Γιάννης Οικονόμου: «Βασικό μέλημά μας είναι η προστασία και η θωράκιση των ελληνικών προϊόντων»

Συνέντευξη του υφυπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων στα «ΣΤΕΡΕΑ ΝΕΑ»

«Ο όρος ελληνοποίηση δεν είναι ούτε καινούργιος, ούτε άγνωστος. Πλέον, όμως διαθέτουμε νέες δυναμικές δυνατότητες, μέσω του νόμου που ψηφίστηκε πριν λίγους μήνες και αυστηροποιεί το θεσμικό και νομικό πλαίσιο», επισημαίνει σε συνέντευξή του στα «ΣΤΕΡΕΑ ΝΕΑ» ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Οικονόμου.

Παράλληλα, ο κ. Οικονόμου τονίζει την αναγκαιότητα των συνεταιριστικών αγροτικών σχημάτων και αναφέρεται στα χρόνια αιτήματα των αγροτών, στα οποία περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές των προϊόντων.

Συνέντευξη: Παύλος Σφέτσας

Η νέα ΚΑΠ θέλει τους αγρότες συνεταιρισμένους. Πως θα το καταφέρετε μιας και, εκ του αποτελέσματος, είναι δύσκολο να επιτευχθεί για δεκαετίες τώρα;

Η  φιλοσοφία της ΚΑΠ είναι να προσφέρει στο σύνολο του ευρωπαϊκού αγροτικού κόσμου τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει αναγκών και τάσεων, που θα καθιστούν τον πρωτογενή τομέα σύγχρονο, δυναμικό και βιώσιμο. Οι προτεραιότητες και οι στόχοι μας στο ΥΠΑΑΤ είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με τη φιλοσοφία αυτή. Μεγάλη μας ευθύνη είναι να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία, οικονομικά και θεσμικά, που θα έχουμε στη διάθεσή μας, προκειμένου να δημιουργήσουμε έναν ανταγωνιστικό και ανθεκτικό πρωτογενή τομέα στον τόπο μας.

Ο δρόμος αυτός σίγουρα περνά και μέσα από τους συνεταιρισμούς. Ωστόσο,  η λογική της συνεργατικής κουλτούρας και η φιλοσοφία των συνεταιρισμένων αγροτών δεν έχει βρει πρόσφορο έδαφος στην ελληνική πραγματικότητα του αγροτικού κόσμου. Εν πολλοίς, πρόκειται για ακόμη μία παθογένεια γεμάτη στρεβλώσεις, που κρατούν χρόνια. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν πρέπει να αγνοούμε και πολύ περισσότερο να υποτιμούμε την αντοχή, αλλά και τη δυναμική που έχουν επιδείξει τα τελευταία χρόνια συνεταιριστικές προσπάθειες σε μια σειρά από προϊόντα, που κατακτούν τις αγορές του κόσμου.

Αυτό που χρειάζεται να κατανοήσουμε είναι ότι κάθε επιτυχημένο παραγωγικό πρότυπο παγκοσμίως βασίζεται στη συνεργασία. Είμαι σίγουρος ότι ελάχιστοι γνωρίζουν, πως μερικά από τα πιο διάσημα προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων που εισάγονται στην χώρα μας και έχουν πολύ υψηλές πωλήσεις ανήκουν σε συνεταιριστικές οργανώσεις Ευρωπαίων αγροτών. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, η χώρα μας να ενσωματώσει σταδιακά και στέρεα τη νέα αυτή τάση, με σκοπό το αγροτικό παραγωγικό μοντέλο της να βρίσκεται στο σήμερα και όχι στο χθες με όρους και προϋποθέσεις, που το καθιστούν βιώσιμο και ανταγωνιστικό.

