καλώδια, σώζοντας τη Λαμία από βεβαία καταστροφή.

Ο Josef H. Blechinger ή Ηλίας Κόκκινος.

Τις μέρες της αποχώρησης των Γερμανών από τη Λαμία, ένας άλλος «ξένος», ο Αυστριακός στρατιώτης, Josef H. Blechinger (1911-1995), από μια περιοχή στα σύνορα με τη Δρέσδη, με ειδικότητα στους σιδηροδρόμους, που είχε πολεμήσει στην Πολωνία και τη Γιουγκοσλαβία, βρίσκονταν στη Λαμία. Τις μέρες του Οκτώβρη 1944 είχε μάθει από πληροφορίες, ότι οι κατακτητές φεύγοντας επρόκειτο να ανατινάξουν τις αποθήκες πυρομαχικών στο στρατόπεδο Τσαλτάκη όπου εργαζόταν και ο ίδιος.

Έχοντας επαφές με την αντίσταση (ΕΛΑΝ Μαλιακού) μέσω της μετέπειτα γυναίκας του, Αγγελικής Καρακώστα, αποφάσισε να αποτρέψει την ανατίναξη με κίνδυνο της ζωής του. Σε μια παράλληλη ιστορία με του Ιταλού de Simone, ήρθε σε συνεννόηση με τους αντάρτες και με Ιταλούς σκοπούς του στρατοπέδου και έκοψε τα καλώδια, σώζοντας την πόλη από την καταστροφή, διαφεύγοντας κατόπιν στη Στυλίδα κοντά στον καπετάνιο του ΕΛΑΝ Μαλιακού, Σωτήρη Μπεγνή.

Ο J. Blechinger έμεινε μεταπολεμικά στη Λαμία, απέκτησε ελληνική υπηκοότητα και πήρε το όνομα Ηλίας Κόκκινος (από τον πρώτο νεκρό Λαμιώτη στο αλβανικό μέτωπο). Παντρεύτηκε την Αγγελική και απέκτησε έναν γιο, τον Νίκο. Ασχολήθηκε με τη βυζαντινή ζωγραφική και εργάστηκε ως αγιογράφος. Όταν τον είχαν ρωτήσει για τη δράση του, εκείνα τα χρόνια, απάντησε με σοφία και σεμνότητα: «Γράψτε πως είμαι Έλληνας δημοκράτης, τίποτε άλλο».

Εκείνο το διήμερο εκτυλισσόταν παράλληλα και μια τρίτη ιστορία με πρωταγωνιστή αυτή τη φορά τον Σουηδό αντιπρόσωπο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού και μετέπειτα διπλωμάτη Sture Linner (1917-2010).

Γεννημένος στη Στοκχόλμη, βρέθηκε την εποχή της ναζιστικής κατοχής στην Ελλάδα ως μέλος μιας ομάδας Σουηδών του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, επιφορτισμένης με την επισιτιστική βοήθεια στον λιμοκτονούντα ελληνικό πληθυσμό από το Φεβρουάριο του 1942.

Στη διάρκεια του 1943, υφηγητής πλέον της ελληνικής γλώσσας στο Πανεπιστήμιο της Ουψάλας, εργάστηκε ως υπεύθυνος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού, με τομέα ευθύνης τη Στερεά Ελλάδα και τη Θεσσαλία.

Λίγες μέρες προτού οι Γερμανοί αποχωρήσουν από τη Λαμία και με δεδομένη τη φήμη για ανατίναξη των αποθηκών τροφίμων του Ε.Σ., ο Linner ανέλαβε την πρωτοβουλία να οργανώσει επιτυχώς ομάδες περιφρούρησης από 15-20 νέους της πόλης, για την αποτροπή λεηλασιών αλλά και ανατίναξής τους από τους ναζί.

Πράγματι οι φήμες επιβεβαιώθηκαν αφού στις 17 Οκτωβρίου, ο Γερμανός διοικητής ενημέρωσε τον S.Linner ότι τα μεσάνυχτα θα ανατιναχτούν οι διάσπαρτες αποθήκες τροφίμων του Δ.Ε.Σ. της πόλης.

