Γράφει ο Χονδρός Βασίλειος

Την Παρασκευή 11 Ιουνίου στις δέκα το βράδυ, έστω και με καθυστέρηση ενός έτους λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού,  θα γίνει η πρώτη σέντρα για το EURO 2020, ξεκινώντας ακόμη ένα μακρύ και μαγευτικό ποδοσφαιρικό ταξίδι. Μπορεί η υγειονομική κρίση να έχει δυσκολέψει τις συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων, όμως οι λιγοστοί (βάση των μέχρι προ πανδημίας δεδομένων) φίλαθλοι που θα βρεθούν στα ευρωπαϊκά γήπεδα, είναι σίγουρο πως θα δώσουν πνοή και ώθηση στις ομάδες, με φόντο την κορυφή της Ευρώπης.

Οι 24 καλύτερες εθνικές ομάδες της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, θα μονομαχήσουν για μία ακόμη ευρωπαϊκή διάκριση, σε μία διοργάνωση που όλα αυτά τα χρόνια έχει αποδείξει, πως δεν κατακτούν το τρόπαιο τα φαβορί! Αντιθέτως, έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλα θαύματα, όπως αυτό της Δανίας το μακρινό 1992, ή το πιο πρόσφατο, της Εθνικής Ελλάδος το 2004.

Τα τρία μεγάλα φαβορί !

Όπως κάθε φορά, σε όλες τις διοργανώσεις, έτσι και τώρα, υπάρχουν κάποια αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα, τα οποία ξεχωρίζουν για την δυναμική τους, έχοντας λάβει το χρίσμα των φαβορί.

Η αλήθεια είναι πως στην φετινή διοργάνωση υπάρχει μία ομάδα που φέρει τον τίτλο του φαβορί, όντας και Παγκόσμια πρωταθλήτρια και αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την Γαλλία. Η ομάδα του Ντιντιέ Ντεσάν, έχοντας προ τριετίας κατακτήσει την κορυφή του κόσμου, έρχεται με «φόρα» και ίσως με περισσότερη δυναμική συγκριτικά με το 2018, να κατακτήσει και αυτή της Ευρώπης. Μιλάμε εξάλλου για ένα σύνολο, το οποίο δεν έχει κενό σε καμία θέση του γηπέδου, κάθε άλλο, έχει πληθώρα επιλογών από την «κορυφή», έως τα «νύχια». Η προσθήκη του Μπενζεμά ήρθε να ολοκληρώσει το «παζλ», όντας το γρανάζι που έλειπε από μία ήδη καλοκουρδισμένη μηχανή, μεγαλώνοντας σε τέτοιο βαθμό την δυναμική της γαλλικής ομάδας, κάνοντας την φόβητρο για κάθε αντίπαλο.

Η παρέα του Μπαπέ, Μπενζεμά, Καντέ, Πογκμπά, Γκριεζμάν και των υπόλοιπων αστέρων, βρίσκεται σε έναν όμιλο «φωτιά», έχοντας να αντιμετωπίσει τους κατόχους του τίτλου Πορτογάλους, τους πάντα σκληροτράχηλους και μέσα στα φαβορί, Γερμανούς και τους Ούγγρους. Ο 6ος όμιλος, ο οποίος θα έχει στραμμένα πάνω του όλα τα βλέμματα, αναμένεται να μας χαρίσει τιτανομαχίες, αφήνοντας έξω, μία από τις ομάδες που κάλλιστα θα μπορούσε να φτάσει πολύ μακριά στη διοργάνωση.