Προφανώς, η ένταξη και η ενίσχυση της συνεργατικής κουλτούρας στη φιλοσοφία του νέου αγρότη δεν πραγματοποιείται με το πάτημα ενός μαγικού κουμπιού. Όπως δεν διαγράφεται και με το πάτημα ενός κουμπιού η ζημιά που έκαναν στις συνεταιριστικές οργανώσεις ο κομματισμός και οι κρατικές παρεμβάσεις. Είναι μία δυναμική διαδικασία, που απαιτεί χρόνο. Οφείλουμε να αναδείξουμε και να προβάλουμε ακόμη περισσότερο τα πετυχημένα παραδείγματα που υπάρχουν και στη χώρα μας. Πρέπει να συνεχίσουμε τις θεσμικές παρεμβάσεις, που οδηγούν στην εξυγίανση των συνεργατικών σχημάτων, όπως είναι ο νόμος που ψηφίσαμε πρόσφατα στην Βουλή με την θεσμοθέτηση της ΕΘΕΑΣ. Χρειάζονται ακόμη περισσότερα κίνητρα που θα οδηγήσουν τους παραγωγούς στην συνεργασία μεταξύ τους. Κίνητρα που θα συνδέονται με την φορολογία, ενδεχομένως την κατανομή κάποιων ενισχύσεων, καθώς επίσης και επενδυτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες τέτοιων συμπράξεων. Όλα αυτά είναι το απαραίτητο βήμα προκειμένου να προχωρήσουμε στο πιο ουσιαστικό. Την καλλιέργεια δηλαδή της κουλτούρας συνεργασίας μέσα από συνεταιριστικά σχήματα και ομάδες παραγωγών. Την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων σε οικονομίες κλίμακας, στην διαπραγματευτική ικανότητα και στη δυναμική ανάπτυξης που μπορούν να δώσουν τα σχήματα αυτά στα μέλη τους και στις τοπικές κοινωνίες.

Στα χρόνια αιτήματα των αγροτών περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές των προϊόντων. Πως μπορεί επιτέλους να λυθούν αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν;

Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, τα ζητήματα της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης υψηλού κόστους παραγωγής και χαμηλών τιμών προϊόντων δεν είναι ένα νέο ζήτημα. Οι ρίζες του προβλήματος είναι πολύ βαθύτερες και σχετίζονται με τις χρόνιες παθογένειες και στρεβλώσεις της ελληνικής γεωργίας.

Θα σας πως μόνο ένα στοιχείο, που φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος. Παρά τον πακτωλό δισεκατομμυρίων από την ΕΕ που έχουν διοχετευτεί στον πρωτογενή τομέα, η συνολική παραγωγικότητα του έχει παραμείνει αμετάβλητη τα τελευταία 15 χρόνια, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά 10%.

Στα συστατικά χαρακτηριστικά αυτής της πραγματικότητας συναντά κανείς την υψηλή αποεπένδυση, τη χαμηλή ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτομίας, την αναιμική έως ανύπαρκτη εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων, κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων, παραγωγής υβριδίων, την απουσία σταθερού και καταρτισμένου δυναμικού εργατών γης. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια και πριν τις αλλαγές που έκανε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η υψηλή φορολογία και το ασφαλιστικό κόστος επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Τέλος, το κόστος παραγωγής επιβαρύνεται τρομακτικά από το γεγονός ότι οι υποδομές άρδευσης είναι απαρχαιωμένες και αναποτελεσματικές.

Οι συνιστώσες του υψηλού κόστους παραγωγής προδιαγράφουν και το πλαίσιο των παρεμβάσεων μας. Έχουμε στα χέρια μας μία σειρά από νέους πόρους που προέρχονται από χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΠΑΑ, αλλά και την πολιτική βούληση που μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε τομές και μεταρρυθμίσεις, που θα μειώσουν το κόστος παραγωγής, αυξάνοντας το τελικό εισόδημα που μπαίνει στο πορτοφόλι κάθε αγρότη.

