Η γαστρονομία, το νέο brand του τουρισμού

Τα τοπικά ελληνικά προϊόντα ενισχύονται από τη νέα γενιά του τουριστικού και επισιτιστικού τομέα

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Ρεπορτάζ Χρυσάνθη Μαστροκώστα, Θεοφανία Μίγκου

Γαστρονομικός τουρισμός ή μήπως τουρισμός της γαστρονομίας; Όπως και να τον ονομάσουμε, το σίγουρο είναι ότι ο τουρισμός περνάει και από το στομάχι μιας και τα παραδοσιακά εδέσματα του κάθε τόπου αποτελούν μέρος του πολιτιστικού προϊόντος και συνθέτουν τη λαογραφία και τη γραφικότητα των περιοχών.

310 εκ. ευρώ εξασφαλίστηκαν ήδη από το Ταμείο Ανάκαμψης και αναμένεται να αξιοποιηθούν στον τομέα του τουρισμού για την ανάδειξη και βελτίωση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, μέσα από την υλοποίηση έργων ανάπτυξης με σημαία αφενός το «Γαλάζιο Πυλώνα» και τον «Πράσινο Πυλώνα» και αφετέρου την εκπαίδευση και επιμόρφωση των εργαζομένων στον επισιτιστικό κλάδο.

Στην πρώτη δράση πρόκειται να διατεθούν 260 εκ. ευρώ από το σύνολο των 310 εκ., δείχνοντας την έμφαση που επιθυμεί να δώσει το υπουργείο Τουρισμού στη βελτίωση και ενίσχυση του ελληνικού brand, ως ένα «εργαλείο» ανάδειξης της χώρας μας σε παγκόσμια κλίμακα. Στον «Πράσινο Πυλώνα» εντάσσονται το κεφάλαιο του ορεινού, ιαματικού, καταδυτικού τουρισμού συνδυαστικά με τον γαστρονομικό τουρισμό και τον αγρο-τουρισμό.

Η Στερεά Ελλάδα ενεργή στην ανάδειξη της τοπικής κουζίνας στον τουρισμό

Σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς του επισιτιστικού και του ξενοδοχειακού τομέα αλλά και οι μετρ της γαστρονομίας, οι σεφ, φαίνεται να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην παραδοσιακή ελληνική κουζίνα που δείχνει να κερδίζει έδαφος ως διατροφική πρόταση στους επισκέπτες της χώρας μας και για χρόνια είχε παραγκωνιστεί. Με πρωτοβουλία του συλλόγου ξενοδόχων Ευβοίας έχουν, ήδη, ληφθεί συγκεκριμένες δράσεις στο νομό, για την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων και την ένταξή τους στον τουρισμό, με την διεξαγωγή «διαγωνισμού σε όλη την Εύβοια για πιάτα πρωινού, όπως και για ευβοϊκά πιάτα, ο οποίος διοργανώθηκε από την Ένωση ξενοδόχων Ευβοίας και το Επιμελητήριο Ευβοίας. Επιλέχθηκαν τα πιάτα στο τελικό που έγινε στο ξενοδοχείο Lucy, από κριτική επιτροπή στην οποία πρόεδρος ήταν ο σεφ κ. Λαζάρου», αναφέρει ο πρόεδρος του συλλόγου ξενοδόχων Ευβοίας κ. Μιλτιάδης Χέλμης. «Σκοπός του διαγωνισμού», όπως μας εξηγεί, «ήταν να συμπεριληφθούν τοπικές συνταγές στα εστιατόρια και ξενοδοχεία του Νομού Ευβοίας. Δεύτερον, έγινε υιοθέτηση του ελληνικού πρωινού με πιστοποίηση από ξενοδοχεία και επιμελητήριο Ελλάδας σε αρκετά ξενοδοχεία της περιοχής». Επίσης, πραγματοποιήθηκε «συμμετοχή μέσω ΠΟΞ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων) με την Authentic Greece στην Συνέργεια Επώνυμα Τοπικά Προϊόντα» και οργανώνονται «επισκέψεις τουριστών σε οινοποιεία των περιοχών μας αλλά και σε εταιρείες παραγωγής τοπικών προϊόντων πχ. Αποξηραμένα σύκα και μανιτάρια», είπε ο κ. Χέλμης.

