Ζεμπίλης: Η αέναη μάχη μεταρρύθμισης – αντιμεταρρύθμισης στην εκπαίδευση

O βουλευτής Εύβοιας Θανάσης Ζεμπίλης αναφέρθηκε στην εκπαιδευτική πολιτική της χώρας και στην αντιπαράθεση που αναφύεται διαχρονικά ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και την αντιμεταρρύθμιση.

Σήμερα το πρωί, κατά την διάρκεια της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής του νέου Σ/Ν του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί αργά το βράδυ, ο Βουλευτής, επισήμανε:

«Η εκπαιδευτική πολιτική στον τόπο μας είναι ουσιαστικά η αέναη μάχη ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και την αντιμεταρρύθμιση. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους υπήρξαν και οι άβουλοι, οι μοιραίοι, οι λίγοι. Την ιστορία όμως την γράφουν όσοι τολμούν. Όσοι συγκρούονται με κατεστημένες νοοτροπίες και συντεχνίες. Όσοι αναμετριούνται με το αναχρονιστικό μέτωπο του χθες. Αυτή η αντιπαράθεση μεταφέρεται αυτούσια και στις μέρες μας/όπου το ζήτημα των εκπαιδευτικών αλλαγών παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Ας δούμε τώρα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά κυριολεξία ,λυσσομανά σε μια ακόμα μάχη οπισθοφυλακής. Τον έπιασε ξαφνικά ο πόνος για την ποιότητα της εκπαίδευσης; Ούτε οι ερυθροί Χμερ στην Καμπότζη δεν στοχοποίησαν την αριστεία στην παιδεία, στο βαθμό που το έπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ στην δική του διακυβέρνηση. Αλλού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα. Η αριστερά αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο ως έναν προνομιακό χώρο, προκειμένου να συντηρούνται οι νεομαρξιστικές ιδεοληψίες. Αντιλήψεις που μπορούν να επιβιώσουν μόνο σε συνθήκες τυφλής και ακραίας σύγκρουσης. Το γεγονός αυτό είχε ομολογήσει και ο κ. Γαβρόγλου, λέγοντας κυνικά ότι «το πανεπιστήμιο ως θεσμός εκφράζει μια ‘συγκρουσιακή συνύπαρξη’». Η συγκρουσιακή αυτή συνύπαρξη είναι που επιτρέπει τους προπηλακισμούς και την δράση των εξωπανεπιστημιακών ομάδων, που κανονικοποιεί την ανομία και τους βανδαλισμούς , που νομιμοποιεί μικρές μειοψηφίες να επιβάλουν την άποψη τους με την βία. Η συγκρουσιακή αυτή συνύπαρξη αποτελεί και το κατάλληλο φυτώριο, για να μετεξελιχθούν οι φοιτητοπατέρες των αμφιθεάτρων στα μελλοντικά συνδικαλιστικά και κομματικά στελέχη. Αυτά βέβαια για τους πολλούς, διότι οι εκλεκτικοί της αριστεράς δεν εμπιστεύονται το δημόσιο σχολείο, ούτε σε επίπεδο νηπιαγωγείου, για να στείλουν τα παιδιά τους. Αυτή ήταν και η φιλοσοφία της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής της περιόδου 2015-2019, που εκθεμελίωσε ότι καλό είχε χτιστεί τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν, πράγματι, σαν να έπεφτε ένας «μπαλτάς», μπαλτάς όνομα και πράγμα, και να ισοπέδωνε τα πάντα προς τα κάτω. Και δεν ήταν απλά ότι επανέφερε τους αιώνιους φοιτητές ή ότι υποβάθμισε τα πειραματικά και πρότυπα σχολεία, όσο κυρίως ότι σηματοδότησε το πέρασμα από την αρετή και την διάκριση στην ραστώνη και την ήσσονα προσπάθεια. Εμβληματική εικόνα, η σημαία της εποχής, είναι και η λευκή κόλλα εισαγωγής στα ΑΕΙ. Σε αυτό συνέβαλε, χωρίς αμφιβολία, και η ανωτατοποίηση των ΤΕΙ κατά τρόπο βιαστικό και πρόχειρο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οδηγεί σε πτυχία χωρίς αντίκρισμα! Σε πτυχία χωρίς επαγγελματική κατοχύρωση! Σε πτυχία που γκρεμίζουν τα όνειρα των νέων ανθρώπων! Και αυτή η αυταπάτη πρέπει να τελειώσει!