Το δεύτερο μεγάλο φαβορί για τον τίτλο είναι η Αγγλία. Για ακόμη μία φορά, όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια πριν την έναρξη του τουρνουά, η ομάδα της Αγγλίας μας θαμπώνει με το «υλικό» της, έχοντας τις περγαμηνές για το βήμα παραπάνω. Μία ομάδα με απίστευτη ποιότητα, ιδιαίτερα μεσοεπιθετικά, με παίκτες οι οποίοι μπορούν να κατατροπώσουν κάθε αντίπαλη άμυνα. Αρχηγός και μεγάλο πυροβολικό της ομάδας του Σαουθγκέιτ, ο Χάρι Κέιν, αναμένεται να «ματώσει» τα αντίπαλα δίχτυα, πλαισιώνοντας τον παίκτες εγνωσμένης αξίας όπως, ο Στέρλινγκ, ο Φόντεν, ο Μάουντ και ο Ράσφορντ. Έπειτα από μία απλή ανάγνωση, η επιθετική γραμμή των «Τριών Λιονταριών», προκαλεί τρόμο.

Ότι ισχύει για την επιθετική γραμμή των Άγγλων, δεν ισχύει για την άμυνα τους. Εκεί αν εξαιρέσει κανείς τους πλάγιους μπακ, οι οποίοι είναι όλοι τους εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές, στο κέντρο της άμυνας, υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Μπορεί η ακριβότερη μεταγραφή αμυντικού στον κόσμο, ο Μαγκουάηρ να βρίσκεται στο ρόστερ, όμως προέρχεται από τραυματισμό και η κατάσταση του αναμένεται αμφίβολη. Δίπλα του ο Στόουνς, ο οποίος φέτος έκανε καλή χρονιά στην Μάντσεστερ Σίτι με παρτενέρ τον Ντίας, αλλά χωρίς τον Πορτογάλο, παραμένει ασταθής. Υπάρχει μεγάλο ερωτηματικό ωστόσο, αναφορικά με το βάθος των Λιονταριών στο κέντρο της άμυνας, μη έχοντας ξεχωρίσει κάποιος από τους αναπληρωματικούς για την ποιότητα του.

Επιπλέον, στα συν των Άγγλων είναι, πως έχουν αποκομίσει περισσότερες παραστάσεις και εμπειρίες ως σύνολο, μεγαλώνοντας τις ελπίδες τους για το τρόπαιο. Αδιαμφισβήτητα, καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η έδρα, από την στιγμή που όλα τα παιχνίδια τους (τουλάχιστον στη φάση των ομίλων), θα τα δώσουν στην φυσική τους έδρα, το Γουέμπλεϊ, δίνοντας αμέριστη ώθηση στην ομάδα των Άγγλων.

Τρίτο και τελευταίο των φαβορί, το Βέλγιο. Η ομάδα του Μαρτίνεθ, ίσως ήρθε η ώρα να αποδείξει στο γήπεδο τον λόγο για τον οποίο σε κάθε μεγάλη διοργάνωση τα τελευταία χρόνια συγκαταλέγεται ανάμεσα στα φαβορί. Οι «κόκκινοι διάβολοι», έχοντας στο οπλοστάσιο τους παίκτες όπως, ο Λουκάκου, ο Ντεμρούιν και ο Αζάρ, έχουν σίγουρα την δυνατότητα να διεκδικήσουν το τρόπαιο και να τελειώσουν την «δουλειά» που άφησαν στη μέση το 2018. Εξάλλου, αποτελούν μία ομάδα η οποία δουλεύεται από τον ίδιο προπονητή τα τελευταία πέντε χρόνια, έχοντας ως διάκριση, την 3η θέση στο περασμένο Μουντιάλ.

Το Βέλγιο έχει ένα γεμάτο και ταυτόχρονα απόλυτα ισορροπημένο ρόστερ, με πολλές επιλογές από τη μέση και μπροστά. Με έναν εξαιρετικό προπονητή και με ομοιογένεια, γεγονός που θα παίξει μεγάλο ρόλο, μιας και δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα το ρόστερ συγκριτικά με αυτό του Μουντιάλ, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα μπορέσει να κάνει το βήμα παραπάνω, διεκδικώντας επί ίσοις όροις την ευρωπαϊκή κορυφή.