Μιλτιάδης Χέλμης

Με άλλα λόγια, η ελληνική παραδοσιακή γαστρονομία τείνει να προτείνεται σαν ένα αυθύπαρκτο brand, σε συνδυασμό με τη φημισμένη αξία της στη διατροφική κλίμακα, που την ανέδειξε σε ένα brand name, παγκόσμιου βεληνεκούς, κάτι που αναδεικνύει ο πρόεδρος του συλλόγου επισιτιστικών επαγγελμάτων Λαμίας κ. Κώστας Καραγεώργος, ο οποίος επισημαίνει ότι «χρειάζεται προσπάθεια από όλους τους φορείς να μπορέσουμε να αναδείξουμε τη σημαντικότητα και τα οφέλη της ελληνικής κουζίνας για να προσελκύσουμε περισσότερους τουρίστες, ώστε να απολαύσουν όλα όσα μας κάνουν διάσημους στο εξωτερικό». Άλλωστε, όπως αναφέρει, «είναι γνωστό παγκοσμίως ότι αποτελεί μια πλήρης διατροφή και σε επίπεδο υγείας και μακροζωίας, αλλά και σε επίπεδο θερμίδων».

Στο ίδιο πλαίσιο με την Εύβοια, κινούνται και οι φορείς επισιτισμού Φθιώτιδας, στην προσπάθειά τους για ανάδειξη της τοπικής γαστρονομικής γεύσης. «Όλο αυτό το καιρό προσπαθούμε πάρα πολύ να δημιουργήσουμε μια γαστρονομική ταυτότητα στην περιοχή μας και σε συνεργασία με τους προέδρους εστίασης Στερεάς Ελλάδας, καθώς η Ρούμελη τείνει να χάσει τον χαρακτήρα που είχε όλα αυτά τα χρόνια, σκοπός μας είναι να προσπαθήσουμε να παντρέψουμε την τοπική παραγωγή με παλιές συνταγές, να ξαναβγούν όλα στην επιφάνεια και να αποκτήσουν την αίγλη που είχαν στο παρελθόν. Οι επιρροές που είχαμε, λόγω του ότι είμαστε κοντά στην Αθήνα έχουν αλλάξει αρκετά το γαστρονομικό χάρτη της περιοχής και αυτό θέλουμε να το διορθώσουμε και να επαναφέρουμε όλα αυτά που στο παρελθόν μας είχαν καταστήσει γνωστούς στους επισκέπτες», τονίζει ο κ. Καραγεώργος.

Αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να ακολουθεί και η νέα γενιά των σεφ και μαγείρων που δίνει μια άλλη διάσταση στη δημιουργία των πιάτων που παρουσιάζουν σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, ξεφεύγοντας από την ειμαρμένη των κατεστημένων των έτοιμων ή αποκλειστικά εκλεπτυσμένων πιάτων. Έτσι, «ο επισκέπτης, όταν δοκιμάζει ένα παραδοσιακό πιάτο, έρχεται άμεσα σε επαφή με τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας, με έναν νέο, εκμοντερνισμένο και ποιοτικά αναβαθμισμένο πλέον τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, στην Εύβοια και στην ευρύτερη περιοχή, η κουζίνα έχει το προνόμιο των αγνών και φρέσκων πρώτων υλών. Άρα λοιπόν, ακόμα και φαινομενικά απλά πιάτα, όπως η χορτόπιτα με φρέσκο τυρί, ο κοκκινιστός κόκκορας με τα χειροποίητα ζυμαρικά γκόγκλιες, το τηγανητό φρέσκο τυρί ή τα αμυγδαλωτά  που σερβίρονται συχνά στα ευβοιώτικα σπίτια, θα μπορούσαν να σταθούν επάξια στους καταλόγους ξενοδοχείων και εστιατορίων, παρουσιασμένα με έναν πιο προσεγμένο τρόπο», συμπεραίνει ο σεφ κ. Γιώργος Μαντασάς.

Κώστας Καραγεώργος

Κι ενώ η πανδημία ματαίωσε όλα τα σχέδια για προώθηση του γαστρονομικού τουρισμού, αναμένεται η επιστροφή στην κανονικότητα να επαναφέρει «όλες τις απαραίτητες επαφές που χρειάζονται, ώστε να μπορέσουμε να αναδείξουμε όλα αυτά που μας χαρακτήριζαν στο παρελθόν», αναφέρει ο κ. Καραγεώργος σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, την ίδια ώρα που, σύμφωνα με τον κ Χέλμη, «παροτρύνονται οι επιχειρήσεις να προωθούν τα τοπικά προϊόντα στους χώρους εστίασή τους και επίκειται συνεργασία με την αγροδιατροφική» για το σκοπό αυτό.

