Η πανδημία φεύγει… οι εξαγορές και συγχωνεύσεις έρχονται

Οι Εξαγορές και Συγχωνεύσεις μπορεί να ανακτούν τη δημοφιλία τους, αλλά η προσοχή των επιχειρήσεων στην επιτυχημένη υλοποίησή τους οφείλει να είναι αμείωτη.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Το 2020 ήταν ένα έτος αρνητικών επιδόσεων ως προς τον αριθμό και την αξία των παγκόσμιων Εξαγορών και Συγχωνεύσεων (Ε&Σ), καθώς η πανδημία τις εξανέμισε. Η διαφαινόμενη έξοδος από αυτήν αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για Ε&Σ τόσο σε διεθνές όσο και σε εγχώριο επίπεδο. Εμβληματικές Ε&Σ, όπως αυτή της MGM (των κινηματογραφικών στούντιο των ταινιών James Bond) από την Amazon έναντι $8,45 δισ., δίνουν τον τόνο των εξελίξεων.

Μπορεί οι Εξαγορές και Συγχωνεύσεις να γίνονται και πάλι δημοφιλείς, αλλά η υλοποίησή τους χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Όμως, και στη χώρα μας η πρόσφατη ανακοίνωση της εξαγοράς της Chipita από τη Mondelēz πυροδοτεί το επενδυτικό ενδιαφέρον. Διαφορετικές κινήσεις στρατηγικής θα υιοθετηθούν από διαφορετικές επιχειρήσεις.

Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις οι οποίες απέτυχαν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της πανδημίας κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο φιλικής ή ακόμα και επιθετικής εξαγοράς από αυτές που τις ξεπέρασαν αλώβητες. Επίσης, η διαφαινόμενη λήξη της πανδημίας δημιουργεί ευκαιρίες (αλλά και αναγκαιότητες) καθετοποίησης. Βλέπουμε, για παράδειγμα, επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου ή λιανεμπορίου να εξαγοράζουν εταιρείες ταχυμεταφορών για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη πρόσβαση στον πελάτη (π.χ. εξαγορά της SendX από τη Skroutz). Άλλες καθετοποιούνται προς τα πίσω, εξαγοράζοντας προμηθευτές για να διασφαλίσουν την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

Επιπρόσθετα, επιχειρήσεις οι οποίες δεν είχαν μέχρι σήμερα επενδύσει στο ηλεκτρονικό εμπόριο κατανοούν ότι η αγοραστική συμπεριφορά αλλάζει ανεπιστρεπτί. Η L’Oréal προετοιμάζεται για έναν κόσμο όπου το 50% των πωλήσεων των προϊόντων της θα διεξάγεται μέσω διαδικτύου. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ηλεκτρονικού καταστήματος συχνά κρίνεται ως όρος επιβίωσης. Ακόμα και μεγάλες επιχειρήσεις στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε νεοφυείς επιχειρήσεις πληροφορικής (π.χ. η LAMDA Development επένδυσε στις ταχυμεταφορές μέσω της Stoferno.gr, και ο Όμιλος Olympia του Π. Γερμανού επένδυσε στην Douleutaras.gr).

Όμως, ενώ οι Ε&Σ παρουσιάζονται πιο αναγκαίες από ποτέ, το μεγάλο πρόβλημα είναι η οικογενειακή μορφή και το μικρό μέγεθος της συντριπτικής πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Η χώρα μας, σε σύνολο 820.000 επιχειρήσεων, διαθέτει μόλις 2.500 επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους. Το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, αλλά και εξωστρέφειας, προβλήματα τα οποία μέσω του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης η Πολιτεία φιλοδοξεί να μετριάσει, δίνοντας ισχυρά φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για μεγέθυνση επιχειρήσεων μέσω Ε&Σ.