Τον τίτλο θα πάρει η…

Όλες οι ομάδες που θα συμμετέχουν στη διοργάνωση ξεκινούν από το ίδιο σημείο εκκίνησης, με κάποιες να έχουν το χρίσμα του «φαβορί» και με κάποιες άλλες των «outsider». Πέραν των τριών επικρατέστερων, για τις οποίες έγινε και ανάλυση παραπάνω, δύο ομάδες, μπορούν να μπουν ανάμεσα στους «μεγάλους», κλέβοντας τα σκήπτρα μέσα από τα χέρια τους. Η μία αποτελεί μεγάλο outsider, ενώ η άλλη το outsider από τα φαβορί.

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος, δηλαδή το φαβορί των outsider, η οποία είναι η Ιταλία. Οι γείτονες μας, έχουν μία νεανική ομάδα, γεμάτη σε όλες τις γραμμές, έχοντας ως προπονητή τον πολύπειρο Ρομπέρτο Μαντσίνι. Ο Ιταλός κόουτς, έχει βρει την φόρμουλα, ώστε η «σκουαντρατζούρα», να παίζει καλό ποδόσφαιρο και ταυτόχρονα να είναι σφικτή στην άμυνα της, όντας και σήμα κατατεθέν της στο πέρασμα των χρόνων.

Το ρόστερ της απαρτίζεται ταυτόχρονα από εμπειρία, αλλά και «νέο αίμα», μιας και έγινε σχεδόν ολικό «λίφτινγκ» από τον Μαντσίνι. Από τη μία οι κολώνες της άμυνας έμειναν απαράλαχτες (Μπονούτσι, Κιελίνι), από την άλλη όμως, βλέπουμε νέους σε ηλικία παίκτες, να παίρνουν το χρίσμα να ηγηθούν αυτής της νέας προσπάθειας. Η «αναγεννημένη» Ιταλία, έχει τα φώτα να φτάσει μακριά και γιατί όχι να καταφέρει να κατακτήσει το τρόπαιο. Εξάλλου, είναι μία χώρα που όλα αυτά τα χρόνια, έχει δείξει πως μπορεί να το κάνει και χωρίς να συγκαταλέγεται στα φαβορί.

Από την άλλη, είναι μία μικρότερης δυναμικής ομάδα, η οποία θα δείξει από νωρίς τα «δόντια» της, βάζοντας δύσκολα σε όποιον βρεθεί απέναντι της. Ο λόγος για τη Δανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει μία εξαιρετική «φουρνιά» ποδοσφαιριστών, οι οποίοι πρωταγωνιστούν στις ομάδες τους και πολλοί εξ αυτών κάνουν πρωταθλητισμό. Οι Δανοί, με αρχηγό τον μέσο της Ίντερ, Κριστιάν Έρικσεν και με τερματοφύλακα τον φύλακα τον άγγελο της Λέστερ, Σμάιχελ, θα προσπαθήσουν για το θαύμα, όπως το μακρινό 1992. Με την ώθηση που δίνει το νεαρό της ηλικίας και με πρωτεργάτη  τον προπονητή της, Κάσπερ Χιούλματ, ο οποίος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, βλέπουν όσο πιο μακριά γίνεται.

Ίσως φέτος, μετά από χρόνια, ξανασυμβεί ένα αντίστοιχο θαύμα με εκείνο του 1992 ή του 2004. Ίσως γραφτεί άλλο ένα «παραμύθι», το οποίο θα διηγούνται οι «μικροί» στους μικρότερους στο πέρασμα των χρόνων. Ας μη ξεχνάμε, πως το Euro μας έχει συνηθίσει σε θαύματα και παραμύθια, κάνοντας για εμάς, τους απλούς φιλάθλους, το ταξίδι προς τον τίτλο ακόμα πιο «γευστικό» από ότι ήδη είναι.

