Ο αριθμός των καπνιστών έχει φτάσει σε ιστορικά υψηλό 1,1 δισ.

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Το κάπνισμα σκότωσε σχεδόν οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους το 2019 και ο αριθμός των καπνιστών αυξήθηκε καθώς τη βλαβερή συνήθεια υιοθέτησαν νέοι άνθρωποι ανά τον κόσμο, σύμφωνα με μια νέα έρευνα που δημοσίευσε χθες η επιστημονική επιθεώρηση Lancet.

Η έρευνα αναφέρει ότι οι προσπάθειες καταπολέμησης του καπνίσματος ξεπεράστηκαν από την αύξηση του πληθυσμού με 150 εκατομμύρια περισσότερους ανθρώπους να καπνίζουν τα εννέα χρόνια από το 1990 φτάνοντας σε ένα ιστορικά υψηλό 1,1 δισεκατομμυρίου καπνιστών.

Οι συγγραφείς της έρευνας υποστηρίζουν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στη μείωση του καπνίσματος μεταξύ των νέων ανθρώπων καθώς το 89% των νέων καπνιστών εθίζονται από την ηλικία των 25, αλλά σε μεγαλύτερες ηλικίες δύσκολα ξεκινάει κάποιος το κάπνισμα.

Παρ΄ ότι το κάπνισμα έχει μειωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, αυξήθηκε για τους άνδρες σε 20 χώρες και για τις γυναίκες σε 12.

Μόλις 10 χώρες συνθέτουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού καπνιστών: η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, το Μπανγκλαντές, η Ιαπωνία, η Τουρκία, το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες.

Ένας στους τρεις καπνιστές (341 εκατομμύρια) ζει στην Κίνα.

Το 2019 το κάπνισμα συνδέθηκε με 1,7 εκατομμύριο θανάτους από ισχαιμικό καρδιακό επεισόδιο, 1,6 εκατομμύριο θανάτους από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), 1,3 εκατομμύριο από καρκίνο του πνεύμονα και σχεδόν ένα εκατομμύριο από εγκεφαλικό.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τουλάχιστον οι μισοί από τους μακροχρόνιους καπνιστές θα πεθάνουν από αιτίες που συνδέονται άμεσα με το κάπνισμα και ότι οι καπνιστές έχουν ένα προσδόκιμο ζωής κατά μέσο όρο δέκα χρόνια μικρότερο σε σχέση με εκείνους που δεν έχουν καπνίσει ποτέ.

Η έρευνα εξέτασε τις τάσεις σε 204 χώρες και εκπονήθηκε από μια κοινοπραξία επιστημόνων (Global Burden of Disease) που μελετά ζητήματα υγείας τα οποία οδηγούν στον θάνατο και σε αναπηρίες.

Σύμφωνα με αυτή, οι μισές από όλες τις χώρες δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο στη διακοπή του καπνίσματος στην ηλικία 15-24 και ο μέσος όρος που ξεκινάει κάποιος να καπνίζει είναι τα 19, όταν είναι νόμιμο στις περισσότερες χώρες.

Παρ΄ ότι 182 χώρες υπέγραψαν το 2005 μια συνθήκη για τον έλεγχο του καπνίσματος, η επιβολή της πολιτικής για τη μείωση του καπνίσματος διαφέρει.

Οι ερευνητές λένε ότι η φορολόγηση είναι η πιο αποτελεσματική πολιτική, αλλά υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο υψηλό κόστος ενός πακέτου τσιγάρα στις ανεπτυγμένες χώρες και σημαντικά χαμηλότερο κόστος στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Το κάπνισμα σκότωσε σχεδόν οκτώ εκατομμύρια ανθρώπους το 2019 και ο αριθμός των καπνιστών αυξήθηκε καθώς τη βλαβερή συνήθεια υιοθέτησαν νέοι άνθρωποι ανά τον κόσμο, σύμφωνα με μια νέα έρευνα που δημοσίευσε χθες η επιστημονική επιθεώρηση Lancet.

Η έρευνα αναφέρει ότι οι προσπάθειες καταπολέμησης του καπνίσματος ξεπεράστηκαν από την αύξηση του πληθυσμού με 150 εκατομμύρια περισσότερους ανθρώπους να καπνίζουν τα εννέα χρόνια από το 1990 φτάνοντας σε ένα ιστορικά υψηλό 1,1 δισεκατομμυρίου καπνιστών.

Οι συγγραφείς της έρευνας υποστηρίζουν ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επικεντρωθούν στη μείωση του καπνίσματος μεταξύ των νέων ανθρώπων καθώς το 89% των νέων καπνιστών εθίζονται από την ηλικία των 25, αλλά σε μεγαλύτερες ηλικίες δύσκολα ξεκινάει κάποιος το κάπνισμα.

Παρ΄ ότι το κάπνισμα έχει μειωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, αυξήθηκε για τους άνδρες σε 20 χώρες και για τις γυναίκες σε 12.

Μόλις 10 χώρες συνθέτουν τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού καπνιστών: η Κίνα, η Ινδία, η Ινδονησία, οι ΗΠΑ, η Ρωσία, το Μπανγκλαντές, η Ιαπωνία, η Τουρκία, το Βιετνάμ και οι Φιλιππίνες.

Ένας στους τρεις καπνιστές (341 εκατομμύρια) ζει στην Κίνα.

Το 2019 το κάπνισμα συνδέθηκε με 1,7 εκατομμύριο θανάτους από ισχαιμικό καρδιακό επεισόδιο, 1,6 εκατομμύριο θανάτους από χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), 1,3 εκατομμύριο από καρκίνο του πνεύμονα και σχεδόν ένα εκατομμύριο από εγκεφαλικό.

Προηγούμενες έρευνες είχαν δείξει ότι τουλάχιστον οι μισοί από τους μακροχρόνιους καπνιστές θα πεθάνουν από αιτίες που συνδέονται άμεσα με το κάπνισμα και ότι οι καπνιστές έχουν ένα προσδόκιμο ζωής κατά μέσο όρο δέκα χρόνια μικρότερο σε σχέση με εκείνους που δεν έχουν καπνίσει ποτέ.

Η έρευνα εξέτασε τις τάσεις σε 204 χώρες και εκπονήθηκε από μια κοινοπραξία επιστημόνων (Global Burden of Disease) που μελετά ζητήματα υγείας τα οποία οδηγούν στον θάνατο και σε αναπηρίες.

Σύμφωνα με αυτή, οι μισές από όλες τις χώρες δεν έχουν σημειώσει καμία πρόοδο στη διακοπή του καπνίσματος στην ηλικία 15-24 και ο μέσος όρος που ξεκινάει κάποιος να καπνίζει είναι τα 19, όταν είναι νόμιμο στις περισσότερες χώρες.

Παρ΄ ότι 182 χώρες υπέγραψαν το 2005 μια συνθήκη για τον έλεγχο του καπνίσματος, η επιβολή της πολιτικής για τη μείωση του καπνίσματος διαφέρει.

Οι ερευνητές λένε ότι η φορολόγηση είναι η πιο αποτελεσματική πολιτική, αλλά υπάρχει σημαντική διαφορά ανάμεσα στο υψηλό κόστος ενός πακέτου τσιγάρα στις ανεπτυγμένες χώρες και σημαντικά χαμηλότερο κόστος στις χώρες χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