ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Σωτηρία Μπέλλου 100 χρόνια από τη γέννησή της και 24 από το θάνατό της

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια της Χαλκίδας το 1921

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Στις 27 Αυγούστου 1997, δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της, έφυγε από τη ζωή μία από τις μεγαλύτερες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου, η τραγουδίστρια Σωτηρία Μπέλλου.

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια της Χαλκίδας το 1921. Η οικογένεια της, αρβανίτες στην καταγωγή, επιθύμησαν να της δώσουν από μικρή μια καθώς πρέπει ανατροφή όπως άρμοζε στα κορίτσια της εποχής. Η Σωτηρία από μικρή είχε «ξερό κεφάλι» και δεν αποδέχονταν τον ρόλο που προορίζονταν για εκείνη χωρίς εκείνη. Από μικρή εξελίσσεται σε ένα επαναστατικό αντισυμβατικό παιδί. Διαβάζει όλες τις εφημερίδες που φέρνει ο πατέρας της σπίτι, ψέλνει στην εκκλησία του θείου της στο Σχηματάρι και παίζει με τα αγόρια στις αλάνες. Παιδί ακόμα θα ζητήσει από τον πατέρα της να την πάει σινεμά να δει την «Προσφυγοπούλα» με την Βέμπο, στην οποία η Σωτηρία ήθελε από μικρή να μοιάσει.

Δυστυχώς ο αντισυμβατισμός της Σωτηρίας θα την φέρει σε ρήξη με την οικογένειά της στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας. Η Σωτηρία θα γνωριστεί με έναν πολύ μεγαλύτερο άνδρα στο μαγαζί του πατέρα της, τον Βαγγέλη Τριμούρα. Παρά τις οικογενειακές ενστάσεις, η άπειρη ακόμα Σωτηρία, θα τον παντρευτεί στα 17 της. Ο γάμος της δεν θα γνωρίσει ευτυχία. Ο άνδρας της μέθυσος και άπιστος την χτυπά συχνά, όμως η Σωτηρία δεν δέχεται τέτοια μεταχείριση και σε έναν τους καβγά του καίει το πρόσωπο με βιτριόλι. Για την πράξη της αυτή θα καταδικαστεί σε τρία χρόνια φυλακής στις φυλακές Αβέρωφ. Η αποφυλάκισή της την φέρνει αντιμέτωπη με το γεγονός του στιγματισμού της και έτσι η Σωτηρία φεύγει για την Αθήνα σε ένα τραίνο γεμάτο φαντάρους το 1940.

Στην Αθήνα της κατοχής, η Σωτηρία Μπέλλου, οργανώνεται στο ΕΑΜ. Πηγαίνει μηνύματα σε γιάφκες, συμμετέχει σε συσσίτια αλλά και σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η επαναστατικότητα του χαρακτήρα της γνωρίζει διέξοδο στην επαναστατικότητα των ιδεών του αντάρτικου. Το 1943, η Σωτηρία θα συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Καισαριανή, καθ’ υπόδειξη ενός ντόπιου καταδότη. Την μεταφέρουν στην Μέρλιν και την βασανίζουν για τρεις μέρες. Ακολουθεί η φυλάκισή της μέχρι το 1944 όπου με την απελευθέρωση την αφήνουν ελεύθερη. Γνωρίζεται με τον Χαρίλαο Φλωράκη και στα Δεκεμβριανά λαμβάνει μέρος στις αιματηρές μάχες του ΕΛΑΣ στην Καισαριανή. Με την έναρξη του εμφυλίου, η Σωτηρία Μπέλλου συλλαμβάνεται ξανά από τους χωροφύλακες και γνωρίζει έναν νέο κύκλο ξυλοδαρμών και βίας λόγω των φρονημάτων της. Την κρατάνε με άλλους κομμουνιστές και αριστερούς στο υπόγειο της οδού Βουκουρεστίου, στο καμπαρέ «Κιτ-Κατ». Αργότερα αφήνεται ξανά ελεύθερη και πιάνει δουλειά στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Στο μαγαζί θα γνωρίσει και νέες περιπέτειες το 1946. Μια βραδιά μια παρέα από χίτες μπαίνουν στο μαγαζί και της ζητάνε να πει το «Του αετού ο γιός». Η Μπέλλου που δεν ανέχεται να σκύβει κεφάλι για κανέναν του απαντά «Α πάενε ρε» και τότε οι χίτες της ορμάνε και την ξυλοφορτώνουν. «Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί» λέει η ίδια για το περιστατικό.

