Συντροφικές σχέσεις εξάρτησης: Ορισμός, ενδείξεις και τρόπος εξόδου

Της Κατερίνας Μασούρη, ψυχολόγου ΕΠΑΨΥ Εύβοιας

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Η φύση μάς ωθεί στη δημιουργία σχέσεων με τα άλλα όντα, καθώς και στην αναζήτηση ατόμων που θα καλύπτουν τις διάφορες ανάγκες μας (βιολογικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές). Έτσι, δημιουργούμε σχέσεις φιλικές, οικογενειακές, συντροφικές στην πορεία της ζωής μας, δίνοντας λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης και στον αρχέγονο φόβο της μοναξιάς και του θανάτου. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με την εξάρτηση στις συντροφικές σχέσεις.

Η σύναψη υγιών σχέσεων περιλαμβάνει ένα αμοιβαίο δούναι και λαβείν μεταξύ των μελών της σχέσης. Στην υγιή σχέση το κάθε μέλος διατηρεί την προσωπική του ταυτότητα , ενισχύει την αυτοεκτίμησή του και καλλιεργεί τη σχέση του παράλληλα με τον εαυτό του, και επειδή η σχέση δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή των μελών, προβαίνουν αμφότεροι σε αμοιβαίους συμβιβασμούς για τη διατήρηση και εξέλιξή της. Απεναντίας, στη σχέση εξάρτησης υπάρχει ένα δυσλειτουργικό πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών που σχετίζονται. Η δυσλειτουργία παρατηρείται όταν τα ατομικά όρια του εαυτού ακυρώνονται, αφού το άτομο προσκολλάται και στηρίζει τη ζωή του και την ευτυχία του στον άλλον.

Παρακάτω παρουσιάζονται επτά σημάδια ότι βρισκόμαστε σε μια σχέση εξάρτησης:

  1. Βασικός μας στόχος είναι η ικανοποίηση των αναγκών του άλλου. Οι προσωπικές μας ανάγκες δεν εκφράζονται ή μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, αφού είμαστε αφοσιωμένοι στο να ικανοποιήσουμε τον σύντροφό μας.
  2. Νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον άλλον. Το συναίσθημα της ματαιότητας, όταν βρισκόμαστε μακριά από τον άλλον, είναι τόσο έντονο ώστε νιώθουμε ότι δεν έχουμε λόγο ύπαρξης. Πιστεύουμε ότι τον χρειαζόμαστε δίπλα μας, προκειμένου να επιβιώσουμε συναισθηματικά και να αισθανόμαστε χαρούμενοι και ολοκληρωμένοι.
  3. Ανησυχούμε υπερβολικά για τη γνώμη που έχει ο άλλος για εμάς. Μέσα μας νιώθουμε ότι η δική μας γνώμη δεν μετράει, προσπαθούμε συνέχεια να πούμε το σωστό για να τον ευχαριστήσουμε και για κάθε απόφασή μας πρώτα σκεφτόμαστε πώς ο άλλος θα μας κρίνει.
  4. Νιώθουμε παγιδευμένοι. Συχνά έχουμε την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι για εμάς, ότι η σχέση που έχουμε είναι η μόνη λύση και το μόνο καταφύγιό μας, κι έτσι μένουμε. Έχουμε εμπεδωμένη την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, χωρίς την παρουσία και την υποστήριξη του συντρόφου μας. Μάλιστα, δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα πάντα, διότι δεν αντέχουμε στη σκέψη της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.
  5. Δεν έχουμε προσωπικές επιθυμίες. Βασικό μας μέλημα είναι το άλλο μέλος της σχέσης να είναι ικανοποιημένο, αφού νιώθουμε ότι προορισμός μας είναι να πραγματοποιούμε όσα ο σύντροφός μας επιθυμεί, ταυτίζοντας απόλυτα την ύπαρξή μας με τη δική του. Ζώντας σε αυτή τη συγχωνευτική σχέση, οτιδήποτε αφορά τον εαυτό μας δεν μπορεί να αναπτυχθεί.
  6. Δεν μιλάμε, για να αποφύγουμε τη σύγκρουση. Προτιμούμε τη σιωπή, να μην εκφράσουμε τη σκέψη μας ή κάποιο σχόλιο που πιθανόν να πυροδοτήσει καβγά με τον σύντροφό μας. Δεν υπερασπιζόμαστε τη γνώμη μας, ούτε και λέμε το προφανές, μόνο συμφωνούμε αδιαμαρτύρητα στη συζήτηση μαζί του.
  7. Η διάθεση του άλλου επηρεάζει τη διάθεση και τη μέρα μας. Το βαρόμετρο της δικής μας διάθεσης είναι το πώς αισθάνεται ο άλλος. Αν είναι θυμωμένος και έχει νεύρα, εκνευριζόμαστε κι εμείς. Αν είναι καλά, υιοθετούμε τη στάση του και είμαστε κι εμείς καλά.