Κάθε πολιτική και πρόγραμμα που εφαρμόζουμε παρουσιάζει μία σειρά από αλλαγές και προωθεί μία σειρά από μεταρρυθμίσεις ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Στόχος είναι να προκηρύξουμε μέτρα που θα χρηματοδοτούν επενδύσεις σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις , θα διευκολύνουν την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, θα μειώνουν το ενεργειακό κόστος. Μέσα του μέτρου των γεωργικών συμβούλων εξασφαλίζουμε την δωρεάν πρόσβαση των αγροτών σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παροχής γεωργικών συμβουλών, ενώ χρηματοδοτούμε με ένα πολύ μεγάλο ποσό την εγκατάσταση νέων αγροτών και κτηνοτρόφων στην ελληνική ύπαιθρο. Ταυτόχρονα, επιταχύνουμε την ολοκλήρωση και τη δημοπράτηση αρδευτικών έργων, που ήταν για χρόνια βαλτωμένα και αξιοποιώντας τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδιάζουμε εκτεταμένες παρεμβάσεις σε εγγιοβελτιωτικές υποδομές στις περισσότερες περιφέρειες της χώρας

Απαντάμε σε κάθε στρέβλωση εισάγοντας μία αλλαγή, που δύναται να αυξήσει τα πολλαπλασιαστικά οφέλη και την προστιθέμενη αξία, τόσο συνολικά για τον πρωτογενή τομέα, όσο και για τον κάθε αγρότη ξεχωριστά.

Πρόσφατα ο υπουργός επισήμανε την ανάγκη διαφοροποίησης του εθνικού παραγωγικού μοντέλου, που θα στηρίζεται στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα μέσω της ορθής και βιώσιμης αξιοποίησης των φυσικών πόρων. Πως θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο, μιας και πάντα στην Ελλάδα η πράξη διαφέρει από τη θεωρία;

Βασικό μέλημά μας είναι η προστασία και η θωράκιση των ελληνικών προϊόντων, αντιμετωπίζοντας το θέμα στην ολότητα του και όχι μόνο στην περίπτωση των εισαγόμενων από τρίτες χώρες προϊόντα.

Ο όρος ελληνοποίηση δεν είναι ούτε καινούργιος, ούτε άγνωστος. Πλέον, όμως διαθέτουμε νέες δυναμικές δυνατότητες, μέσω του νόμου που ψηφίστηκε πριν λίγους μήνες και αυστηροποιεί το θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Η προσθήκη δηλαδή του όρου «ελληνοποίηση» ως παράνομη εμπορική πρακτική στο θεσμικό μας οπλοστάσιο, επιτρέπει να επιβάλλουμε σκληρές και ουσιαστικές κυρώσεις.

Παράλληλα, προχωράμε και σε άλλα ουσιαστικά βήματα, όπως η αναδιοργάνωση του ελεγκτικού μηχανισμού, η απάλειψη αλληλοεπικαλύψεων, η χρήση νέων τεχνολογιών ιχνηλασιμότητας, η ενιαιοποίηση και διαλειτουργικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και συστημάτων, ενώ ως προς την ανίχνευση υπολειμμάτων γεωργικών φαρμάκων, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία των καταναλωτών και να αναδειχθεί η αξία των ελληνικών γίνονται κάθε χρόνο έλεγχοι, τακτικοί και έκτακτοι.

Προσανατολισμένοι πλήρως στην κατεύθυνση της προστασίας του καταναλωτή, προσπαθούμε και με μια σειρά από άλλες δράσεις, πάντα στοιχιζόμενοι πίσω από την νέα ΚΑΠ που έχει έντονο φιλοπεριβαλλοντικό αποτύπωμα. Παράλληλα ενθαρρύνουμε πρακτικές παραγωγής που αναζητούν και επιλέγουν οι καταναλωτές, όπως τα βιολογικά ή τα ελεύθερα άνθρακα προϊόντα.

Κατάγεστε απ’ τη Φθιώτιδα και θα ήθελα να μας ενημερώσετε αν προχωρά η υλοποίηση της ιδέας για μετατροπή της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας, η οποία βρίσκεται σε μαρασμό, σε Φάρμα Καινοτομίας.