Αυτό απαιτεί η συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας και των πολιτών, όπως δείχνουν οι πρόσφατες μετρήσεις. Η κοινωνία, πιο ώριμη από ποτέ, αμφισβητεί την αδράνεια! Αμφισβητεί τον λαϊκισμό που μοιράζει εύκολα πτυχία σε όλους. Αμφισβητεί τον λαϊκισμό που ιδρύει παντού πανεπιστημιακά τμήματα, με τροπολογίες στο γόνατο, της τελευταίας στιγμής. Και αξιώνει γενναίες μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις για ένα νέο αναβαθμισμένο και ασφαλές ακαδημαϊκό περιβάλλον γνώσης και ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Μεταρρυθμίσεις, που οδηγούν σε συνειδητές επιλογές ζωής και επιτυχούς σταδιοδρομίας των νέων. Μεταρρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την έγκαιρη ολοκλήρωση των σπουδών και την ευδόκιμη ένταξη στην αγορά εργασίας. Μεταρρυθμίσεις, τέλος, που ενισχύουν την αυτονομία των ιδρυμάτων στην διαδικασία εισαγωγής και αποδοτικής φοίτησης των σπουδαστών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενίσχυση της αυτονομίας των ΑΕΙ, σε συνδυασμό με την ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας αποτελούν τον πυρήνα της υπό συζήτηση νομοθετικής πρωτοβουλίας. Ένα Σ/Ν, που όπως επισήμανε σε άρθρο του και ο καθηγητής Ν.Αλιβιζάτος επιχειρεί να θέσει τέρμα σε μια από τις σημαντικότερες κληρονομιές ενός ζοφερού παρελθόντος, που δηλητηριάζει την πανεπιστημιακή ζωή, και καθηλώνει τα πανεπιστήμια στην μιζέρια και την κακομοιριά. Άλλωστε, κάθε προσπάθεια βελτίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης ενισχύει την ισότητα των ευκαιριών και ωφελεί τους οικονομικά ασθενέστερους, που δεν έχουν πολλές εναλλακτικές. Συνεπώς, τα επιχειρήματα κοινωνικού ρατσισμού ,που ακούστηκαν από την αντιπολίτευση, το μόνο που κάνουν είναι να υποτιμούν τις ικανότητες των νέων, Να προσβάλλουν γενιές και γενιές φτωχών ανθρώπων που κατόρθωσαν να πάρουν το μέλλον στα χέρια τους.»

Καταλήγοντας, ο κ. Ζεμπίλης τόνισε ότι η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας πάντοτε προσέγγιζε τα θέματα της εκπαίδευσης με όρους πολιτικής συναίνεσης και εθνικής στρατηγικής, ταυτιζόμενη με τις δυνάμεις της δημιουργίας και της ευθύνης. Κάλεσε λοιπόν και την σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, στο μπόι μεταρρυθμιστών της αριστεράς, όπως ο Γληνός, ή όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος, που έλεγε ότι «το σχολείο στέκει πάνω από κάθε πρόσκαιρη κομματική διαπάλη». Με αυτά τα λόγια, τέλος, ζήτησε από τον ΣΥΡΙΖΑ να πάψει να στοιχίζεται πίσω από τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης, να χαϊδεύει τους μπαχαλάκηδες και να κλείνει το μάτι στην ανυπακοή, επισημαίνοντας ότι «η ανυπακοή της λούφας και της κοπάνας δεν ανέτρεψε ποτέ την ιστορία. Δεν ανέτρεψε ποτέ τις μεγάλες αλλαγές που απαντούσαν στα αιτήματα των καιρών. Δεν ανέτρεψε ποτέ τις μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από την κοινωνία των πολιτών!»