Η ενσωμάτωση και έμφαση στην τοπική ελληνική κουζίνα στις υπάρχουσες δομές φιλοξενίας αποτελεί ένα φιλόδοξο σχέδιο για την αύξηση των επισκεπτών και κατ’ επέκταση την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, καθώς οι γεύσεις και το φαγητό βρίσκονται στις πρώτες θέσεις με τους λόγους για τους οποίους κάποιος επιλέγει να επισκεφτεί αρχικά έναν τόπο και δευτερευόντως έναν χώρο διαμονής. «Είναι αδιαμφισβήτητο αυτό και αλληλοσυνδεδεμένα, η γαστρονομία είναι λόγος δημιουργίας επαναλαμβανόμενων πελατών σε περιοχές που την έχουν αναπτύξει», μας εξηγεί ο κ. Χέλμης που μετρά χρόνια εμπειρίας στον τομέα της φιλοξενίας.

Τα νέα πιάτα υπόσχονται παράδοση και νεωτερικότητα

Η τάση των τελευταίων ετών, δείχνει να παντρεύεται το παραδοσιακό με την «ιδιαίτερη» γεύση, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό γευστικό αποτέλεσμα, αποκύημα της εκρηκτικής φαντασίας των μαγείρων, όπως μας εξηγεί ο κ. Μαντασάς, αφού «η Ελλάδα, λόγω της δύσκολης ιστορικής της διαδρομής, δεν είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί γαστρονομικά όσο άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Έτσι, μέχρι πρότινος, είχε γίνει διάσημη μέσα από κάποια κλασσικά πιάτα: μουσακάς, σουβλάκι, χωριάτικη, τζατζίκι, φέτα. Οι νέες γενιές των Ελλήνων μαγείρων που έχουν ταξιδέψει, εργαστεί, διαβάσει, δοκιμάσει κουζίνες και παραδόσεις εκτός των ελληνικών συνόρων, κατάφεραν επιστρέφοντας να εξελίξουν και να εμπλουτίσουν την ελληνική γαστρονομία με νέες τεχνικές, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές πρώτες ύλες της ελληνικής γης, την έχουν φτάσει σε ένα αξιοπρεπέστατο επίπεδο παγκόσμιου βεληνεκούς», υπογραμμίζει ο κ. Μαντασάς, δίνοντας μία νέα πνοή γαστρονομίας στον ελληνικό τουρισμό, τονίζοντας, παράλληλα, τη σημασία που έχει η στήριξη των δομών του κράτους στον τομέα του επισιτισμού για την ανάδειξη και προώθηση της γαστρονομίας ως τουριστικό προϊόν. «Αυτό που τώρα χρειάζεται είναι η υποστήριξη του κράτους και των σχετιζόμενων με τον τουρισμό οργανισμών, μέσω της οικονομικής ενίσχυσης των επιχειρήσεων εστίασης και της διαφήμισης και προώθησης των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό», συμπλήρωσε.

Ήδη πολλές ξενοδοχειακές μονάδες, που πρωτοστατούν στην έννοια της φιλοξενίας, όπως έχει αποτυπωθεί στον τουρισμό, έχει εντάξει ή προτείνει την διοργάνωση γαστρονομικών εκδηλώσεων, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην κουλτούρα της ελληνικής κουζίνας και «θα ήταν πιο όμορφο αν συνδυαζόταν και με τη συμμετοχή των τουριστών. Δηλαδή να συμμετέχουν οι τουρίστες στην παρασκευή των γευμάτων και να συμβάλλουν στην όλη διαδικασία, ώστε να γνωρίσουν την ελληνική κουζίνα από την αρχή έως το τέλος, τις πρώτες ύλες και φυσικά τη διαδικασία», είπε ο κ. Καραγεώργος, ενώ ταυτόχρονα «σε πολλά ξενοδοχεία ήδη γίνεται αυτό με μαθήματα μαγειρικής τοπικών συνταγών και γευσιγνωσία», όπως ανέφερε ο κ. Χέλμης.