Η Πανελλήνια Έκθεση Λαμίας βρίσκεται σε έκταση 167.000 τ.μ. η οποία περιλαμβάνει τρεις στεγασμένους εκθεσιακούς χώρους 2.700 τ.μ. Από το 1967, όπου ξεκίνησε η τότε γεωργική έκθεση Λαμίας, αποτέλεσε τοπόσημο τόσο για την Φθιώτιδα, όσο και για τη Στερεά Ελλάδα, ενισχύοντας τον κομβικό ρόλο της πόλης της Λαμίας, καθώς και την εμπορική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η ΠΕΛ έχει σταματήσει τη λειτουργία της και οι στεγασμένες εγκαταστάσεις της κυριολεκτικά ρημάζουν, ενώ σύμφωνα με πραγματογνωμοσύνη του ΤΕΕ είναι ακατάλληλες για κάθε χρήση.

Μετά από πέντε χρόνια μαρασμού και παρακμής χρειάζεται άμεσα να αναλάβουμε όλοι μας δράση, αλλά και τις ευθύνες μας σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι με την ΠΕΛ. Προσωπικά, θεωρώντας πως οι εκθέσεις αποτελούν πρακτική προηγούμενων δεκαετιών, που δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και τη μετάβαση του θεσμού στη νέα εποχή πρότεινα ανοιχτά να συνδράμουμε, ώστε η ΠΕΛ να μετατραπεί σε Φάρμα Καινοτομίας.

Η νέα ΠΕΛ θα πάρει τη σκυτάλη από την παλιά για να δημιουργήσει κάτι σύγχρονο, πρωτότυπο και καινοτόμο. Για να φέρει το μέλλον στη Λαμία σήμερα ή καλύτερα για να δημιουργούνται οι βάσεις για το μέλλον στη Λαμία. Η αξιοποίηση της ΠΕΛ, ενός σημαντικού αναπτυξιακού συντελεστή, θα δώσει νέα πνοή στην περιοχή μας.

Η Καινοτομία πρέπει να είναι ο σημαντικότερος πυλώνας της νέας ΠΕΛ, με ιδιαίτερη έμφαση στην γεωργία και τις συνδεδεμένες με αυτή πρακτικές, μεθόδους, τεχνολογίες και λογισμικά. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα, όχι όμως και ακατόρθωτο. Αν τα καταφέρουμε, όμως, θα μιλάμε ουσιαστικά για τον μοναδικό κόμβο καινοτομίας με έμφαση τον αγροδιατροφικό τομέα στη χώρα και μάλιστα στην καρδιά της Ελλάδας.

Προσωπικά χαίρομαι που η πρόταση χαίρει της αναγνώρισης και κυρίως της στήριξης μεγάλου μέρους των συμπολιτών μας. Ενδεχομένως στο τραπέζι να υπάρχουν και άλλες ιδέες για την σωστή αξιοποίηση της ΠΕΛ. Κάποια μικρά βήματα προς την κατεύθυνση ξεκαθαρίσματος του σαθρού πλαισίου που διαμορφώθηκε σε ό,τι αφορά το νέο θεσμικό πλαίσιο έχουν γίνει. Δυστυχώς, η πανδημία δεν έχει επιτρέψει ούτε στην κυβέρνηση και πολύ περισσότερο ούτε στους νέους «ιδιοκτήτες» της ΠΕΛ να αναλάβουν πιο συγκεκριμένες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες. Σε ό,τι με αφορά θα συνεχίζω να προωθώ την πρόταση που έχω καταθέσει στον δημόσιο διάλογο και σε κάθε περίπτωση να ενδιαφέρομαι για την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων της ΠΕΛ, ευελπιστώντας σύντομα να έχουμε καλά νέα.

* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο φύλλο του Σαββάτου 27 Απριλίου 2020.

«Ο όρος ελληνοποίηση δεν είναι ούτε καινούργιος, ούτε άγνωστος. Πλέον, όμως διαθέτουμε νέες δυναμικές δυνατότητες, μέσω του νόμου που ψηφίστηκε πριν λίγους μήνες και αυστηροποιεί το θεσμικό και νομικό πλαίσιο», επισημαίνει σε συνέντευξή του στα «ΣΤΕΡΕΑ ΝΕΑ» ο υφυπουργός Ανάπτυξης και Τροφίμων, Γιάννης Οικονόμου.