Βέβαια, ακόμα και η καλή πρόθεση μπορεί να ανακοπεί από την κουλτούρα ατομισμού, μη συνεργασίας και βραχυπρόθεσμης προοπτικής η οποία κυριαρχεί στη χώρα μας.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια (Penn) σε 62 χώρες, στην οποία συμμετείχαν για την Ελλάδα η ομότιμη καθηγήτρια του ΟΠΑ Νάνσυ Παπαλεξανδρή και ο καθηγητής Δημήτρης Μπουραντάς, καταδεικνύεται ότι σε θέματα που αφορούν την κυριαρχία του «ατομικού» (individualism) έναντι του «συλλογικού» (collectivism) η χώρα μας λαμβάνει την 62η θέση μεταξύ 62 κρατών! Επίσης, σε θέματα επιλογής μεταξύ «βραχυπρόθεσμου» έναντι «μακροπρόθεσμου» (future orientation) η χώρα μας καταλαμβάνει την 52η θέση. Οι δείκτες αυτοί μαρτυρούν τη δυσκολία συνεργασιών και τη μυωπική συμπεριφορά, φαινόμενα που αποτελούν στοιχείο του DNA του Έλληνα και τα όποια κίνητρα θα πρέπει να υπερνικήσουν.

Τέλος, το γεγονός ότι οι Ε&Σ γίνονται και πάλι δημοφιλείς δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να είμαστε εξ ορισμού ευτυχείς.

Διεθνής έρευνα –την οποία επιβεβαιώνει και σχετική ελληνική έρευνα από τον επίκουρο καθηγητή του ΟΠΑ Ιωάννη Θάνο και τον γράφοντα– καταδεικνύει ότι περισσότερες από τις μισές Ε&Σ αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους στόχους τους. Κατά συνέπεια, οι Ε&Σ μπορεί να ανακτούν τη δημοφιλία τους, αλλά η προσοχή των επιχειρήσεων στην επιτυχημένη υλοποίησή τους οφείλει να είναι αμείωτη.

Ας μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο κύμα Ε&Σ που έζησε ποτέ η χώρα μας (την περίοδο 1997-2001) οδήγησε σε κατασπατάληση κεφαλαίων και αξιοσημείωτες επιχειρηματικές αποτυχίες. Κανείς δεν θα επιθυμούσε μια αρνητική επανάληψη του πρόσφατου παρελθόντος.

* Βασίλης Παπαδάκης, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης & Αντιπρύτανης Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Το 2020 ήταν ένα έτος αρνητικών επιδόσεων ως προς τον αριθμό και την αξία των παγκόσμιων Εξαγορών και Συγχωνεύσεων (Ε&Σ), καθώς η πανδημία τις εξανέμισε. Η διαφαινόμενη έξοδος από αυτήν αναζωπυρώνει το ενδιαφέρον για Ε&Σ τόσο σε διεθνές όσο και σε εγχώριο επίπεδο. Εμβληματικές Ε&Σ, όπως αυτή της MGM (των κινηματογραφικών στούντιο των ταινιών James Bond) από την Amazon έναντι $8,45 δισ., δίνουν τον τόνο των εξελίξεων.

Μπορεί οι Εξαγορές και Συγχωνεύσεις να γίνονται και πάλι δημοφιλείς, αλλά η υλοποίησή τους χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Όμως, και στη χώρα μας η πρόσφατη ανακοίνωση της εξαγοράς της Chipita από τη Mondelēz πυροδοτεί το επενδυτικό ενδιαφέρον. Διαφορετικές κινήσεις στρατηγικής θα υιοθετηθούν από διαφορετικές επιχειρήσεις.

Για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις οι οποίες απέτυχαν να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της πανδημίας κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο φιλικής ή ακόμα και επιθετικής εξαγοράς από αυτές που τις ξεπέρασαν αλώβητες. Επίσης, η διαφαινόμενη λήξη της πανδημίας δημιουργεί ευκαιρίες (αλλά και αναγκαιότητες) καθετοποίησης. Βλέπουμε, για παράδειγμα, επιχειρήσεις ηλεκτρονικού εμπορίου ή λιανεμπορίου να εξαγοράζουν εταιρείες ταχυμεταφορών για να διασφαλίσουν την απρόσκοπτη πρόσβαση στον πελάτη (π.χ. εξαγορά της SendX από τη Skroutz). Άλλες καθετοποιούνται προς τα πίσω, εξαγοράζοντας προμηθευτές για να διασφαλίσουν την πρόσβαση σε πρώτες ύλες.