Σήμερα το πρωί, κατά την διάρκεια της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής του νέου Σ/Ν του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί αργά το βράδυ, ο Βουλευτής, επισήμανε:

«Η εκπαιδευτική πολιτική στον τόπο μας είναι ουσιαστικά η αέναη μάχη ανάμεσα στην μεταρρύθμιση και την αντιμεταρρύθμιση. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους υπήρξαν και οι άβουλοι, οι μοιραίοι, οι λίγοι. Την ιστορία όμως την γράφουν όσοι τολμούν. Όσοι συγκρούονται με κατεστημένες νοοτροπίες και συντεχνίες. Όσοι αναμετριούνται με το αναχρονιστικό μέτωπο του χθες. Αυτή η αντιπαράθεση μεταφέρεται αυτούσια και στις μέρες μας/όπου το ζήτημα των εκπαιδευτικών αλλαγών παραμένει το μεγάλο ζητούμενο.

Ας δούμε τώρα γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά κυριολεξία ,λυσσομανά σε μια ακόμα μάχη οπισθοφυλακής. Τον έπιασε ξαφνικά ο πόνος για την ποιότητα της εκπαίδευσης; Ούτε οι ερυθροί Χμερ στην Καμπότζη δεν στοχοποίησαν την αριστεία στην παιδεία, στο βαθμό που το έπραξε ο ΣΥΡΙΖΑ στην δική του διακυβέρνηση. Αλλού είναι, λοιπόν, το πρόβλημα. Η αριστερά αντιμετωπίζει το Πανεπιστήμιο ως έναν προνομιακό χώρο, προκειμένου να συντηρούνται οι νεομαρξιστικές ιδεοληψίες. Αντιλήψεις που μπορούν να επιβιώσουν μόνο σε συνθήκες τυφλής και ακραίας σύγκρουσης. Το γεγονός αυτό είχε ομολογήσει και ο κ. Γαβρόγλου, λέγοντας κυνικά ότι «το πανεπιστήμιο ως θεσμός εκφράζει μια ‘συγκρουσιακή συνύπαρξη’». Η συγκρουσιακή αυτή συνύπαρξη είναι που επιτρέπει τους προπηλακισμούς και την δράση των εξωπανεπιστημιακών ομάδων, που κανονικοποιεί την ανομία και τους βανδαλισμούς , που νομιμοποιεί μικρές μειοψηφίες να επιβάλουν την άποψη τους με την βία. Η συγκρουσιακή αυτή συνύπαρξη αποτελεί και το κατάλληλο φυτώριο, για να μετεξελιχθούν οι φοιτητοπατέρες των αμφιθεάτρων στα μελλοντικά συνδικαλιστικά και κομματικά στελέχη. Αυτά βέβαια για τους πολλούς, διότι οι εκλεκτικοί της αριστεράς δεν εμπιστεύονται το δημόσιο σχολείο, ούτε σε επίπεδο νηπιαγωγείου, για να στείλουν τα παιδιά τους. Αυτή ήταν και η φιλοσοφία της αντιεκπαιδευτικής πολιτικής της περιόδου 2015-2019, που εκθεμελίωσε ότι καλό είχε χτιστεί τα προηγούμενα χρόνια. Ήταν, πράγματι, σαν να έπεφτε ένας «μπαλτάς», μπαλτάς όνομα και πράγμα, και να ισοπέδωνε τα πάντα προς τα κάτω. Και δεν ήταν απλά ότι επανέφερε τους αιώνιους φοιτητές ή ότι υποβάθμισε τα πειραματικά και πρότυπα σχολεία, όσο κυρίως ότι σηματοδότησε το πέρασμα από την αρετή και την διάκριση στην ραστώνη και την ήσσονα προσπάθεια. Εμβληματική εικόνα, η σημαία της εποχής, είναι και η λευκή κόλλα εισαγωγής στα ΑΕΙ. Σε αυτό συνέβαλε, χωρίς αμφιβολία, και η ανωτατοποίηση των ΤΕΙ κατά τρόπο βιαστικό και πρόχειρο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, οδηγεί σε πτυχία χωρίς αντίκρισμα! Σε πτυχία χωρίς επαγγελματική κατοχύρωση! Σε πτυχία που γκρεμίζουν τα όνειρα των νέων ανθρώπων! Και αυτή η αυταπάτη πρέπει να τελειώσει!