Ο γαστρονομικός τουρισμός και η αύξηση της αναγνωρισιμότητας των προϊόντων διεθνώς

Παράλληλα, η προώθηση του γαστρονομικού τουρισμού μπορεί να έχει πολυπαραγοντικά οφέλη, αν λάβει κανείς υπόψη του την προσπάθεια και τα κεφάλαια που επενδύουν μικροί και μεγάλοι παραγωγοί, που εξελίσσονται σε σημαντικούς πυλώνες της εθνικής οικονομίας. Είναι μια ευκαιρία τα παραγώμενα τοπικά προϊόντα να γίνουν ευρέως γνωστά και να αναζητήσουν νέο αγοραστικό κοινό εκτός συνόρων, στο πλαίσιο της αύξησης του εξαγωγικού τομέα. Έτσι, ο γαστρονομικός τουρισμός «συμβάλλει και αν συνδυαστεί με ετικέτα ώστε να γίνουν και επώνυμα (παραγωγός, περιοχή, ημερομηνία παραγωγής) θα είναι ακόμα πιο αποτελεσματική η ανάδειξή τους», τονίζει ο κ. Χέλμης.

Εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο δοκιμάζουν και γεύονται τα ελληνικά προϊόντα και ο τουρισμός είναι η ευκαιρία που έχουν για την αύξηση της αναγνωρισιμότητάς τους και των πωλήσεων, που κατ’ επέκταση θα αποτυπωθεί στην εγχώρια οικονομία. «Πάνω από 30.000.000 τουρίστες κάθε χρόνο επισκέπτονται την Ελλάδα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γνωρίζουν τα προϊόντα μας, αφού έρχονται σε άμεση επαφή και να τους είναι πλέον γνωστά. Συνεπώς, η διαδικασία να τα αγοράσουν είναι εύκολη», σύμφωνα με τον κ. Καραγεώργο.

Επικυρώνοντας τους δύο άνδρες της φιλοξενίας και του επισιτισμού, ο κ. Μαντασάς επιβεβαιώνει την επιτυχία της αύξησης των εξαγωγών μέσα από την προσπάθεια ανάδειξης της ελληνικής τοπικής κουζίνας στον τουρισμό. «Η ενίσχυση της τοπικής κουζίνας στον τομέα του τουρισμού θα οδηγήσει μεγαλύτερη μερίδα τουριστών στη δοκιμή των τοπικών προϊόντων και κατά συνέπεια στη συχνότερη αναζήτησή τους και στην παγκόσμια αγορά. Όταν γευόμαστε κάτι φρέσκο, νόστιμο και προπάντων ποιοτικό, λογικό δεν είναι να θέλουμε να το γευτούμε ξανά επιστρέφοντας στον δικό μας τόπο;», σημειώνει.

 

Γιώργος Μαντασάς

Ο σεφ της ξενοδοχειακής μονάδας Evia Silence Γιώργος Μαντασάς προτείνει:

Ποιες είναι οι γαστρονομικές σας προτάσεις από την τοπική κουζίνα της περιοχής μας(αν γνωρίζετε τοπικά προϊόντα από όλη τη Στερεά, όχι μόνο την Εύβοια), που θα τα εντάσσατε ως τουριστικό προϊόν;

«Ξεκινώντας με την Εύβοια, ενδεικτικά θα αναφερθώ στα παγκοσμίου φήμης σύκα Κύμης, τα οποία λόγω της αναγνωρισιμότητας και της χρήσης τους σε πολλές κουζίνες του κόσμου θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν «τουριστικός μαγνήτης». Επόμενο γνωστό τοπικό προϊόν που εύκολα θα μπορούσε να προωθηθεί ως τουριστικό, λόγω της εύκολης μεταφοράς του, αλλά και μαγειρέματος, θα ήταν τα φρέσκα ντόπια ζυμαρικά, όπως οι γκόγκλιες, ο τραχανάς και οι χυλοπίτες.

Όσον αφορά την ευρύτερη περιοχή της Στερεάς, πολλά από τα τοπικά της προϊόντα θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν ισάξια παγκοσμίως γνωστά και αναγνωρισμένα προϊόντα. Για παράδειγμα, το προσούτο Ευρυτανίας, το Κατίκι Δομοκού, η φορμαέλα και το τσίπουρο Αράχωβας, κρασιά και τσίπουρα από ανερχόμενους παραγωγούς της περιοχής μας, μέλι και βότανα από τη στερεοελλαδίτικη γη και άλλα πολλά που μας προσφέρει απλόχερα ο τόπος μας».

Τι πρέπει να δοκιμάσει οπωσδήποτε κάθε τουρίστας που μας επισκέπτεται;

«Τις φρέσκιες πρώτες ύλες μας (λαχανικά, φρούτα, μυρωδικά, κρέατα, τυροκομικά, ψάρια), είτε στην αρχική τους μορφή, είτε ενσωματωμένες σε μια γευστική γαστρονομική πρόταση».