Δύο χρόνια μετά, η Μπέλλου θα φύγει από το μαγαζί για να δουλέψει μαζί με τον Βαμβακάρη. Τότε είναι που ξεκινά η εποχή φτώχειας και για την τραγουδίστρια. Για να επιβιώσει πλένει σκάλες, ξεφορτώνει λεωφορεία και πουλά τσιγάρα με ένα καρότσι στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμάται σε βαγόνια και παγκάκια. Με τα λίγα της λεφτά αγοράζει παπούτσια και κουβέρτες. Τελικά θα καταφέρει να νοικιάσει μια μικρή κάμαρα στην οδό Αβάτων στο Περιστέρι και να αγοράσει μια κιθάρα, όνειρο που το είχε από μικρή.

Μετά την κατοχή, η Μπέλλου τραγουδούσε με την κιθάρα της στην ταβέρνα του Καλλέργη στα Εξάρχεια, όπου την άκουσε ο Κίμων Καπετανάκης, συγγραφέας και φίλος του Βασίλη Τσιτσάνη. Η φωνή της τον εντυπωσίασε και της υποσχέθηκε να τη συστήσει στον συνθέτη, ο οποίος ήταν ήδη σημαντικό όνομα στο ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Τσιτσάνης αντιλήφθηκε αμέσως το μεγάλο ταλέντο της. Σύντομα μπήκαν για ηχογράφηση που εκείνη την εποχή αποτελούσε κάτι παραπάνω από όνειρο για χιλιάδες ερμηνεύτριες. Αποκορύφωμα της συνεργασίας τους υπήρξε το τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή» που απογείωσε την καριέρα της.

Η Σωτηρία Μπέλλου σε όλη της την ζωή αγωνίστηκε. Πάλεψε ενάντια στα όσα της προόριζαν για την ζωή της, ενάντια σε κατακτητές και φασίστες, ενάντια στην φτώχεια και κατάφερε να επιβιώσει και να αναδειχθεί ως καλλιτέχνης, αλλά και ως σύμβολο της αδάμαστης, εξεγερμένης γυναίκας που πάλεψε με τις προκαταλήψεις και τους περιορισμούς της εποχής της, για να ζήσει μια μυθική ζωή δημιουργίας, υπερβάσεων, δόξας, αλλά και καταχρήσεων.

Με την μεταπολίτευση συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς δημιουργούς, όπως ο Ξαρχάκος, ο Μούτσης, ο Σαββόπουλος, ο Άσιμος και σφράγισε με τη μεταλλική, τραχιά φωνή της τη μουσική ιστορία του τόπου μας.

«Η Μπέλλου», λέει ο Κώστας Λαδόπουλος, «είχε δυό φωνητικές περιόδους. Την παλιότερη που χαρακτηριζόταν από μιά σημαντικά λεπτότερη και άψογα δουλεμένη φωνή, και την υστερότερη όπου απόκτησε ένα σταθερό και σιδερένιο μέταλλο που «προμήνυε», αντίστοιχα με την περίπτωση της Ρίτας Αμπατζή, κάποιο πρόβλημα στις φωνητικές χορδές που καθόρισαν και το τέλος της.  Θα αποτολμούσα κάποιες σκέψεις. Η κατοπινότερη φωνή της (προοδευτικά, απο το ΄60 και μετά (;) ήταν σπάνια, απ΄ αυτές που δεν υπάρχουν πιά και έξω απ΄ όλα τ΄ άλλα (δυναμική παρουσία, προωθητικούς μηχανισμούς της αγοράς κλπ.), αρκούσε για να τραβήξει την προσοχή αυτών που την αγνοούσαν.»