 

Γράφει ο Χονδρός Βασίλειος

Την Παρασκευή 11 Ιουνίου στις δέκα το βράδυ, έστω και με καθυστέρηση ενός έτους λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού,  θα γίνει η πρώτη σέντρα για το EURO 2020, ξεκινώντας ακόμη ένα μακρύ και μαγευτικό ποδοσφαιρικό ταξίδι. Μπορεί η υγειονομική κρίση να έχει δυσκολέψει τις συνθήκες διεξαγωγής των αγώνων, όμως οι λιγοστοί (βάση των μέχρι προ πανδημίας δεδομένων) φίλαθλοι που θα βρεθούν στα ευρωπαϊκά γήπεδα, είναι σίγουρο πως θα δώσουν πνοή και ώθηση στις ομάδες, με φόντο την κορυφή της Ευρώπης.

Οι 24 καλύτερες εθνικές ομάδες της Ευρωπαϊκής Ηπείρου, θα μονομαχήσουν για μία ακόμη ευρωπαϊκή διάκριση, σε μία διοργάνωση που όλα αυτά τα χρόνια έχει αποδείξει, πως δεν κατακτούν το τρόπαιο τα φαβορί! Αντιθέτως, έχουν πραγματοποιηθεί μεγάλα θαύματα, όπως αυτό της Δανίας το μακρινό 1992, ή το πιο πρόσφατο, της Εθνικής Ελλάδος το 2004.

Τα τρία μεγάλα φαβορί !

Όπως κάθε φορά, σε όλες τις διοργανώσεις, έτσι και τώρα, υπάρχουν κάποια αντιπροσωπευτικά συγκροτήματα, τα οποία ξεχωρίζουν για την δυναμική τους, έχοντας λάβει το χρίσμα των φαβορί.

Η αλήθεια είναι πως στην φετινή διοργάνωση υπάρχει μία ομάδα που φέρει τον τίτλο του φαβορί, όντας και Παγκόσμια πρωταθλήτρια και αυτή δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την Γαλλία. Η ομάδα του Ντιντιέ Ντεσάν, έχοντας προ τριετίας κατακτήσει την κορυφή του κόσμου, έρχεται με «φόρα» και ίσως με περισσότερη δυναμική συγκριτικά με το 2018, να κατακτήσει και αυτή της Ευρώπης. Μιλάμε εξάλλου για ένα σύνολο, το οποίο δεν έχει κενό σε καμία θέση του γηπέδου, κάθε άλλο, έχει πληθώρα επιλογών από την «κορυφή», έως τα «νύχια». Η προσθήκη του Μπενζεμά ήρθε να ολοκληρώσει το «παζλ», όντας το γρανάζι που έλειπε από μία ήδη καλοκουρδισμένη μηχανή, μεγαλώνοντας σε τέτοιο βαθμό την δυναμική της γαλλικής ομάδας, κάνοντας την φόβητρο για κάθε αντίπαλο.

Η παρέα του Μπαπέ, Μπενζεμά, Καντέ, Πογκμπά, Γκριεζμάν και των υπόλοιπων αστέρων, βρίσκεται σε έναν όμιλο «φωτιά», έχοντας να αντιμετωπίσει τους κατόχους του τίτλου Πορτογάλους, τους πάντα σκληροτράχηλους και μέσα στα φαβορί, Γερμανούς και τους Ούγγρους. Ο 6ος όμιλος, ο οποίος θα έχει στραμμένα πάνω του όλα τα βλέμματα, αναμένεται να μας χαρίσει τιτανομαχίες, αφήνοντας έξω, μία από τις ομάδες που κάλλιστα θα μπορούσε να φτάσει πολύ μακριά στη διοργάνωση.