Ρεπορτάζ Χρυσάνθη Μαστροκώστα, Θεοφανία Μίγκου

Γαστρονομικός τουρισμός ή μήπως τουρισμός της γαστρονομίας; Όπως και να τον ονομάσουμε, το σίγουρο είναι ότι ο τουρισμός περνάει και από το στομάχι μιας και τα παραδοσιακά εδέσματα του κάθε τόπου αποτελούν μέρος του πολιτιστικού προϊόντος και συνθέτουν τη λαογραφία και τη γραφικότητα των περιοχών.

310 εκ. ευρώ εξασφαλίστηκαν ήδη από το Ταμείο Ανάκαμψης και αναμένεται να αξιοποιηθούν στον τομέα του τουρισμού για την ανάδειξη και βελτίωση του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, μέσα από την υλοποίηση έργων ανάπτυξης με σημαία αφενός το «Γαλάζιο Πυλώνα» και τον «Πράσινο Πυλώνα» και αφετέρου την εκπαίδευση και επιμόρφωση των εργαζομένων στον επισιτιστικό κλάδο.

Στην πρώτη δράση πρόκειται να διατεθούν 260 εκ. ευρώ από το σύνολο των 310 εκ., δείχνοντας την έμφαση που επιθυμεί να δώσει το υπουργείο Τουρισμού στη βελτίωση και ενίσχυση του ελληνικού brand, ως ένα «εργαλείο» ανάδειξης της χώρας μας σε παγκόσμια κλίμακα. Στον «Πράσινο Πυλώνα» εντάσσονται το κεφάλαιο του ορεινού, ιαματικού, καταδυτικού τουρισμού συνδυαστικά με τον γαστρονομικό τουρισμό και τον αγρο-τουρισμό.

Η Στερεά Ελλάδα ενεργή στην ανάδειξη της τοπικής κουζίνας στον τουρισμό

Σε αυτό το πλαίσιο, οι φορείς του επισιτιστικού και του ξενοδοχειακού τομέα αλλά και οι μετρ της γαστρονομίας, οι σεφ, φαίνεται να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στην παραδοσιακή ελληνική κουζίνα που δείχνει να κερδίζει έδαφος ως διατροφική πρόταση στους επισκέπτες της χώρας μας και για χρόνια είχε παραγκωνιστεί. Με πρωτοβουλία του συλλόγου ξενοδόχων Ευβοίας έχουν, ήδη, ληφθεί συγκεκριμένες δράσεις στο νομό, για την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων και την ένταξή τους στον τουρισμό, με την διεξαγωγή «διαγωνισμού σε όλη την Εύβοια για πιάτα πρωινού, όπως και για ευβοϊκά πιάτα, ο οποίος διοργανώθηκε από την Ένωση ξενοδόχων Ευβοίας και το Επιμελητήριο Ευβοίας. Επιλέχθηκαν τα πιάτα στο τελικό που έγινε στο ξενοδοχείο Lucy, από κριτική επιτροπή στην οποία πρόεδρος ήταν ο σεφ κ. Λαζάρου», αναφέρει ο πρόεδρος του συλλόγου ξενοδόχων Ευβοίας κ. Μιλτιάδης Χέλμης. «Σκοπός του διαγωνισμού», όπως μας εξηγεί, «ήταν να συμπεριληφθούν τοπικές συνταγές στα εστιατόρια και ξενοδοχεία του Νομού Ευβοίας. Δεύτερον, έγινε υιοθέτηση του ελληνικού πρωινού με πιστοποίηση από ξενοδοχεία και επιμελητήριο Ελλάδας σε αρκετά ξενοδοχεία της περιοχής». Επίσης, πραγματοποιήθηκε «συμμετοχή μέσω ΠΟΞ (Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξενοδόχων) με την Authentic Greece στην Συνέργεια Επώνυμα Τοπικά Προϊόντα» και οργανώνονται «επισκέψεις τουριστών σε οινοποιεία των περιοχών μας αλλά και σε εταιρείες παραγωγής τοπικών προϊόντων πχ. Αποξηραμένα σύκα και μανιτάρια», είπε ο κ. Χέλμης.