Καλό θα ήταν, αν διαπιστώσουμε πως έχουμε υιοθετήσει κάποια από τα παραπάνω, να αναζητήσουμε τους λόγους πίσω από αυτή μας τη συμπεριφορά, που μας πάει πίσω και δεν μας επιτρέπει να έχουμε μια υγιή, λειτουργική σχέση. Να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε σχέση εξάρτησης και ότι η συνέχισή της είναι βλαβερή και επιζήμια. Έπειτα, να αποκτήσουμε πάλι την αίσθηση της προσωπικής μας ταυτότητας, προσδιορίζοντας πρώτα τις δικές μας επιθυμίες, ανάγκες και συναισθήματα, ώστε να μπορέσουμε μετέπειτα να χτίσουμε διαπροσωπικές σχέσεις, όπου θα νιώθουμε ασφάλεια, όχι όμως σε βάρος της αυτοεκτίμησής μας. Ακόμη, θα είχε αξία να συζητήσουμε με τον σύντροφο μας για την απόσταση που επιθυμούμε να έχουμε μεταξύ μας, χωρίς να νιώθει κανείς καταπιεσμένος ή παραμελημένος. Τέλος, αν νιώθουμε ότι όλο αυτό είναι πάνω από τον έλεγχό μας, θα ήταν σημαντικό να επισκεφτούμε έναν ειδικό ψυχικής υγείας, μια και η δυσκολία μας μπορεί να είναι μέρος της εξαρτητικής διαταραχής της προσωπικότητας και να χρειαζόμαστε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις.

 

Η φύση μάς ωθεί στη δημιουργία σχέσεων με τα άλλα όντα, καθώς και στην αναζήτηση ατόμων που θα καλύπτουν τις διάφορες ανάγκες μας (βιολογικές, συναισθηματικές, ψυχολογικές). Έτσι, δημιουργούμε σχέσεις φιλικές, οικογενειακές, συντροφικές στην πορεία της ζωής μας, δίνοντας λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης και στον αρχέγονο φόβο της μοναξιάς και του θανάτου. Στο παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με την εξάρτηση στις συντροφικές σχέσεις.

Η σύναψη υγιών σχέσεων περιλαμβάνει ένα αμοιβαίο δούναι και λαβείν μεταξύ των μελών της σχέσης. Στην υγιή σχέση το κάθε μέλος διατηρεί την προσωπική του ταυτότητα , ενισχύει την αυτοεκτίμησή του και καλλιεργεί τη σχέση του παράλληλα με τον εαυτό του, και επειδή η σχέση δίνει νόημα και σκοπό στη ζωή των μελών, προβαίνουν αμφότεροι σε αμοιβαίους συμβιβασμούς για τη διατήρηση και εξέλιξή της. Απεναντίας, στη σχέση εξάρτησης υπάρχει ένα δυσλειτουργικό πλαίσιο αλληλεπίδρασης μεταξύ των μελών που σχετίζονται. Η δυσλειτουργία παρατηρείται όταν τα ατομικά όρια του εαυτού ακυρώνονται, αφού το άτομο προσκολλάται και στηρίζει τη ζωή του και την ευτυχία του στον άλλον.

Παρακάτω παρουσιάζονται επτά σημάδια ότι βρισκόμαστε σε μια σχέση εξάρτησης:

  1. Βασικός μας στόχος είναι η ικανοποίηση των αναγκών του άλλου. Οι προσωπικές μας ανάγκες δεν εκφράζονται ή μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα, αφού είμαστε αφοσιωμένοι στο να ικανοποιήσουμε τον σύντροφό μας.
  2. Νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον άλλον. Το συναίσθημα της ματαιότητας, όταν βρισκόμαστε μακριά από τον άλλον, είναι τόσο έντονο ώστε νιώθουμε ότι δεν έχουμε λόγο ύπαρξης. Πιστεύουμε ότι τον χρειαζόμαστε δίπλα μας, προκειμένου να επιβιώσουμε συναισθηματικά και να αισθανόμαστε χαρούμενοι και ολοκληρωμένοι.
  3. Ανησυχούμε υπερβολικά για τη γνώμη που έχει ο άλλος για εμάς. Μέσα μας νιώθουμε ότι η δική μας γνώμη δεν μετράει, προσπαθούμε συνέχεια να πούμε το σωστό για να τον ευχαριστήσουμε και για κάθε απόφασή μας πρώτα σκεφτόμαστε πώς ο άλλος θα μας κρίνει.
  4. Νιώθουμε παγιδευμένοι. Συχνά έχουμε την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κάτι για εμάς, ότι η σχέση που έχουμε είναι η μόνη λύση και το μόνο καταφύγιό μας, κι έτσι μένουμε. Έχουμε εμπεδωμένη την πεποίθηση ότι δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα μόνοι μας, χωρίς την παρουσία και την υποστήριξη του συντρόφου μας. Μάλιστα, δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα τα πάντα, διότι δεν αντέχουμε στη σκέψη της εγκατάλειψης και της μοναξιάς.
  5. Δεν έχουμε προσωπικές επιθυμίες. Βασικό μας μέλημα είναι το άλλο μέλος της σχέσης να είναι ικανοποιημένο, αφού νιώθουμε ότι προορισμός μας είναι να πραγματοποιούμε όσα ο σύντροφός μας επιθυμεί, ταυτίζοντας απόλυτα την ύπαρξή μας με τη δική του. Ζώντας σε αυτή τη συγχωνευτική σχέση, οτιδήποτε αφορά τον εαυτό μας δεν μπορεί να αναπτυχθεί.
  6. Δεν μιλάμε, για να αποφύγουμε τη σύγκρουση. Προτιμούμε τη σιωπή, να μην εκφράσουμε τη σκέψη μας ή κάποιο σχόλιο που πιθανόν να πυροδοτήσει καβγά με τον σύντροφό μας. Δεν υπερασπιζόμαστε τη γνώμη μας, ούτε και λέμε το προφανές, μόνο συμφωνούμε αδιαμαρτύρητα στη συζήτηση μαζί του.
  7. Η διάθεση του άλλου επηρεάζει τη διάθεση και τη μέρα μας. Το βαρόμετρο της δικής μας διάθεσης είναι το πώς αισθάνεται ο άλλος. Αν είναι θυμωμένος και έχει νεύρα, εκνευριζόμαστε κι εμείς. Αν είναι καλά, υιοθετούμε τη στάση του και είμαστε κι εμείς καλά.

Καλό θα ήταν, αν διαπιστώσουμε πως έχουμε υιοθετήσει κάποια από τα παραπάνω, να αναζητήσουμε τους λόγους πίσω από αυτή μας τη συμπεριφορά, που μας πάει πίσω και δεν μας επιτρέπει να έχουμε μια υγιή, λειτουργική σχέση. Να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε σε σχέση εξάρτησης και ότι η συνέχισή της είναι βλαβερή και επιζήμια. Έπειτα, να αποκτήσουμε πάλι την αίσθηση της προσωπικής μας ταυτότητας, προσδιορίζοντας πρώτα τις δικές μας επιθυμίες, ανάγκες και συναισθήματα, ώστε να μπορέσουμε μετέπειτα να χτίσουμε διαπροσωπικές σχέσεις, όπου θα νιώθουμε ασφάλεια, όχι όμως σε βάρος της αυτοεκτίμησής μας. Ακόμη, θα είχε αξία να συζητήσουμε με τον σύντροφο μας για την απόσταση που επιθυμούμε να έχουμε μεταξύ μας, χωρίς να νιώθει κανείς καταπιεσμένος ή παραμελημένος. Τέλος, αν νιώθουμε ότι όλο αυτό είναι πάνω από τον έλεγχό μας, θα ήταν σημαντικό να επισκεφτούμε έναν ειδικό ψυχικής υγείας, μια και η δυσκολία μας μπορεί να είναι μέρος της εξαρτητικής διαταραχής της προσωπικότητας και να χρειαζόμαστε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