Αυτό απαιτεί η συντριπτική πλειοψηφία της νεολαίας και των πολιτών, όπως δείχνουν οι πρόσφατες μετρήσεις. Η κοινωνία, πιο ώριμη από ποτέ, αμφισβητεί την αδράνεια! Αμφισβητεί τον λαϊκισμό που μοιράζει εύκολα πτυχία σε όλους. Αμφισβητεί τον λαϊκισμό που ιδρύει παντού πανεπιστημιακά τμήματα, με τροπολογίες στο γόνατο, της τελευταίας στιγμής. Και αξιώνει γενναίες μεταρρυθμίσεις. Μεταρρυθμίσεις για ένα νέο αναβαθμισμένο και ασφαλές ακαδημαϊκό περιβάλλον γνώσης και ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Μεταρρυθμίσεις, που οδηγούν σε συνειδητές επιλογές ζωής και επιτυχούς σταδιοδρομίας των νέων. Μεταρρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την έγκαιρη ολοκλήρωση των σπουδών και την ευδόκιμη ένταξη στην αγορά εργασίας. Μεταρρυθμίσεις, τέλος, που ενισχύουν την αυτονομία των ιδρυμάτων στην διαδικασία εισαγωγής και αποδοτικής φοίτησης των σπουδαστών.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενίσχυση της αυτονομίας των ΑΕΙ, σε συνδυασμό με την ελευθερία της επιστήμης, της έρευνας και της διδασκαλίας αποτελούν τον πυρήνα της υπό συζήτηση νομοθετικής πρωτοβουλίας. Ένα Σ/Ν, που όπως επισήμανε σε άρθρο του και ο καθηγητής Ν.Αλιβιζάτος επιχειρεί να θέσει τέρμα σε μια από τις σημαντικότερες κληρονομιές ενός ζοφερού παρελθόντος, που δηλητηριάζει την πανεπιστημιακή ζωή, και καθηλώνει τα πανεπιστήμια στην μιζέρια και την κακομοιριά. Άλλωστε, κάθε προσπάθεια βελτίωσης της δημόσιας εκπαίδευσης ενισχύει την ισότητα των ευκαιριών και ωφελεί τους οικονομικά ασθενέστερους, που δεν έχουν πολλές εναλλακτικές. Συνεπώς, τα επιχειρήματα κοινωνικού ρατσισμού ,που ακούστηκαν από την αντιπολίτευση, το μόνο που κάνουν είναι να υποτιμούν τις ικανότητες των νέων, Να προσβάλλουν γενιές και γενιές φτωχών ανθρώπων που κατόρθωσαν να πάρουν το μέλλον στα χέρια τους.»

Καταλήγοντας, ο κ. Ζεμπίλης τόνισε ότι η παράταξη της Νέας Δημοκρατίας πάντοτε προσέγγιζε τα θέματα της εκπαίδευσης με όρους πολιτικής συναίνεσης και εθνικής στρατηγικής, ταυτιζόμενη με τις δυνάμεις της δημιουργίας και της ευθύνης. Κάλεσε λοιπόν και την σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, στο μπόι μεταρρυθμιστών της αριστεράς, όπως ο Γληνός, ή όπως ο Αλέξανδρος Δελμούζος, που έλεγε ότι «το σχολείο στέκει πάνω από κάθε πρόσκαιρη κομματική διαπάλη». Με αυτά τα λόγια, τέλος, ζήτησε από τον ΣΥΡΙΖΑ να πάψει να στοιχίζεται πίσω από τις δυνάμεις της οπισθοδρόμησης, να χαϊδεύει τους μπαχαλάκηδες και να κλείνει το μάτι στην ανυπακοή, επισημαίνοντας ότι «η ανυπακοή της λούφας και της κοπάνας δεν ανέτρεψε ποτέ την ιστορία. Δεν ανέτρεψε ποτέ τις μεγάλες αλλαγές που απαντούσαν στα αιτήματα των καιρών. Δεν ανέτρεψε ποτέ τις μεταρρυθμίσεις που επιβλήθηκαν από την κοινωνία των πολιτών!»

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δημοφιλή