Μιλτιάδης Χέλμης

Με άλλα λόγια, η ελληνική παραδοσιακή γαστρονομία τείνει να προτείνεται σαν ένα αυθύπαρκτο brand, σε συνδυασμό με τη φημισμένη αξία της στη διατροφική κλίμακα, που την ανέδειξε σε ένα brand name, παγκόσμιου βεληνεκούς, κάτι που αναδεικνύει ο πρόεδρος του συλλόγου επισιτιστικών επαγγελμάτων Λαμίας κ. Κώστας Καραγεώργος, ο οποίος επισημαίνει ότι «χρειάζεται προσπάθεια από όλους τους φορείς να μπορέσουμε να αναδείξουμε τη σημαντικότητα και τα οφέλη της ελληνικής κουζίνας για να προσελκύσουμε περισσότερους τουρίστες, ώστε να απολαύσουν όλα όσα μας κάνουν διάσημους στο εξωτερικό». Άλλωστε, όπως αναφέρει, «είναι γνωστό παγκοσμίως ότι αποτελεί μια πλήρης διατροφή και σε επίπεδο υγείας και μακροζωίας, αλλά και σε επίπεδο θερμίδων».

Στο ίδιο πλαίσιο με την Εύβοια, κινούνται και οι φορείς επισιτισμού Φθιώτιδας, στην προσπάθειά τους για ανάδειξη της τοπικής γαστρονομικής γεύσης. «Όλο αυτό το καιρό προσπαθούμε πάρα πολύ να δημιουργήσουμε μια γαστρονομική ταυτότητα στην περιοχή μας και σε συνεργασία με τους προέδρους εστίασης Στερεάς Ελλάδας, καθώς η Ρούμελη τείνει να χάσει τον χαρακτήρα που είχε όλα αυτά τα χρόνια, σκοπός μας είναι να προσπαθήσουμε να παντρέψουμε την τοπική παραγωγή με παλιές συνταγές, να ξαναβγούν όλα στην επιφάνεια και να αποκτήσουν την αίγλη που είχαν στο παρελθόν. Οι επιρροές που είχαμε, λόγω του ότι είμαστε κοντά στην Αθήνα έχουν αλλάξει αρκετά το γαστρονομικό χάρτη της περιοχής και αυτό θέλουμε να το διορθώσουμε και να επαναφέρουμε όλα αυτά που στο παρελθόν μας είχαν καταστήσει γνωστούς στους επισκέπτες», τονίζει ο κ. Καραγεώργος.

Αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να ακολουθεί και η νέα γενιά των σεφ και μαγείρων που δίνει μια άλλη διάσταση στη δημιουργία των πιάτων που παρουσιάζουν σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, ξεφεύγοντας από την ειμαρμένη των κατεστημένων των έτοιμων ή αποκλειστικά εκλεπτυσμένων πιάτων. Έτσι, «ο επισκέπτης, όταν δοκιμάζει ένα παραδοσιακό πιάτο, έρχεται άμεσα σε επαφή με τον πολιτισμό και την κουλτούρα μας, με έναν νέο, εκμοντερνισμένο και ποιοτικά αναβαθμισμένο πλέον τρόπο. Πιο συγκεκριμένα, στην Εύβοια και στην ευρύτερη περιοχή, η κουζίνα έχει το προνόμιο των αγνών και φρέσκων πρώτων υλών. Άρα λοιπόν, ακόμα και φαινομενικά απλά πιάτα, όπως η χορτόπιτα με φρέσκο τυρί, ο κοκκινιστός κόκκορας με τα χειροποίητα ζυμαρικά γκόγκλιες, το τηγανητό φρέσκο τυρί ή τα αμυγδαλωτά  που σερβίρονται συχνά στα ευβοιώτικα σπίτια, θα μπορούσαν να σταθούν επάξια στους καταλόγους ξενοδοχείων και εστιατορίων, παρουσιασμένα με έναν πιο προσεγμένο τρόπο», συμπεραίνει ο σεφ κ. Γιώργος Μαντασάς.

Κώστας Καραγεώργος

Κι ενώ η πανδημία ματαίωσε όλα τα σχέδια για προώθηση του γαστρονομικού τουρισμού, αναμένεται η επιστροφή στην κανονικότητα να επαναφέρει «όλες τις απαραίτητες επαφές που χρειάζονται, ώστε να μπορέσουμε να αναδείξουμε όλα αυτά που μας χαρακτήριζαν στο παρελθόν», αναφέρει ο κ. Καραγεώργος σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης, την ίδια ώρα που, σύμφωνα με τον κ Χέλμη, «παροτρύνονται οι επιχειρήσεις να προωθούν τα τοπικά προϊόντα στους χώρους εστίασή τους και επίκειται συνεργασία με την αγροδιατροφική» για το σκοπό αυτό.