Όντας πάντα εκτός του γνωστού τζετ-σετ, με ανθρώπινα πάθη όπως ο τζόγος, η Μπέλλου έφυγε το 1997. Λίγοι γνωστοί την συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία, ανάμεσά τους και ο παλιός της φίλος Φλωράκης που της κράτησε το χέρι ενάντια στον καρκίνο.

Το 1970, ο χαράκτης Α. Τάσσος είχε φιλοτεχνήσει τη σειρά τεσσάρων ξυλογραφιών με θέμα τις “Αρχόντισσες των Ρεμπέτικων Τραγουδιών” (135 x 25 εκ. η κάθε μία), η οποία, το 1976, κόσμησε το εξώφυλλο του δίσκου της “Η αρχόντισσα του Ρεμπέτικου” 7.

Α. Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914 – 1985)

“Οι Αρχόντισσες των ρεμπέτικων τραγουδιών”, 1970

  1. Η Αρχόντισσα της Κοκκινιάς
  2. Η Αρχόντισσα της Δραπετσώνας
  3. Η Αρχόντισσα της Καισαριανής
  4. Η Αρχόντισσα της Ανατολής

Φέτος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2021, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή της, η Χριστίνα Μαξούρη και ο Δημήτρης Χαλιώτης παρουσίασαν ένα αφιέρωμα με τίτλο «Τα τραγούδια της Σωτηρίας», από  τις 28 Ιουνίου μέχρι την 1 Ιουλίου στις 21:00, στο Θησείο.

Στις 27 Αυγούστου 1997, δύο ημέρες πριν τα 76 γενέθλιά της, έφυγε από τη ζωή μία από τις μεγαλύτερες φωνές του ελληνικού πενταγράμμου, η τραγουδίστρια Σωτηρία Μπέλλου.

Η Σωτηρία Μπέλλου γεννήθηκε από εύπορη οικογένεια της Χαλκίδας το 1921. Η οικογένεια της, αρβανίτες στην καταγωγή, επιθύμησαν να της δώσουν από μικρή μια καθώς πρέπει ανατροφή όπως άρμοζε στα κορίτσια της εποχής. Η Σωτηρία από μικρή είχε «ξερό κεφάλι» και δεν αποδέχονταν τον ρόλο που προορίζονταν για εκείνη χωρίς εκείνη. Από μικρή εξελίσσεται σε ένα επαναστατικό αντισυμβατικό παιδί. Διαβάζει όλες τις εφημερίδες που φέρνει ο πατέρας της σπίτι, ψέλνει στην εκκλησία του θείου της στο Σχηματάρι και παίζει με τα αγόρια στις αλάνες. Παιδί ακόμα θα ζητήσει από τον πατέρα της να την πάει σινεμά να δει την «Προσφυγοπούλα» με την Βέμπο, στην οποία η Σωτηρία ήθελε από μικρή να μοιάσει.

Δυστυχώς ο αντισυμβατισμός της Σωτηρίας θα την φέρει σε ρήξη με την οικογένειά της στην κρίσιμη ηλικία της εφηβείας. Η Σωτηρία θα γνωριστεί με έναν πολύ μεγαλύτερο άνδρα στο μαγαζί του πατέρα της, τον Βαγγέλη Τριμούρα. Παρά τις οικογενειακές ενστάσεις, η άπειρη ακόμα Σωτηρία, θα τον παντρευτεί στα 17 της. Ο γάμος της δεν θα γνωρίσει ευτυχία. Ο άνδρας της μέθυσος και άπιστος την χτυπά συχνά, όμως η Σωτηρία δεν δέχεται τέτοια μεταχείριση και σε έναν τους καβγά του καίει το πρόσωπο με βιτριόλι. Για την πράξη της αυτή θα καταδικαστεί σε τρία χρόνια φυλακής στις φυλακές Αβέρωφ. Η αποφυλάκισή της την φέρνει αντιμέτωπη με το γεγονός του στιγματισμού της και έτσι η Σωτηρία φεύγει για την Αθήνα σε ένα τραίνο γεμάτο φαντάρους το 1940.

Στην Αθήνα της κατοχής, η Σωτηρία Μπέλλου, οργανώνεται στο ΕΑΜ. Πηγαίνει μηνύματα σε γιάφκες, συμμετέχει σε συσσίτια αλλά και σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Η επαναστατικότητα του χαρακτήρα της γνωρίζει διέξοδο στην επαναστατικότητα των ιδεών του αντάρτικου. Το 1943, η Σωτηρία θα συλληφθεί από τους Γερμανούς στην Καισαριανή, καθ’ υπόδειξη ενός ντόπιου καταδότη. Την μεταφέρουν στην Μέρλιν και την βασανίζουν για τρεις μέρες. Ακολουθεί η φυλάκισή της μέχρι το 1944 όπου με την απελευθέρωση την αφήνουν ελεύθερη. Γνωρίζεται με τον Χαρίλαο Φλωράκη και στα Δεκεμβριανά λαμβάνει μέρος στις αιματηρές μάχες του ΕΛΑΣ στην Καισαριανή. Με την έναρξη του εμφυλίου, η Σωτηρία Μπέλλου συλλαμβάνεται ξανά από τους χωροφύλακες και γνωρίζει έναν νέο κύκλο ξυλοδαρμών και βίας λόγω των φρονημάτων της. Την κρατάνε με άλλους κομμουνιστές και αριστερούς στο υπόγειο της οδού Βουκουρεστίου, στο καμπαρέ «Κιτ-Κατ». Αργότερα αφήνεται ξανά ελεύθερη και πιάνει δουλειά στο μαγαζί του «Τζίμη του Χοντρού» με τον Τσιτσάνη. Στο μαγαζί θα γνωρίσει και νέες περιπέτειες το 1946. Μια βραδιά μια παρέα από χίτες μπαίνουν στο μαγαζί και της ζητάνε να πει το «Του αετού ο γιός». Η Μπέλλου που δεν ανέχεται να σκύβει κεφάλι για κανέναν του απαντά «Α πάενε ρε» και τότε οι χίτες της ορμάνε και την ξυλοφορτώνουν. «Έξι άτομα με βαράγανε στο πάλκο αλλά αυτό που με πόνεσε πιο πολύ ήταν που δεν σηκώθηκε ένας άντρας να με υπερασπιστεί» λέει η ίδια για το περιστατικό.

Δύο χρόνια μετά, η Μπέλλου θα φύγει από το μαγαζί για να δουλέψει μαζί με τον Βαμβακάρη. Τότε είναι που ξεκινά η εποχή φτώχειας και για την τραγουδίστρια. Για να επιβιώσει πλένει σκάλες, ξεφορτώνει λεωφορεία και πουλά τσιγάρα με ένα καρότσι στην Ομόνοια. Τις νύχτες κοιμάται σε βαγόνια και παγκάκια. Με τα λίγα της λεφτά αγοράζει παπούτσια και κουβέρτες. Τελικά θα καταφέρει να νοικιάσει μια μικρή κάμαρα στην οδό Αβάτων στο Περιστέρι και να αγοράσει μια κιθάρα, όνειρο που το είχε από μικρή.

Μετά την κατοχή, η Μπέλλου τραγουδούσε με την κιθάρα της στην ταβέρνα του Καλλέργη στα Εξάρχεια, όπου την άκουσε ο Κίμων Καπετανάκης, συγγραφέας και φίλος του Βασίλη Τσιτσάνη. Η φωνή της τον εντυπωσίασε και της υποσχέθηκε να τη συστήσει στον συνθέτη, ο οποίος ήταν ήδη σημαντικό όνομα στο ρεμπέτικο τραγούδι. Ο Τσιτσάνης αντιλήφθηκε αμέσως το μεγάλο ταλέντο της. Σύντομα μπήκαν για ηχογράφηση που εκείνη την εποχή αποτελούσε κάτι παραπάνω από όνειρο για χιλιάδες ερμηνεύτριες. Αποκορύφωμα της συνεργασίας τους υπήρξε το τραγούδι «Συννεφιασμένη Κυριακή» που απογείωσε την καριέρα της.

Η Σωτηρία Μπέλλου σε όλη της την ζωή αγωνίστηκε. Πάλεψε ενάντια στα όσα της προόριζαν για την ζωή της, ενάντια σε κατακτητές και φασίστες, ενάντια στην φτώχεια και κατάφερε να επιβιώσει και να αναδειχθεί ως καλλιτέχνης, αλλά και ως σύμβολο της αδάμαστης, εξεγερμένης γυναίκας που πάλεψε με τις προκαταλήψεις και τους περιορισμούς της εποχής της, για να ζήσει μια μυθική ζωή δημιουργίας, υπερβάσεων, δόξας, αλλά και καταχρήσεων.

Με την μεταπολίτευση συνεργάστηκε με πολλούς γνωστούς δημιουργούς, όπως ο Ξαρχάκος, ο Μούτσης, ο Σαββόπουλος, ο Άσιμος και σφράγισε με τη μεταλλική, τραχιά φωνή της τη μουσική ιστορία του τόπου μας.

«Η Μπέλλου», λέει ο Κώστας Λαδόπουλος, «είχε δυό φωνητικές περιόδους. Την παλιότερη που χαρακτηριζόταν από μιά σημαντικά λεπτότερη και άψογα δουλεμένη φωνή, και την υστερότερη όπου απόκτησε ένα σταθερό και σιδερένιο μέταλλο που «προμήνυε», αντίστοιχα με την περίπτωση της Ρίτας Αμπατζή, κάποιο πρόβλημα στις φωνητικές χορδές που καθόρισαν και το τέλος της.  Θα αποτολμούσα κάποιες σκέψεις. Η κατοπινότερη φωνή της (προοδευτικά, απο το ΄60 και μετά (;) ήταν σπάνια, απ΄ αυτές που δεν υπάρχουν πιά και έξω απ΄ όλα τ΄ άλλα (δυναμική παρουσία, προωθητικούς μηχανισμούς της αγοράς κλπ.), αρκούσε για να τραβήξει την προσοχή αυτών που την αγνοούσαν.»

Όντας πάντα εκτός του γνωστού τζετ-σετ, με ανθρώπινα πάθη όπως ο τζόγος, η Μπέλλου έφυγε το 1997. Λίγοι γνωστοί την συνόδευσαν στην τελευταία της κατοικία, ανάμεσά τους και ο παλιός της φίλος Φλωράκης που της κράτησε το χέρι ενάντια στον καρκίνο.

Το 1970, ο χαράκτης Α. Τάσσος είχε φιλοτεχνήσει τη σειρά τεσσάρων ξυλογραφιών με θέμα τις “Αρχόντισσες των Ρεμπέτικων Τραγουδιών” (135 x 25 εκ. η κάθε μία), η οποία, το 1976, κόσμησε το εξώφυλλο του δίσκου της “Η αρχόντισσα του Ρεμπέτικου” 7.

Α. Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος, 1914 – 1985)

“Οι Αρχόντισσες των ρεμπέτικων τραγουδιών”, 1970

  1. Η Αρχόντισσα της Κοκκινιάς
  2. Η Αρχόντισσα της Δραπετσώνας
  3. Η Αρχόντισσα της Καισαριανής
  4. Η Αρχόντισσα της Ανατολής

Φέτος στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου 2021, με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή της, η Χριστίνα Μαξούρη και ο Δημήτρης Χαλιώτης παρουσίασαν ένα αφιέρωμα με τίτλο «Τα τραγούδια της Σωτηρίας», από  τις 28 Ιουνίου μέχρι την 1 Ιουλίου στις 21:00, στο Θησείο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