Επιπρόσθετα, επιχειρήσεις οι οποίες δεν είχαν μέχρι σήμερα επενδύσει στο ηλεκτρονικό εμπόριο κατανοούν ότι η αγοραστική συμπεριφορά αλλάζει ανεπιστρεπτί. Η L’Oréal προετοιμάζεται για έναν κόσμο όπου το 50% των πωλήσεων των προϊόντων της θα διεξάγεται μέσω διαδικτύου. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ηλεκτρονικού καταστήματος συχνά κρίνεται ως όρος επιβίωσης. Ακόμα και μεγάλες επιχειρήσεις στρέφουν το ενδιαφέρον τους σε νεοφυείς επιχειρήσεις πληροφορικής (π.χ. η LAMDA Development επένδυσε στις ταχυμεταφορές μέσω της Stoferno.gr, και ο Όμιλος Olympia του Π. Γερμανού επένδυσε στην Douleutaras.gr).

Όμως, ενώ οι Ε&Σ παρουσιάζονται πιο αναγκαίες από ποτέ, το μεγάλο πρόβλημα είναι η οικογενειακή μορφή και το μικρό μέγεθος της συντριπτικής πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Η χώρα μας, σε σύνολο 820.000 επιχειρήσεων, διαθέτει μόλις 2.500 επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζομένους. Το πολύ μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων δημιουργεί σοβαρά προβλήματα ανταγωνιστικότητας, αλλά και εξωστρέφειας, προβλήματα τα οποία μέσω του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης η Πολιτεία φιλοδοξεί να μετριάσει, δίνοντας ισχυρά φορολογικά και χρηματοδοτικά κίνητρα για μεγέθυνση επιχειρήσεων μέσω Ε&Σ.

Βέβαια, ακόμα και η καλή πρόθεση μπορεί να ανακοπεί από την κουλτούρα ατομισμού, μη συνεργασίας και βραχυπρόθεσμης προοπτικής η οποία κυριαρχεί στη χώρα μας.

Σε έρευνα του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια (Penn) σε 62 χώρες, στην οποία συμμετείχαν για την Ελλάδα η ομότιμη καθηγήτρια του ΟΠΑ Νάνσυ Παπαλεξανδρή και ο καθηγητής Δημήτρης Μπουραντάς, καταδεικνύεται ότι σε θέματα που αφορούν την κυριαρχία του «ατομικού» (individualism) έναντι του «συλλογικού» (collectivism) η χώρα μας λαμβάνει την 62η θέση μεταξύ 62 κρατών! Επίσης, σε θέματα επιλογής μεταξύ «βραχυπρόθεσμου» έναντι «μακροπρόθεσμου» (future orientation) η χώρα μας καταλαμβάνει την 52η θέση. Οι δείκτες αυτοί μαρτυρούν τη δυσκολία συνεργασιών και τη μυωπική συμπεριφορά, φαινόμενα που αποτελούν στοιχείο του DNA του Έλληνα και τα όποια κίνητρα θα πρέπει να υπερνικήσουν.

Τέλος, το γεγονός ότι οι Ε&Σ γίνονται και πάλι δημοφιλείς δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να είμαστε εξ ορισμού ευτυχείς.

Διεθνής έρευνα –την οποία επιβεβαιώνει και σχετική ελληνική έρευνα από τον επίκουρο καθηγητή του ΟΠΑ Ιωάννη Θάνο και τον γράφοντα– καταδεικνύει ότι περισσότερες από τις μισές Ε&Σ αποτυγχάνουν να επιτύχουν τους στόχους τους. Κατά συνέπεια, οι Ε&Σ μπορεί να ανακτούν τη δημοφιλία τους, αλλά η προσοχή των επιχειρήσεων στην επιτυχημένη υλοποίησή τους οφείλει να είναι αμείωτη.

Ας μην ξεχνάμε ότι το μεγαλύτερο κύμα Ε&Σ που έζησε ποτέ η χώρα μας (την περίοδο 1997-2001) οδήγησε σε κατασπατάληση κεφαλαίων και αξιοσημείωτες επιχειρηματικές αποτυχίες. Κανείς δεν θα επιθυμούσε μια αρνητική επανάληψη του πρόσφατου παρελθόντος.

* Βασίλης Παπαδάκης, Καθηγητής Στρατηγικής Διοίκησης & Αντιπρύτανης Διεθνούς Συνεργασίας και Ανάπτυξης του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