Επισκέφθηκε με δική του πρωτοβουλία τα μεσάνυχτα της 17ης Οκτωβρίου τον Γερμανό διοικητή στην οικία του (οδός Τσιριμώκου και Μανωλίδου) και έτσι απετράπη η καταστροφή των αποθηκών. Τελικά μόνο το τηλεφωνικό κέντρο στην οδό Αινιάνων ανατινάχθηκε τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας η 18η Οκτωβρίου, και ενώ παράλληλα εκτυλίσσονταν τα προαναφερθέντα γεγονότα στο στρατόπεδο Τσαλτάκη στις αποθήκες πυρομαχικών από τους de Simone και J. Blechinger, με τη βοήθεια των ανταρτών του ΕΛΑΝ.

Η είσοδος των ανταρτών του ΕΛΑΣ στην πόλη

Στις 18 Οκτώβρη το βράδυ, οι τελευταίοι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη Λαμία, πιεζόμενοι σε όλη την πορεία τους προς Δομοκό από τις ανταρτικές δυνάμεις.

Από το πρωί οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα, για την ελευθερία που είχε έρθει μέσα από ποταμούς αίματος και θυσιών του ηρωικά αγωνιζόμενου, σε βουνά και πόλεις, ελληνικού λαού.

Είχαν περάσει 1.275 τραγικές μέρες από εκείνη τη μαύρη Κυριακή του Πάσχα, στις 20 Απριλίου 1941, όταν ο γερμανικός στρατός μπήκε στην πόλη και σηματοδότησε την έναρξη της πλέον βάναυσης κατοχής από τις δυνάμεις του άξονα.

Τα ξημερώματα της 19ης Οκτωβρίου τα πρώτα τμήματα της 13ης μεραρχίας του ΕΛΑΣ μπήκαν στην πόλη. Πρώτο εισήλθε το 36ο σύνταγμα (διοικητής ο αντισυνταγματάρχης Ευθύμιος Ζούλας και καπετάνιος ο Λουκάς Καθούλης –Αριστείδης).

Ακολούθησαν οι άνδρες του ΕΛΑΝ Μαλιακού (Διοικητής ο Σόλων Γρηγοριάδης και καπετάνιος ο Σωτήρης Μπεγνής) και του 2ου συντάγματος Παρνασσίδος υπό τον καπετάνιο Δημ. Δημητρίου (Νικηφόρο).

Την ίδια μέρα έφτασαν στη Λαμία και τμήματα του 42ου συντάγματος με διοικητή το Φώτη Βερμαίο (Φοίβος Γρηγοριάδης) και καπετάνιο τον Γιώργο Χουλιάρα (Περικλής) καθώς και αντιπρόσωποι της Π.Ε.Ε.Α και του ΕΑΜ, αντιπροσωπεία της Κ.Ε του Κ.Κ.Ε και του Γεν. Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

Σε λίγο έφτανε στη Λαμία ο Άρης Βελουχιώτης και το Γεν. Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, η ΚΕ του ΕΑΜ, κλιμάκιο της ΚΕ του ΚΚΕ, καθώς και κλιμάκιο της ΠΕΕΑ από τη Φουρνά.

Η πόλη της Λαμίας τις επόμενες μέρες έγινε το κέντρο ολόκληρης της απελευθερωμένης Ελλάδας και των διεργασιών που έλαβαν χώρα εκεί, εν όψει της επικείμενης σύγκρουσης του ΕΑΜ με τους Άγγλους στην Αθήνα.

Η θριαμβευτική υποδοχή του Άρη στη Λαμία

Ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, Άρης Βελουχιώτης, που βρίσκονταν στην Πελοπόννησο ήδη από τις 22 Απριλίου 1944 με διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, έχοντας πλέον εκδιώξει τους Γερμανούς κατακτητές και συντρίψει τα προδοτικά Τάγματα Ασφαλείας, πέρασε στις 14 Οκτωβρίου στην Ιτέα και από εκεί στην Άμφισσα, όπου του έγινε θριαμβευτική υποδοχή, με κατεύθυνση τη Λαμία.

Ο Άρης Βελουχιώτης με τους μαυροσκούφηδες κι ανάμεσα τους τον πάτερ-Ανυπόμονο, τον μετέπειτα ηγούμενο της Ι.Μ Αγάθωνος, έφτασε το σούρουπο της 20ης Οκτωβρίου στην γενέτειρά του τη Λαμία, όπου ο λαός τους υποδέχτηκε σαν ελευθερωτές.