Το δεύτερο μεγάλο φαβορί για τον τίτλο είναι η Αγγλία. Για ακόμη μία φορά, όπως μας έχει συνηθίσει άλλωστε όλα αυτά τα χρόνια πριν την έναρξη του τουρνουά, η ομάδα της Αγγλίας μας θαμπώνει με το «υλικό» της, έχοντας τις περγαμηνές για το βήμα παραπάνω. Μία ομάδα με απίστευτη ποιότητα, ιδιαίτερα μεσοεπιθετικά, με παίκτες οι οποίοι μπορούν να κατατροπώσουν κάθε αντίπαλη άμυνα. Αρχηγός και μεγάλο πυροβολικό της ομάδας του Σαουθγκέιτ, ο Χάρι Κέιν, αναμένεται να «ματώσει» τα αντίπαλα δίχτυα, πλαισιώνοντας τον παίκτες εγνωσμένης αξίας όπως, ο Στέρλινγκ, ο Φόντεν, ο Μάουντ και ο Ράσφορντ. Έπειτα από μία απλή ανάγνωση, η επιθετική γραμμή των «Τριών Λιονταριών», προκαλεί τρόμο.

Ότι ισχύει για την επιθετική γραμμή των Άγγλων, δεν ισχύει για την άμυνα τους. Εκεί αν εξαιρέσει κανείς τους πλάγιους μπακ, οι οποίοι είναι όλοι τους εξαιρετικοί ποδοσφαιριστές, στο κέντρο της άμυνας, υπάρχει ένα μεγάλο κενό. Μπορεί η ακριβότερη μεταγραφή αμυντικού στον κόσμο, ο Μαγκουάηρ να βρίσκεται στο ρόστερ, όμως προέρχεται από τραυματισμό και η κατάσταση του αναμένεται αμφίβολη. Δίπλα του ο Στόουνς, ο οποίος φέτος έκανε καλή χρονιά στην Μάντσεστερ Σίτι με παρτενέρ τον Ντίας, αλλά χωρίς τον Πορτογάλο, παραμένει ασταθής. Υπάρχει μεγάλο ερωτηματικό ωστόσο, αναφορικά με το βάθος των Λιονταριών στο κέντρο της άμυνας, μη έχοντας ξεχωρίσει κάποιος από τους αναπληρωματικούς για την ποιότητα του.

Επιπλέον, στα συν των Άγγλων είναι, πως έχουν αποκομίσει περισσότερες παραστάσεις και εμπειρίες ως σύνολο, μεγαλώνοντας τις ελπίδες τους για το τρόπαιο. Αδιαμφισβήτητα, καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η έδρα, από την στιγμή που όλα τα παιχνίδια τους (τουλάχιστον στη φάση των ομίλων), θα τα δώσουν στην φυσική τους έδρα, το Γουέμπλεϊ, δίνοντας αμέριστη ώθηση στην ομάδα των Άγγλων.

Τρίτο και τελευταίο των φαβορί, το Βέλγιο. Η ομάδα του Μαρτίνεθ, ίσως ήρθε η ώρα να αποδείξει στο γήπεδο τον λόγο για τον οποίο σε κάθε μεγάλη διοργάνωση τα τελευταία χρόνια συγκαταλέγεται ανάμεσα στα φαβορί. Οι «κόκκινοι διάβολοι», έχοντας στο οπλοστάσιο τους παίκτες όπως, ο Λουκάκου, ο Ντεμρούιν και ο Αζάρ, έχουν σίγουρα την δυνατότητα να διεκδικήσουν το τρόπαιο και να τελειώσουν την «δουλειά» που άφησαν στη μέση το 2018. Εξάλλου, αποτελούν μία ομάδα η οποία δουλεύεται από τον ίδιο προπονητή τα τελευταία πέντε χρόνια, έχοντας ως διάκριση, την 3η θέση στο περασμένο Μουντιάλ.

Το Βέλγιο έχει ένα γεμάτο και ταυτόχρονα απόλυτα ισορροπημένο ρόστερ, με πολλές επιλογές από τη μέση και μπροστά. Με έναν εξαιρετικό προπονητή και με ομοιογένεια, γεγονός που θα παίξει μεγάλο ρόλο, μιας και δεν έχει αλλάξει ιδιαίτερα το ρόστερ συγκριτικά με αυτό του Μουντιάλ, είναι σχεδόν βέβαιο πως θα μπορέσει να κάνει το βήμα παραπάνω, διεκδικώντας επί ίσοις όροις την ευρωπαϊκή κορυφή.