Η ενσωμάτωση και έμφαση στην τοπική ελληνική κουζίνα στις υπάρχουσες δομές φιλοξενίας αποτελεί ένα φιλόδοξο σχέδιο για την αύξηση των επισκεπτών και κατ’ επέκταση την ενίσχυση της εθνικής οικονομίας, καθώς οι γεύσεις και το φαγητό βρίσκονται στις πρώτες θέσεις με τους λόγους για τους οποίους κάποιος επιλέγει να επισκεφτεί αρχικά έναν τόπο και δευτερευόντως έναν χώρο διαμονής. «Είναι αδιαμφισβήτητο αυτό και αλληλοσυνδεδεμένα, η γαστρονομία είναι λόγος δημιουργίας επαναλαμβανόμενων πελατών σε περιοχές που την έχουν αναπτύξει», μας εξηγεί ο κ. Χέλμης που μετρά χρόνια εμπειρίας στον τομέα της φιλοξενίας.

Τα νέα πιάτα υπόσχονται παράδοση και νεωτερικότητα

Η τάση των τελευταίων ετών, δείχνει να παντρεύεται το παραδοσιακό με την «ιδιαίτερη» γεύση, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό γευστικό αποτέλεσμα, αποκύημα της εκρηκτικής φαντασίας των μαγείρων, όπως μας εξηγεί ο κ. Μαντασάς, αφού «η Ελλάδα, λόγω της δύσκολης ιστορικής της διαδρομής, δεν είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί γαστρονομικά όσο άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Έτσι, μέχρι πρότινος, είχε γίνει διάσημη μέσα από κάποια κλασσικά πιάτα: μουσακάς, σουβλάκι, χωριάτικη, τζατζίκι, φέτα. Οι νέες γενιές των Ελλήνων μαγείρων που έχουν ταξιδέψει, εργαστεί, διαβάσει, δοκιμάσει κουζίνες και παραδόσεις εκτός των ελληνικών συνόρων, κατάφεραν επιστρέφοντας να εξελίξουν και να εμπλουτίσουν την ελληνική γαστρονομία με νέες τεχνικές, οι οποίες, σε συνδυασμό με τις εξαιρετικές πρώτες ύλες της ελληνικής γης, την έχουν φτάσει σε ένα αξιοπρεπέστατο επίπεδο παγκόσμιου βεληνεκούς», υπογραμμίζει ο κ. Μαντασάς, δίνοντας μία νέα πνοή γαστρονομίας στον ελληνικό τουρισμό, τονίζοντας, παράλληλα, τη σημασία που έχει η στήριξη των δομών του κράτους στον τομέα του επισιτισμού για την ανάδειξη και προώθηση της γαστρονομίας ως τουριστικό προϊόν. «Αυτό που τώρα χρειάζεται είναι η υποστήριξη του κράτους και των σχετιζόμενων με τον τουρισμό οργανισμών, μέσω της οικονομικής ενίσχυσης των επιχειρήσεων εστίασης και της διαφήμισης και προώθησης των ελληνικών προϊόντων στο εξωτερικό», συμπλήρωσε.

Ήδη πολλές ξενοδοχειακές μονάδες, που πρωτοστατούν στην έννοια της φιλοξενίας, όπως έχει αποτυπωθεί στον τουρισμό, έχει εντάξει ή προτείνει την διοργάνωση γαστρονομικών εκδηλώσεων, προκειμένου να δοθεί έμφαση στην κουλτούρα της ελληνικής κουζίνας και «θα ήταν πιο όμορφο αν συνδυαζόταν και με τη συμμετοχή των τουριστών. Δηλαδή να συμμετέχουν οι τουρίστες στην παρασκευή των γευμάτων και να συμβάλλουν στην όλη διαδικασία, ώστε να γνωρίσουν την ελληνική κουζίνα από την αρχή έως το τέλος, τις πρώτες ύλες και φυσικά τη διαδικασία», είπε ο κ. Καραγεώργος, ενώ ταυτόχρονα «σε πολλά ξενοδοχεία ήδη γίνεται αυτό με μαθήματα μαγειρικής τοπικών συνταγών και γευσιγνωσία», όπως ανέφερε ο κ. Χέλμης.