Παράλληλα, ο κ. Οικονόμου τονίζει την αναγκαιότητα των συνεταιριστικών αγροτικών σχημάτων και αναφέρεται στα χρόνια αιτήματα των αγροτών, στα οποία περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές των προϊόντων.

Συνέντευξη: Παύλος Σφέτσας

Η νέα ΚΑΠ θέλει τους αγρότες συνεταιρισμένους. Πως θα το καταφέρετε μιας και, εκ του αποτελέσματος, είναι δύσκολο να επιτευχθεί για δεκαετίες τώρα;

Η  φιλοσοφία της ΚΑΠ είναι να προσφέρει στο σύνολο του ευρωπαϊκού αγροτικού κόσμου τις κατευθυντήριες γραμμές βάσει αναγκών και τάσεων, που θα καθιστούν τον πρωτογενή τομέα σύγχρονο, δυναμικό και βιώσιμο. Οι προτεραιότητες και οι στόχοι μας στο ΥΠΑΑΤ είναι απόλυτα εναρμονισμένοι με τη φιλοσοφία αυτή. Μεγάλη μας ευθύνη είναι να αξιοποιήσουμε τα εργαλεία, οικονομικά και θεσμικά, που θα έχουμε στη διάθεσή μας, προκειμένου να δημιουργήσουμε έναν ανταγωνιστικό και ανθεκτικό πρωτογενή τομέα στον τόπο μας.

Ο δρόμος αυτός σίγουρα περνά και μέσα από τους συνεταιρισμούς. Ωστόσο,  η λογική της συνεργατικής κουλτούρας και η φιλοσοφία των συνεταιρισμένων αγροτών δεν έχει βρει πρόσφορο έδαφος στην ελληνική πραγματικότητα του αγροτικού κόσμου. Εν πολλοίς, πρόκειται για ακόμη μία παθογένεια γεμάτη στρεβλώσεις, που κρατούν χρόνια. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν πρέπει να αγνοούμε και πολύ περισσότερο να υποτιμούμε την αντοχή, αλλά και τη δυναμική που έχουν επιδείξει τα τελευταία χρόνια συνεταιριστικές προσπάθειες σε μια σειρά από προϊόντα, που κατακτούν τις αγορές του κόσμου.

Αυτό που χρειάζεται να κατανοήσουμε είναι ότι κάθε επιτυχημένο παραγωγικό πρότυπο παγκοσμίως βασίζεται στη συνεργασία. Είμαι σίγουρος ότι ελάχιστοι γνωρίζουν, πως μερικά από τα πιο διάσημα προϊόντα της βιομηχανίας τροφίμων που εισάγονται στην χώρα μας και έχουν πολύ υψηλές πωλήσεις ανήκουν σε συνεταιριστικές οργανώσεις Ευρωπαίων αγροτών. Ήρθε η ώρα, λοιπόν, η χώρα μας να ενσωματώσει σταδιακά και στέρεα τη νέα αυτή τάση, με σκοπό το αγροτικό παραγωγικό μοντέλο της να βρίσκεται στο σήμερα και όχι στο χθες με όρους και προϋποθέσεις, που το καθιστούν βιώσιμο και ανταγωνιστικό.