Τον τίτλο θα πάρει η…

Όλες οι ομάδες που θα συμμετέχουν στη διοργάνωση ξεκινούν από το ίδιο σημείο εκκίνησης, με κάποιες να έχουν το χρίσμα του «φαβορί» και με κάποιες άλλες των «outsider». Πέραν των τριών επικρατέστερων, για τις οποίες έγινε και ανάλυση παραπάνω, δύο ομάδες, μπορούν να μπουν ανάμεσα στους «μεγάλους», κλέβοντας τα σκήπτρα μέσα από τα χέρια τους. Η μία αποτελεί μεγάλο outsider, ενώ η άλλη το outsider από τα φαβορί.

Ας ξεκινήσουμε από το τέλος, δηλαδή το φαβορί των outsider, η οποία είναι η Ιταλία. Οι γείτονες μας, έχουν μία νεανική ομάδα, γεμάτη σε όλες τις γραμμές, έχοντας ως προπονητή τον πολύπειρο Ρομπέρτο Μαντσίνι. Ο Ιταλός κόουτς, έχει βρει την φόρμουλα, ώστε η «σκουαντρατζούρα», να παίζει καλό ποδόσφαιρο και ταυτόχρονα να είναι σφικτή στην άμυνα της, όντας και σήμα κατατεθέν της στο πέρασμα των χρόνων.

Το ρόστερ της απαρτίζεται ταυτόχρονα από εμπειρία, αλλά και «νέο αίμα», μιας και έγινε σχεδόν ολικό «λίφτινγκ» από τον Μαντσίνι. Από τη μία οι κολώνες της άμυνας έμειναν απαράλαχτες (Μπονούτσι, Κιελίνι), από την άλλη όμως, βλέπουμε νέους σε ηλικία παίκτες, να παίρνουν το χρίσμα να ηγηθούν αυτής της νέας προσπάθειας. Η «αναγεννημένη» Ιταλία, έχει τα φώτα να φτάσει μακριά και γιατί όχι να καταφέρει να κατακτήσει το τρόπαιο. Εξάλλου, είναι μία χώρα που όλα αυτά τα χρόνια, έχει δείξει πως μπορεί να το κάνει και χωρίς να συγκαταλέγεται στα φαβορί.

Από την άλλη, είναι μία μικρότερης δυναμικής ομάδα, η οποία θα δείξει από νωρίς τα «δόντια» της, βάζοντας δύσκολα σε όποιον βρεθεί απέναντι της. Ο λόγος για τη Δανία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει μία εξαιρετική «φουρνιά» ποδοσφαιριστών, οι οποίοι πρωταγωνιστούν στις ομάδες τους και πολλοί εξ αυτών κάνουν πρωταθλητισμό. Οι Δανοί, με αρχηγό τον μέσο της Ίντερ, Κριστιάν Έρικσεν και με τερματοφύλακα τον φύλακα τον άγγελο της Λέστερ, Σμάιχελ, θα προσπαθήσουν για το θαύμα, όπως το μακρινό 1992. Με την ώθηση που δίνει το νεαρό της ηλικίας και με πρωτεργάτη  τον προπονητή της, Κάσπερ Χιούλματ, ο οποίος έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, βλέπουν όσο πιο μακριά γίνεται.

Ίσως φέτος, μετά από χρόνια, ξανασυμβεί ένα αντίστοιχο θαύμα με εκείνο του 1992 ή του 2004. Ίσως γραφτεί άλλο ένα «παραμύθι», το οποίο θα διηγούνται οι «μικροί» στους μικρότερους στο πέρασμα των χρόνων. Ας μη ξεχνάμε, πως το Euro μας έχει συνηθίσει σε θαύματα και παραμύθια, κάνοντας για εμάς, τους απλούς φιλάθλους, το ταξίδι προς τον τίτλο ακόμα πιο «γευστικό» από ότι ήδη είναι.

 

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *