H Βόρεια Εύβοια κινδυνεύει από τις κατολισθήσεις

Δεύτερη σε δυνατότητα εκδήλωσης μετά την Πίνδο

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση
«Καμπανάκι» από τους ειδικούς. ​Εκτιμούν ότι πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα για την προστασία των υποδομών και των οικιστικών περιοχών

Δεύτερη στην Ελλάδα μετά την Πίνδο στη δυνατότητα εκδήλωσης κατολισθήσεων είναι η περιοχή της Βόρειας Εύβοιας. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι με την απώλεια της δασικής βλάστησης τα φαινόμενα αυτά θα επιταχυνθούν, εκτιμώντας ότι θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα για την προστασία των υποδομών –όπως το οδικό δίκτυο– και των οικιστικών περιοχών. Σε κάποιες περιοχές μάλιστα θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να μην ανακατασκευαστούν στις ίδιες θέσεις κτίρια ή υποδομές που επλήγησαν.

Ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Μηχανικών Μεταλλείων – Μεταλλουργών του ΕΜΠ, συμμετείχε τα τελευταία χρόνια σε πολλές ερευνητικές δημοσιεύσεις και επίβλεψε διπλωματικές εργασίες για τα φαινόμενα κατολισθήσεων και διαβρώσεων στη Βόρεια Εύβοια. «Το μεγάλο πρόβλημα στη Βόρεια Εύβοια είναι ότι μετά την περιοχή της Πίνδου είναι η δεύτερη στην Ελλάδα σε κατολισθητική επιδεκτικότητα, δηλαδή στη δυνατότητα να εκδηλωθούν κατολισθήσεις με βάση τη γεωλογία, τη γεωμορφολογία και γενικά τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Με δεδομένο ότι η βλάστηση με το ριζικό της σύστημα διασφαλίζει την ευστάθεια των πρανών, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να γίνουν πολλές κατολισθήσεις κατά τη διάρκεια του φετινού και του επόμενου χειμώνα», λέει στην «Κ».

Στο παρελθόν

Σύμφωνα με δημοσιεύσεις σε επιστημονικά έντυπα, στην περιοχή έχει συμβεί τις προηγούμενες δεκαετίες πλήθος κατολισθήσεων, η μεγαλύτερη εκ των οποίων το 2003 στην Αγία Αννα και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή υποδομών (δρόμων, δικτύων) και κτιρίων. «Υπάρχουν πολλοί οικισμοί στη Βόρεια Εύβοια που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Η μεγάλη κατολίσθηση στην Αγία Αννα είχε φθάσει μέχρι τις παρυφές του οικισμού. Ειδικά στους οικισμούς που βρίσκονται δίπλα στη θάλασσα, στην πλευρά του Αιγαίου, παρουσιάζουν μεγάλη “κινητικότητα” που κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 1,5 χιλιοστό το έτος έως 10 χιλιοστά το έτος, με κάποιες περιοχές να φθάνει τα 40-50 χιλιοστά. Στις περιοχές λοιπόν όπου προϋπήρχαν προβλήματα, τα κατολισθητικά φαινόμενα θα επιταχυνθούν».

Τα εργαλεία της Πολιτείας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι συγκεκριμένα. «Κατ’ αρχάς πρέπει να εξεταστούν οι χάρτες κατολισθητικής επιδεκτικότητας για την Εύβοια. Να γίνει προσεκτική καταγραφή των θέσεων που παρουσιάζουν υψηλή επικινδυνότητα, ιδίως εκείνες που βρίσκονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές», λέει ο κ. Λουπασάκης. «Στοιχεία όπως οι παλαιές κατολισθήσεις, τα ύψη της βροχής, ο προσανατολισμός των πρανών θα βοηθήσουν στον εντοπισμό των σημείων αυτών. Στη συνέχεια θα πρέπει θα ληφθούν ορισμένες βασικές αποφάσεις για τον τρόπο προστασίας των περιοχών αυτών. Αν υπάρχουν κρίσιμες υποδομές που χρειάζονται ενισχυμένη προστασία (λ.χ. δίκτυα) κι αν κάποιες από αυτές καταστράφηκαν από τη φωτιά, να μελετηθεί πώς δεν θα επανακατασκευαστούν στο ίδιο σημείο. Επίσης να αποφασιστεί αν και πού χρειάζονται μέτρα αντιστήριξης. Ισως η καταστροφή μάς δώσει την ευκαιρία να επανασχεδιάσουμε κάποια πράγματα με έναν πιο ορθολογικό τρόπο. Αν, για παράδειγμα, ένα σπίτι σήμερα παρουσίαζε ‘’μετακινήσεις’’, είναι δεδομένο ότι τα επόμενα χρόνια θα βρεθεί σε κίνδυνο. Ομως γνωρίζω πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχασαν από μια πλημμύρα ή μια κατολίσθηση την περιουσία τους, αποζημιώθηκαν γι’ αυτήν και μετά την ξαναέχτισαν στο ίδιο σημείο. Ως αποτέλεσμα, έπειτα από λίγα χρόνια ήρθαν και πάλι αντιμέτωποι με μια καταστροφή, γιατί δυστυχώς δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η φύση θα καταλάβει και πάλι τον χώρο που της ανήκει».