Προφανώς, η ένταξη και η ενίσχυση της συνεργατικής κουλτούρας στη φιλοσοφία του νέου αγρότη δεν πραγματοποιείται με το πάτημα ενός μαγικού κουμπιού. Όπως δεν διαγράφεται και με το πάτημα ενός κουμπιού η ζημιά που έκαναν στις συνεταιριστικές οργανώσεις ο κομματισμός και οι κρατικές παρεμβάσεις. Είναι μία δυναμική διαδικασία, που απαιτεί χρόνο. Οφείλουμε να αναδείξουμε και να προβάλουμε ακόμη περισσότερο τα πετυχημένα παραδείγματα που υπάρχουν και στη χώρα μας. Πρέπει να συνεχίσουμε τις θεσμικές παρεμβάσεις, που οδηγούν στην εξυγίανση των συνεργατικών σχημάτων, όπως είναι ο νόμος που ψηφίσαμε πρόσφατα στην Βουλή με την θεσμοθέτηση της ΕΘΕΑΣ. Χρειάζονται ακόμη περισσότερα κίνητρα που θα οδηγήσουν τους παραγωγούς στην συνεργασία μεταξύ τους. Κίνητρα που θα συνδέονται με την φορολογία, ενδεχομένως την κατανομή κάποιων ενισχύσεων, καθώς επίσης και επενδυτικά προγράμματα προσαρμοσμένα στις ανάγκες τέτοιων συμπράξεων. Όλα αυτά είναι το απαραίτητο βήμα προκειμένου να προχωρήσουμε στο πιο ουσιαστικό. Την καλλιέργεια δηλαδή της κουλτούρας συνεργασίας μέσα από συνεταιριστικά σχήματα και ομάδες παραγωγών. Την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων σε οικονομίες κλίμακας, στην διαπραγματευτική ικανότητα και στη δυναμική ανάπτυξης που μπορούν να δώσουν τα σχήματα αυτά στα μέλη τους και στις τοπικές κοινωνίες.

Στα χρόνια αιτήματα των αγροτών περιλαμβάνονται το υψηλό κόστος παραγωγής και οι χαμηλές τιμές των προϊόντων. Πως μπορεί επιτέλους να λυθούν αυτά τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν;

Για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, τα ζητήματα της αντιστρόφως ανάλογης σχέσης υψηλού κόστους παραγωγής και χαμηλών τιμών προϊόντων δεν είναι ένα νέο ζήτημα. Οι ρίζες του προβλήματος είναι πολύ βαθύτερες και σχετίζονται με τις χρόνιες παθογένειες και στρεβλώσεις της ελληνικής γεωργίας.

Θα σας πως μόνο ένα στοιχείο, που φανερώνει το μέγεθος του προβλήματος. Παρά τον πακτωλό δισεκατομμυρίων από την ΕΕ που έχουν διοχετευτεί στον πρωτογενή τομέα, η συνολική παραγωγικότητα του έχει παραμείνει αμετάβλητη τα τελευταία 15 χρόνια, την ώρα που στην υπόλοιπη Ευρώπη έχει αυξηθεί κατά 10%.

Στα συστατικά χαρακτηριστικά αυτής της πραγματικότητας συναντά κανείς την υψηλή αποεπένδυση, τη χαμηλή ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών και καινοτομίας, την αναιμική έως ανύπαρκτη εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων, κατασκευής γεωργικών μηχανημάτων, παραγωγής υβριδίων, την απουσία σταθερού και καταρτισμένου δυναμικού εργατών γης. Ειδικότερα τα τελευταία χρόνια και πριν τις αλλαγές που έκανε η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η υψηλή φορολογία και το ασφαλιστικό κόστος επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Τέλος, το κόστος παραγωγής επιβαρύνεται τρομακτικά από το γεγονός ότι οι υποδομές άρδευσης είναι απαρχαιωμένες και αναποτελεσματικές.

Οι συνιστώσες του υψηλού κόστους παραγωγής προδιαγράφουν και το πλαίσιο των παρεμβάσεων μας. Έχουμε στα χέρια μας μία σειρά από νέους πόρους που προέρχονται από χρηματοδοτικά εργαλεία, όπως το Ταμείο Ανάκαμψης και το νέο ΠΑΑ, αλλά και την πολιτική βούληση που μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε σε τομές και μεταρρυθμίσεις, που θα μειώσουν το κόστος παραγωγής, αυξάνοντας το τελικό εισόδημα που μπαίνει στο πορτοφόλι κάθε αγρότη.

