Τα επόμενα χρόνια

Τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα αστικά κέντρα που δεν υπόσχονταν πολλά τότε

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Θυμάμαι την παρέα από την Αθήνα που έβαλε στο συρτάρι τα πτυχία, μηχανολογίας, ηλεκτρονικών υπολογιστών, διοίκησης επιχειρήσεων, μάζεψε βαλίτσες και, με ό,τι οικονομίες υπήρχαν στην άκρη, έφτιαξε μια μικρή μονάδα μελισσοκομίας σε χωριό της Ηλείας και μετακόμισε εκεί. Τους σκεφτόμουν αυτές τις μέρες βλέποντας στις ειδήσεις εικόνες από καμένα μελίσσια.

Σκεφτόμουν και το νεαρό ζευγάρι από τα βουνά της βόρειας Εύβοιας. Τους είχα συναντήσει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στον παράδεισό τους λίγο έξω από τα Βασιλικά Ευβοίας, ένα μικρό πέτρινο σπίτι μέσα στο δάσος με φωτοβολταϊκές πλάκες για ρεύμα και υδρορροές από το ποτάμι. Είχαν εγκαταλείψει τη μεγάλη πόλη και απολάμβαναν τη Φύση, την ηρεμία, μια ζωή που στα μάτια μου έμοιαζε δύσκολη, αλλά για τους ίδιους ήταν ένα όνειρο που κατάφεραν να δημιουργήσουν από το μηδέν, βάζοντας προσωπική εργασία, πέτρα πέτρα, με αγώνα και επιμονή.

Είχαν δυο μικρά παιδιά. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, σήμερα πρέπει τα παιδιά τους να είναι περίπου 18-20 χρόνων. Σίγουρα θα αγωνίστηκαν για τον τόπο τους, όπως εκατοντάδες άλλοι νέοι απ’ όλα τα χωριά της Ελλάδας που ρίχτηκαν στην πυρόσβεση στήνοντας γραμμές άμυνας με αγροτικά μηχανήματα, φτυάρια, πυροσβεστήρες, κουβάδες νερό ή ακόμη και κλάρες.

Τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα αστικά κέντρα που δεν υπόσχονταν πολλά τότε, αναζητώντας μια νέα επαγγελματική ευκαιρία, μια καλύτερη ζωή σε χωριά μικρά και μεγάλα όλης της Ελλάδας. Eφυγαν με χαρά, με αισιοδοξία, με όρεξη και πάθος να προσφέρουν στον τόπο που πήγαν, όχι απαραίτητα τόπο καταγωγής τους, βοήθησαν να ζωντανέψουν περιοχές που βρίσκονταν σε μαρασμό, ενίσχυσαν τον τοπικό πληθυσμό.

Πολλές απ’ αυτές τις περιοχές δοκιμάζονται σήμερα σκληρά από τις πυρκαγιές. Ειδικά στη βόρεια Εύβοια η καταστροφή είναι τεράστια, και το σχέδιο που απαιτείται δεν αρκεί να περιλαμβάνει μόνο αποζημιώσεις, φοροαπαλλαγές, ένα «πακέτο ανακούφισης», όσο γενναίο κι αν είναι. Αν η πολιτεία θέλει να μην ερημώσουν αυτές οι περιοχές, πρέπει να σχεδιάσει όχι την επόμενη μέρα αλλά τα επόμενα χρόνια και να είναι διαρκώς παρούσα. Μόνο έτσι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορέσουν να ξαναγεννηθούν από τις στάχτες.

Θυμάμαι την παρέα από την Αθήνα που έβαλε στο συρτάρι τα πτυχία, μηχανολογίας, ηλεκτρονικών υπολογιστών, διοίκησης επιχειρήσεων, μάζεψε βαλίτσες και, με ό,τι οικονομίες υπήρχαν στην άκρη, έφτιαξε μια μικρή μονάδα μελισσοκομίας σε χωριό της Ηλείας και μετακόμισε εκεί. Τους σκεφτόμουν αυτές τις μέρες βλέποντας στις ειδήσεις εικόνες από καμένα μελίσσια.

Σκεφτόμουν και το νεαρό ζευγάρι από τα βουνά της βόρειας Εύβοιας. Τους είχα συναντήσει πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στον παράδεισό τους λίγο έξω από τα Βασιλικά Ευβοίας, ένα μικρό πέτρινο σπίτι μέσα στο δάσος με φωτοβολταϊκές πλάκες για ρεύμα και υδρορροές από το ποτάμι. Είχαν εγκαταλείψει τη μεγάλη πόλη και απολάμβαναν τη Φύση, την ηρεμία, μια ζωή που στα μάτια μου έμοιαζε δύσκολη, αλλά για τους ίδιους ήταν ένα όνειρο που κατάφεραν να δημιουργήσουν από το μηδέν, βάζοντας προσωπική εργασία, πέτρα πέτρα, με αγώνα και επιμονή.

Είχαν δυο μικρά παιδιά. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό που έκανα, σήμερα πρέπει τα παιδιά τους να είναι περίπου 18-20 χρόνων. Σίγουρα θα αγωνίστηκαν για τον τόπο τους, όπως εκατοντάδες άλλοι νέοι απ’ όλα τα χωριά της Ελλάδας που ρίχτηκαν στην πυρόσβεση στήνοντας γραμμές άμυνας με αγροτικά μηχανήματα, φτυάρια, πυροσβεστήρες, κουβάδες νερό ή ακόμη και κλάρες.

Τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης, χιλιάδες άνθρωποι εγκατέλειψαν τα αστικά κέντρα που δεν υπόσχονταν πολλά τότε, αναζητώντας μια νέα επαγγελματική ευκαιρία, μια καλύτερη ζωή σε χωριά μικρά και μεγάλα όλης της Ελλάδας. Eφυγαν με χαρά, με αισιοδοξία, με όρεξη και πάθος να προσφέρουν στον τόπο που πήγαν, όχι απαραίτητα τόπο καταγωγής τους, βοήθησαν να ζωντανέψουν περιοχές που βρίσκονταν σε μαρασμό, ενίσχυσαν τον τοπικό πληθυσμό.

Πολλές απ’ αυτές τις περιοχές δοκιμάζονται σήμερα σκληρά από τις πυρκαγιές. Ειδικά στη βόρεια Εύβοια η καταστροφή είναι τεράστια, και το σχέδιο που απαιτείται δεν αρκεί να περιλαμβάνει μόνο αποζημιώσεις, φοροαπαλλαγές, ένα «πακέτο ανακούφισης», όσο γενναίο κι αν είναι. Αν η πολιτεία θέλει να μην ερημώσουν αυτές οι περιοχές, πρέπει να σχεδιάσει όχι την επόμενη μέρα αλλά τα επόμενα χρόνια και να είναι διαρκώς παρούσα. Μόνο έτσι αυτοί οι άνθρωποι θα μπορέσουν να ξαναγεννηθούν από τις στάχτες.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