«Καμπανάκι» από τους ειδικούς. ​Εκτιμούν ότι πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα για την προστασία των υποδομών και των οικιστικών περιοχών

Δεύτερη στην Ελλάδα μετά την Πίνδο στη δυνατότητα εκδήλωσης κατολισθήσεων είναι η περιοχή της Βόρειας Εύβοιας. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι με την απώλεια της δασικής βλάστησης τα φαινόμενα αυτά θα επιταχυνθούν, εκτιμώντας ότι θα πρέπει να ληφθεί ειδική μέριμνα για την προστασία των υποδομών –όπως το οδικό δίκτυο– και των οικιστικών περιοχών. Σε κάποιες περιοχές μάλιστα θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να μην ανακατασκευαστούν στις ίδιες θέσεις κτίρια ή υποδομές που επλήγησαν.

Ο Κωνσταντίνος Λουπασάκης, αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Μηχανικών Μεταλλείων – Μεταλλουργών του ΕΜΠ, συμμετείχε τα τελευταία χρόνια σε πολλές ερευνητικές δημοσιεύσεις και επίβλεψε διπλωματικές εργασίες για τα φαινόμενα κατολισθήσεων και διαβρώσεων στη Βόρεια Εύβοια. «Το μεγάλο πρόβλημα στη Βόρεια Εύβοια είναι ότι μετά την περιοχή της Πίνδου είναι η δεύτερη στην Ελλάδα σε κατολισθητική επιδεκτικότητα, δηλαδή στη δυνατότητα να εκδηλωθούν κατολισθήσεις με βάση τη γεωλογία, τη γεωμορφολογία και γενικά τις συνθήκες που επικρατούν στην περιοχή. Με δεδομένο ότι η βλάστηση με το ριζικό της σύστημα διασφαλίζει την ευστάθεια των πρανών, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος να γίνουν πολλές κατολισθήσεις κατά τη διάρκεια του φετινού και του επόμενου χειμώνα», λέει στην «Κ».

Στο παρελθόν

Σύμφωνα με δημοσιεύσεις σε επιστημονικά έντυπα, στην περιοχή έχει συμβεί τις προηγούμενες δεκαετίες πλήθος κατολισθήσεων, η μεγαλύτερη εκ των οποίων το 2003 στην Αγία Αννα και είχε ως αποτέλεσμα την καταστροφή υποδομών (δρόμων, δικτύων) και κτιρίων. «Υπάρχουν πολλοί οικισμοί στη Βόρεια Εύβοια που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Η μεγάλη κατολίσθηση στην Αγία Αννα είχε φθάσει μέχρι τις παρυφές του οικισμού. Ειδικά στους οικισμούς που βρίσκονται δίπλα στη θάλασσα, στην πλευρά του Αιγαίου, παρουσιάζουν μεγάλη “κινητικότητα” που κυμαίνεται κατά μέσο όρο από 1,5 χιλιοστό το έτος έως 10 χιλιοστά το έτος, με κάποιες περιοχές να φθάνει τα 40-50 χιλιοστά. Στις περιοχές λοιπόν όπου προϋπήρχαν προβλήματα, τα κατολισθητικά φαινόμενα θα επιταχυνθούν».

Τα εργαλεία της Πολιτείας σε αυτές τις περιπτώσεις είναι συγκεκριμένα. «Κατ’ αρχάς πρέπει να εξεταστούν οι χάρτες κατολισθητικής επιδεκτικότητας για την Εύβοια. Να γίνει προσεκτική καταγραφή των θέσεων που παρουσιάζουν υψηλή επικινδυνότητα, ιδίως εκείνες που βρίσκονται κοντά σε κατοικημένες περιοχές», λέει ο κ. Λουπασάκης. «Στοιχεία όπως οι παλαιές κατολισθήσεις, τα ύψη της βροχής, ο προσανατολισμός των πρανών θα βοηθήσουν στον εντοπισμό των σημείων αυτών. Στη συνέχεια θα πρέπει θα ληφθούν ορισμένες βασικές αποφάσεις για τον τρόπο προστασίας των περιοχών αυτών. Αν υπάρχουν κρίσιμες υποδομές που χρειάζονται ενισχυμένη προστασία (λ.χ. δίκτυα) κι αν κάποιες από αυτές καταστράφηκαν από τη φωτιά, να μελετηθεί πώς δεν θα επανακατασκευαστούν στο ίδιο σημείο. Επίσης να αποφασιστεί αν και πού χρειάζονται μέτρα αντιστήριξης. Ισως η καταστροφή μάς δώσει την ευκαιρία να επανασχεδιάσουμε κάποια πράγματα με έναν πιο ορθολογικό τρόπο. Αν, για παράδειγμα, ένα σπίτι σήμερα παρουσίαζε ‘’μετακινήσεις’’, είναι δεδομένο ότι τα επόμενα χρόνια θα βρεθεί σε κίνδυνο. Ομως γνωρίζω πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που έχασαν από μια πλημμύρα ή μια κατολίσθηση την περιουσία τους, αποζημιώθηκαν γι’ αυτήν και μετά την ξαναέχτισαν στο ίδιο σημείο. Ως αποτέλεσμα, έπειτα από λίγα χρόνια ήρθαν και πάλι αντιμέτωποι με μια καταστροφή, γιατί δυστυχώς δεν μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η φύση θα καταλάβει και πάλι τον χώρο που της ανήκει».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