Κάθε πολιτική και πρόγραμμα που εφαρμόζουμε παρουσιάζει μία σειρά από αλλαγές και προωθεί μία σειρά από μεταρρυθμίσεις ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση. Στόχος είναι να προκηρύξουμε μέτρα που θα χρηματοδοτούν επενδύσεις σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις , θα διευκολύνουν την πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, θα μειώνουν το ενεργειακό κόστος. Μέσα του μέτρου των γεωργικών συμβούλων εξασφαλίζουμε την δωρεάν πρόσβαση των αγροτών σε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα παροχής γεωργικών συμβουλών, ενώ χρηματοδοτούμε με ένα πολύ μεγάλο ποσό την εγκατάσταση νέων αγροτών και κτηνοτρόφων στην ελληνική ύπαιθρο. Ταυτόχρονα, επιταχύνουμε την ολοκλήρωση και τη δημοπράτηση αρδευτικών έργων, που ήταν για χρόνια βαλτωμένα και αξιοποιώντας τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδιάζουμε εκτεταμένες παρεμβάσεις σε εγγιοβελτιωτικές υποδομές στις περισσότερες περιφέρειες της χώρας

Απαντάμε σε κάθε στρέβλωση εισάγοντας μία αλλαγή, που δύναται να αυξήσει τα πολλαπλασιαστικά οφέλη και την προστιθέμενη αξία, τόσο συνολικά για τον πρωτογενή τομέα, όσο και για τον κάθε αγρότη ξεχωριστά.

Πρόσφατα ο υπουργός επισήμανε την ανάγκη διαφοροποίησης του εθνικού παραγωγικού μοντέλου, που θα στηρίζεται στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα μέσω της ορθής και βιώσιμης αξιοποίησης των φυσικών πόρων. Πως θα επιτευχθεί κάτι τέτοιο, μιας και πάντα στην Ελλάδα η πράξη διαφέρει από τη θεωρία;

Βασικό μέλημά μας είναι η προστασία και η θωράκιση των ελληνικών προϊόντων, αντιμετωπίζοντας το θέμα στην ολότητα του και όχι μόνο στην περίπτωση των εισαγόμενων από τρίτες χώρες προϊόντα.

Ο όρος ελληνοποίηση δεν είναι ούτε καινούργιος, ούτε άγνωστος. Πλέον, όμως διαθέτουμε νέες δυναμικές δυνατότητες, μέσω του νόμου που ψηφίστηκε πριν λίγους μήνες και αυστηροποιεί το θεσμικό και νομικό πλαίσιο. Η προσθήκη δηλαδή του όρου «ελληνοποίηση» ως παράνομη εμπορική πρακτική στο θεσμικό μας οπλοστάσιο, επιτρέπει να επιβάλλουμε σκληρές και ουσιαστικές κυρώσεις.

Παράλληλα, προχωράμε και σε άλλα ουσιαστικά βήματα, όπως η αναδιοργάνωση του ελεγκτικού μηχανισμού, η απάλειψη αλληλοεπικαλύψεων, η χρήση νέων τεχνολογιών ιχνηλασιμότητας, η ενιαιοποίηση και διαλειτουργικότητα των ελεγκτικών μηχανισμών και συστημάτων, ενώ ως προς την ανίχνευση υπολειμμάτων γεωργικών φαρμάκων, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία των καταναλωτών και να αναδειχθεί η αξία των ελληνικών γίνονται κάθε χρόνο έλεγχοι, τακτικοί και έκτακτοι.

Προσανατολισμένοι πλήρως στην κατεύθυνση της προστασίας του καταναλωτή, προσπαθούμε και με μια σειρά από άλλες δράσεις, πάντα στοιχιζόμενοι πίσω από την νέα ΚΑΠ που έχει έντονο φιλοπεριβαλλοντικό αποτύπωμα. Παράλληλα ενθαρρύνουμε πρακτικές παραγωγής που αναζητούν και επιλέγουν οι καταναλωτές, όπως τα βιολογικά ή τα ελεύθερα άνθρακα προϊόντα.

Κατάγεστε απ’ τη Φθιώτιδα και θα ήθελα να μας ενημερώσετε αν προχωρά η υλοποίηση της ιδέας για μετατροπή της Πανελλήνιας Έκθεσης Λαμίας, η οποία βρίσκεται σε μαρασμό, σε Φάρμα Καινοτομίας.