Σε δημοσίευμα της τοπικής εφημερίδας «Ρούμελη» μνημονεύεται η περιγραφή: «Ήταν βραδάκι. Καβάλα στο άλογό του, με τους μαυροσκούφηδες συνοδεία, ο Άρης μπαίνει στην πόλη που γεννήθηκε. Η υποδοχή που του έγινε βγαίνει από τις δυνατότητες μιας περιγραφής. Από τη μια άκρη της πόλης ως την άλλη παρατεταγμένα τα συντάγματα της 13ης μεραρχίας χαιρετούσαν τον αρχηγό τους. Οι αντάρτες συνεπαρμένοι από τον ενθουσιασμό τον υποδέχονταν με ζητωκραυγές και πυροβολισμούς. Οι χιλιάδες του λαού τον επευφημούν. Τα λουλούδια πέφτουν πάνω του βροχή. Τον στεφανώνουν με στεφάνια από δάφνη και μυρτιά».

Ο Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής), περιγράφει ως εξής την υποδοχή του Άρη στη Λαμία στο βιβλίο του «Ο δρόμος είναι άσωτος…» σελ. 477-478): «Έξω από τη Λαμία ακόμα, από την Άμπλιανη κι απάνω μέχρι την είσοδο της πόλης, ο κόσμος που ήταν συγκεντρωμένος δεξιά και αριστερά του δρόμου με την εμφάνιση μας άρχισε να ζητωκραυγάζει και να χειροκροτεί. Έξαφνα καμιά 20αριά νέοι, κι από πίσω κι άλλοι, πετάγονται στη μέση του δρόμου και ρίχνονται απάνω μας, άλλοι πιάνουν μπροστά τα χαλινάρια απ’ τα άλογα κι άλλοι πηδάνε να πιάσουν τα χέρια μας να μας χαιρετίσουν. Τ’ άλογα αγρίεψαν, άρχισαν να χοροπηδάνε. Ξεκαβαλικέψαμε και προχωράμε πεζοί, μπροστά ο Άρης, δεξιά κι αριστερά εγώ με τον παπα-Ανυπόμονο, κι από πίσω ακολουθάνε οι Μαυροσκούφηδες. Στην είσοδο της πόλης, εκεί που ήταν παλιά το φυλάκιο του φόρου κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, μας περίμεναν χιλιάδες κόσμου που μας υποδέχτηκαν μ’ έξαλλο ενθουσιασμό και την ώρα που το τμήμα των ανταρτών παρουσίαζε όπλα κι ο μπάρμπα-Θύμιος ο Ζούλας έδωνε αναφορά, όλος εκείνος ο κόσμος με μια φωνή άρχισε να τραγουδάει το «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα». Το τι έγινε από δω μέχρι την Πλατεία Ελευθερίας δεν περιγράφεται. Το συγκεντρωμένο πλήθος δεξιά κι αριστερά του δρόμου, στο πέρασμα μας ζητωκραύγαζε και μας έρανε με λουλούδια, ενώ πολλοί αντάρτες ενθουσιασμένοι απ’ αυτά που έβλεπαν άρχισαν να πυροβολάνε. Και μέχρι να φτάσουμε στη πλατεία Ελευθερίας, πολλές φορές στην διαδρομή τους έσπασαν την παράταξη των ανταρτών αλλού γυναίκες για να στρώσουν χαλιά στο δρόμο κι αλλού παιδιά και κοπέλες για να μας περάσουν στο λαιμό στεφάνια και να παραδώσει ο Νικηφόρος το κλειδί της πόλης στον Άρη.

O Άρης με τη συνοδεία του κατευθύνθηκε στο σπίτι του Μακρόπουλου στη πλατεία Διάκου, όπου στεγάζονταν τα γραφεία του ΕΑΜ, όπου τον υποδέχτηκαν οι γονείς του Δημήτριος και Αγλαΐα Κλάρα και ο δικηγόρος αδελφός του Περικλής».

Στη συνέχεια ο Γιώργος Χουλιάρας (Περικλής) ανακοίνωσε ότι ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ υποσχόταν να μιλήσει στο λαμιώτικο λαό την Κυριακή 29 Οκτώβρη στην παμφθιωτική πανηγυρική εκδήλωση που προετοίμαζε το ΕΑΜ στη Λαμία με αφορμή την 4η επέτειο του «ΟΧΙ», συγκέντρωση, όπου εκφωνήθηκε ο μνημειώδης «Λόγος της Λαμίας», με τη βαριά πολιτική και ιστορική παρακαταθήκη που φέρει έως σήμερα, 35 μόλις μέρες πριν τη μεγάλη σύγκρουση των Δεκεμβριανών στην Αθήνα.

Από το «ιστορικό αρχείο της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ».

Κοινοποίηση.

Αφήστε μια απάντηση