Ο γαστρονομικός τουρισμός και η αύξηση της αναγνωρισιμότητας των προϊόντων διεθνώς

Παράλληλα, η προώθηση του γαστρονομικού τουρισμού μπορεί να έχει πολυπαραγοντικά οφέλη, αν λάβει κανείς υπόψη του την προσπάθεια και τα κεφάλαια που επενδύουν μικροί και μεγάλοι παραγωγοί, που εξελίσσονται σε σημαντικούς πυλώνες της εθνικής οικονομίας. Είναι μια ευκαιρία τα παραγώμενα τοπικά προϊόντα να γίνουν ευρέως γνωστά και να αναζητήσουν νέο αγοραστικό κοινό εκτός συνόρων, στο πλαίσιο της αύξησης του εξαγωγικού τομέα. Έτσι, ο γαστρονομικός τουρισμός «συμβάλλει και αν συνδυαστεί με ετικέτα ώστε να γίνουν και επώνυμα (παραγωγός, περιοχή, ημερομηνία παραγωγής) θα είναι ακόμα πιο αποτελεσματική η ανάδειξή τους», τονίζει ο κ. Χέλμης.

Εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο δοκιμάζουν και γεύονται τα ελληνικά προϊόντα και ο τουρισμός είναι η ευκαιρία που έχουν για την αύξηση της αναγνωρισιμότητάς τους και των πωλήσεων, που κατ’ επέκταση θα αποτυπωθεί στην εγχώρια οικονομία. «Πάνω από 30.000.000 τουρίστες κάθε χρόνο επισκέπτονται την Ελλάδα. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να γνωρίζουν τα προϊόντα μας, αφού έρχονται σε άμεση επαφή και να τους είναι πλέον γνωστά. Συνεπώς, η διαδικασία να τα αγοράσουν είναι εύκολη», σύμφωνα με τον κ. Καραγεώργο.

Επικυρώνοντας τους δύο άνδρες της φιλοξενίας και του επισιτισμού, ο κ. Μαντασάς επιβεβαιώνει την επιτυχία της αύξησης των εξαγωγών μέσα από την προσπάθεια ανάδειξης της ελληνικής τοπικής κουζίνας στον τουρισμό. «Η ενίσχυση της τοπικής κουζίνας στον τομέα του τουρισμού θα οδηγήσει μεγαλύτερη μερίδα τουριστών στη δοκιμή των τοπικών προϊόντων και κατά συνέπεια στη συχνότερη αναζήτησή τους και στην παγκόσμια αγορά. Όταν γευόμαστε κάτι φρέσκο, νόστιμο και προπάντων ποιοτικό, λογικό δεν είναι να θέλουμε να το γευτούμε ξανά επιστρέφοντας στον δικό μας τόπο;», σημειώνει.

 

Γιώργος Μαντασάς

Ο σεφ της ξενοδοχειακής μονάδας Evia Silence Γιώργος Μαντασάς προτείνει:

Ποιες είναι οι γαστρονομικές σας προτάσεις από την τοπική κουζίνα της περιοχής μας(αν γνωρίζετε τοπικά προϊόντα από όλη τη Στερεά, όχι μόνο την Εύβοια), που θα τα εντάσσατε ως τουριστικό προϊόν;

«Ξεκινώντας με την Εύβοια, ενδεικτικά θα αναφερθώ στα παγκοσμίου φήμης σύκα Κύμης, τα οποία λόγω της αναγνωρισιμότητας και της χρήσης τους σε πολλές κουζίνες του κόσμου θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν «τουριστικός μαγνήτης». Επόμενο γνωστό τοπικό προϊόν που εύκολα θα μπορούσε να προωθηθεί ως τουριστικό, λόγω της εύκολης μεταφοράς του, αλλά και μαγειρέματος, θα ήταν τα φρέσκα ντόπια ζυμαρικά, όπως οι γκόγκλιες, ο τραχανάς και οι χυλοπίτες.

Όσον αφορά την ευρύτερη περιοχή της Στερεάς, πολλά από τα τοπικά της προϊόντα θα μπορούσαν να ανταγωνιστούν ισάξια παγκοσμίως γνωστά και αναγνωρισμένα προϊόντα. Για παράδειγμα, το προσούτο Ευρυτανίας, το Κατίκι Δομοκού, η φορμαέλα και το τσίπουρο Αράχωβας, κρασιά και τσίπουρα από ανερχόμενους παραγωγούς της περιοχής μας, μέλι και βότανα από τη στερεοελλαδίτικη γη και άλλα πολλά που μας προσφέρει απλόχερα ο τόπος μας».

Τι πρέπει να δοκιμάσει οπωσδήποτε κάθε τουρίστας που μας επισκέπτεται;

«Τις φρέσκιες πρώτες ύλες μας (λαχανικά, φρούτα, μυρωδικά, κρέατα, τυροκομικά, ψάρια), είτε στην αρχική τους μορφή, είτε ενσωματωμένες σε μια γευστική γαστρονομική πρόταση».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