Η Πανελλήνια Έκθεση Λαμίας βρίσκεται σε έκταση 167.000 τ.μ. η οποία περιλαμβάνει τρεις στεγασμένους εκθεσιακούς χώρους 2.700 τ.μ. Από το 1967, όπου ξεκίνησε η τότε γεωργική έκθεση Λαμίας, αποτέλεσε τοπόσημο τόσο για την Φθιώτιδα, όσο και για τη Στερεά Ελλάδα, ενισχύοντας τον κομβικό ρόλο της πόλης της Λαμίας, καθώς και την εμπορική δραστηριότητα της ευρύτερης περιοχής.

Τα τελευταία πέντε χρόνια η ΠΕΛ έχει σταματήσει τη λειτουργία της και οι στεγασμένες εγκαταστάσεις της κυριολεκτικά ρημάζουν, ενώ σύμφωνα με πραγματογνωμοσύνη του ΤΕΕ είναι ακατάλληλες για κάθε χρήση.

Μετά από πέντε χρόνια μαρασμού και παρακμής χρειάζεται άμεσα να αναλάβουμε όλοι μας δράση, αλλά και τις ευθύνες μας σχετικά με το τι μέλλει γενέσθαι με την ΠΕΛ. Προσωπικά, θεωρώντας πως οι εκθέσεις αποτελούν πρακτική προηγούμενων δεκαετιών, που δεν εξασφαλίζουν τη βιωσιμότητα και τη μετάβαση του θεσμού στη νέα εποχή πρότεινα ανοιχτά να συνδράμουμε, ώστε η ΠΕΛ να μετατραπεί σε Φάρμα Καινοτομίας.

Η νέα ΠΕΛ θα πάρει τη σκυτάλη από την παλιά για να δημιουργήσει κάτι σύγχρονο, πρωτότυπο και καινοτόμο. Για να φέρει το μέλλον στη Λαμία σήμερα ή καλύτερα για να δημιουργούνται οι βάσεις για το μέλλον στη Λαμία. Η αξιοποίηση της ΠΕΛ, ενός σημαντικού αναπτυξιακού συντελεστή, θα δώσει νέα πνοή στην περιοχή μας.

Η Καινοτομία πρέπει να είναι ο σημαντικότερος πυλώνας της νέας ΠΕΛ, με ιδιαίτερη έμφαση στην γεωργία και τις συνδεδεμένες με αυτή πρακτικές, μεθόδους, τεχνολογίες και λογισμικά. Πρόκειται για ένα δύσκολο εγχείρημα, όχι όμως και ακατόρθωτο. Αν τα καταφέρουμε, όμως, θα μιλάμε ουσιαστικά για τον μοναδικό κόμβο καινοτομίας με έμφαση τον αγροδιατροφικό τομέα στη χώρα και μάλιστα στην καρδιά της Ελλάδας.

Προσωπικά χαίρομαι που η πρόταση χαίρει της αναγνώρισης και κυρίως της στήριξης μεγάλου μέρους των συμπολιτών μας. Ενδεχομένως στο τραπέζι να υπάρχουν και άλλες ιδέες για την σωστή αξιοποίηση της ΠΕΛ. Κάποια μικρά βήματα προς την κατεύθυνση ξεκαθαρίσματος του σαθρού πλαισίου που διαμορφώθηκε σε ό,τι αφορά το νέο θεσμικό πλαίσιο έχουν γίνει. Δυστυχώς, η πανδημία δεν έχει επιτρέψει ούτε στην κυβέρνηση και πολύ περισσότερο ούτε στους νέους «ιδιοκτήτες» της ΠΕΛ να αναλάβουν πιο συγκεκριμένες και ουσιαστικές πρωτοβουλίες. Σε ό,τι με αφορά θα συνεχίζω να προωθώ την πρόταση που έχω καταθέσει στον δημόσιο διάλογο και σε κάθε περίπτωση να ενδιαφέρομαι για την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων της ΠΕΛ, ευελπιστώντας σύντομα να έχουμε καλά νέα.

* Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο φύλλο του Σαββάτου 27 Απριλίου 2020.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *