Τέσσερις Έλληνες επιστήμονες σε ευρωομάδα για τον έλεγχο της πανδημίας

Με ακόμη 28 ειδικούς, σε διάφορες πτυχές της πανδημίας

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Ο Σωτήρης Τσιόδρας, ο Γιώργος Παυλάκης, ο Χρήστος Λιόνης και η Έλενα Πετέλος ήταν ανάμεσα στους επιστήμονες από 17 ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων συμπεράσματά τους δημοσιεύθηκαν σε εργασία στο ιατρικό περιοδικό TheLancet

Τέσσερις διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες με ακόμη 28 ειδικούς, σε διάφορες πτυχές της πανδημίας, κλήθηκαν να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία για το τι αναμένεται να συμβεί στο επόμενο χρονικό διάστημα αναφορικά με τον κορωνοϊό.

Ο ειδικός λοιμωξιολόγος, Σωτήρης Τσιόδρας, ο γιατρός ερευνητής στον τομέα των ανοσοθεραπειών και των εμβολίων για τον καρκίνο και τις μολυσματικές ασθένειες στο Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, Γιώργος Παυλάκης, ο καθηγητής Γενικής Ιαηρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Χρήστος Λιόνης και η ειδικός στη Δημόσια Υγεία Έλενα Πετέλος ήταν ανάμεσα στους επιστήμονες από 17 ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων συμπεράσματά τους δημοσιεύθηκαν, στις 29 Ιουλίου, σε εργασία στο ιατρικό περιοδικό TheLancet Regional Health – Europe, ενώ συμπληρωματική ανάλυση δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό The Lancet, στις 9 Αυγούστου.

Οι επιστήμονες εντόπισαν τρία κρίσιμα ερωτήματα στα οποία χρειαζόμαστε απαντήσεις:

  1. Θα μπορέσουμε να επιτύχουμε υψηλά επίπεδα ανοσίας στους πληθυσμούς μας, ιδίως μέσω υψηλών και σταθερών ποσοστών εμβολιασμού;
  2. Πόσο πιθανό είναι να εμφανιστούν νέα στελέχη που είναι πιο μεταδοτικά ή μπορούν να ξεφύγουν από τα υπάρχοντα εμβόλια;
  3. Πώς θα ανταποκριθούν οι άνθρωποι στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις; Ιδιαιτέρως, τι θα καθορίσει την προθυμία τους να τηρήσουν προφυλάξεις;

Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα, οι εμπειρογνώμονες επισήμαναν πιθανά μελλοντικά σενάρια και συνεχείς προκλήσεις, τις οποίες κατέταξαν σε τρεις διαδοχικές χρονικές περιόδους.

Καλοκαίρι 2021

Πάρα πολλοί άνθρωποι σε όλη την Ευρώπη παραμένουν μη εμβολιασμένοι και το στέλεχος Δέλτα συνεχίζει να εξαπλώνεται. Οι ειδικοί προέβλεψαν την τρέχουσα αναζωπύρωση των λοιμώξεων και διαφώνησαν έντονα με την πρόωρη άρση των περιορισμών. Παρόλο που οι προσπάθειες μείωσης των κρουσμάτων βοηθούνται από τον καλό καιρό και τα προγράμματα εμβολιασμού συμβάλλουν στη μείωση της πιθανότητας σοβαρής [μορφής] ασθένειας και θανάτου, δεν υπάρχει περιθώριο
εφησυχασμού.

Φθινόπωρο/Χειμώνας 2021-2022

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε αυτό που συνέβη το 2020. Η μετάβαση σε δραστηριότητες σε εσωτερικούς/κλειστούς χώρους και το κλίμα όπως διαμορφώνεται τους ψυχρότερους μήνες αναμένεται να επιταχύνει την εξάπλωση του SARS-CoV-2. «Η εμπειρία θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι, από τη στιγμή που βλέπουμε αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων έχουμε ήδη αποτύχει να ελέγξουμε την εξάπλωση του ιού και θα χρειαστεί να επαναφέρουμε τους περιορισμούς, κατά προτίμηση νωρίτερα παρά αργότερα. Ήμασταν πολύ τυχεροί που, το χειμώνα του 2020, γλιτώσαμε από τη συνήθη εποχική γρίπη, κυρίως επειδή οι συνήθειες που αναπτύξαμε για τη μείωση του COVID- 19/των λοιμώξεων από τον κορονοϊό λειτούργησαν επίσης κατά της γρίπης. Αλλά αν περισσότεροι άνθρωποι έρθουν σε επαφή δημόσια, είναι απίθανο να είμαστε τόσο τυχεροί τη φετινή χρονιά», τονίζουν.

Σύμφωνα με τους ίδιους, το επίπεδο εμβολιασμού θα είναι πολύ υψηλότερο, αλλά, όπως ήδη βλέπουμε, αυτό δεν θα είναι αρκετό, από μόνο του, για τον έλεγχο της πανδημίας. Ένα κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να θέσουν όλες οι χώρες είναι αν θα εμβολιάσουν τα παιδιά. Ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών το κάνει, αλλά αυτό είναι ένα πεδίο όπου η τεκμηρίωση βρίσκεται υπό εξέλιξη και που σε ορισμένες χώρες, μπορεί να προκαλέσει αντιπαραθέσεις.

Η Προοπτική για τα επόμενα 3-5 χρόνια

Κοιτάζοντας το απώτερο μέλλον, μία από τις βασικές ανησυχίες των εμπειρογνωμόνων ήταν ο αντίκτυπος στις υπηρεσίες υγείας για άτομα με συνυπάρχουσες παθήσεις. Σε πολλές χώρες έχουν προκύψει μεγάλες εκκρεμότητες ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών και πολλές σημαντικές προληπτικές δραστηριότητες, όπως ο μαζικός πληθυσμιακός έλεγχος και η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου έχουν μείνει πίσω. Θα υπάρξει μια κληρονομιά ψυχικής ασθένειας – με τους νέους, τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας και άλλους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή, και εκείνους που ήδη υστερούν σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και υποφέρουν από διακρίσεις να κινδυνεύουν περισσότερο. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιστρέψουν στην κατάσταση πριν από την πανδημία, με αποτυχημένες πολιτικές που δημιούργησαν τις συνθήκες που επέτρεψαν τη διάδοση του covid-19. Αλλά ο ιός SARS-CoV-2 θα εξακολουθήσει να υπάρχει και θα είναι απαραίτητο να κάνουμε ακόμη περισσότερα για να διασφαλίσουμε ότι όλοι, όπου κι αν βρίσκονται στον κόσμο, θα έχουν τη δυνατότητα να εμβολιαστούν. Αυτό είναι τόσο προς όφελός ατομικά, όσο και για το γενικότερο συμφέρον, δεδομένης της εναλλακτικής, σε περίπτωση μη εμβολιασμού, να επιτραπεί στον ιό να συνεχίσει να εξαπλώνεται και να παράγει όλο και περισσότερα στελέχη.

 Φαίνεται πλέον απίθανο να επιτύχουμε την εκρίζωση του ιού, λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις της επίτευξης υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης, την εξέλιξη του ιού και την ατελή ανοσία ως προς τη λοίμωξη, ή ακόμη και δεδομένων των πιθανών δεξαμενών λοιμώξεων σε ζώα. Ωστόσο, συνδυάζοντας την ανοσοποίηση με μέτριες αλλαγές στην καθημερινή ζωή, όπως καλύτερο αερισμό και συχνότερη χρήση καλυμμάτων προσώπου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα θα πρέπει να
είναι δυνατό να σπάσουν οι αλυσίδες μετάδοσης τις περισσότερες φορές.

Τέλος, έχουμε ήδη δει σημαντικές προόδους στη θεραπεία και μπορούμε να περιμένουμε περισσότερα. Ωστόσο, όπως και με τον εμβολιασμό, ο κόσμος πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση του πώς να διασφαλίσει ότι όλοι, παντού, μπορούν να επωφεληθούν.

Επικοινωνία, Ενδυνάμωση και Ισότιμη Υγεία

Θα καταφέρουμε να ελέγξουμε αυτήν την πανδημία μόνο εάν τα επικοινωνιακά μηνύματά μας είναι ξεκάθαρα. Σε αυτό πολλές φορές έχουμε αποτύχει. Οι αρμόδιοι πρέπει να εξηγούν γιατί η λήψη συγκεκριμένων μέτρων είναι απαραίτητη, με ποια κριτήρια λαμβάνονται οι αποφάσεις και ποιες είναι οι συνέπειες για κάθε διαφορετική ομάδα της κοινωνίας. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι πολιτικές που ακολουθήσαμε ήταν συχνά αντιδημοφιλείς. Κανείς δεν θέλει παρατεταμένα lockdown με τα αντίστοιχα οικονομικά και ψυχολογικά βάρη. Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν υπάρχει διάβρωση της εμπιστοσύνης. Για αυτούς τους λόγους, πρέπει να εργαστούμε σκληρά για να διασφαλίσουμε ότι οι πολιτικές για τον μετριασμό των επιπτώσεων της πανδημίας και την ανάκαμψη από την πανδημία περιλαμβάνουν δημοκρατική δέσμευση. Πέρα από την επιτακτική πολιτική ανάγκη να γίνει αυτό, οι οδηγίες είναι πιο πιθανό να εισακουστούν, εάν οι άνθρωποι εμπιστεύονται αυτό που ακούνε.

Είναι σαφές ότι η πανδημία COVID-19 έχει επηρεάσει δυσανάλογα κάποιες κοινωνικές ομάδες με τρόπους που εκτείνονται πολύ πέρα από την ίδια την ασθένεια. Η οικονομική βοήθεια και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά για οικονομικά και κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες. Γονείς και παιδιά έχουν επίσης πληγεί. Και πρέπει να θυμόμαστε τις ανάγκες των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, πολλοί από τους οποίους έχουν υποστεί έντονο άγχος, με συνέπειες στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης.

Ένα κυρίαρχο μήνυμα από αυτήν τη διαβούλευση με την ομάδα εμπειρογνωμόνων είναι η ανάγκη για διεθνή συνεργασία βασισμένη στην αλληλεγγύη. Κανείς δεν είναι ασφαλής μέχρι να είναι όλοι ασφαλείς. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συντονίσουμε τις απαντήσεις σε διασυνοριακό επίπεδο.

Οι απαγορεύσεις ταξιδιών εντός της Ευρώπης μπορεί να ήταν απαραίτητες, αλλά τελικά αποτελούν ένδειξη αποτυχίας πολιτικής. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε τη θέση μας στον κόσμο, προσπαθώντας να διασφαλίσουμε ότι όλοι, ανεξάρτητα με το που κατοικούν, έχουν πρόσβαση στα εμβόλια.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι εμπειρογνώμονες ζητούν μια πανευρωπαϊκή συντονισμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της πανδημίας -και τελικά την ανάκαμψη από την πανδημία- με έμφαση στην Ενιαία Υγεία (One Health) και την παγκόσμια δημόσια υγεία.

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Σωτήρης Τσιόδρας, ο Γιώργος Παυλάκης, ο Χρήστος Λιόνης και η Έλενα Πετέλος ήταν ανάμεσα στους επιστήμονες από 17 ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων συμπεράσματά τους δημοσιεύθηκαν σε εργασία στο ιατρικό περιοδικό TheLancet

Τέσσερις διακεκριμένοι Έλληνες επιστήμονες με ακόμη 28 ειδικούς, σε διάφορες πτυχές της πανδημίας, κλήθηκαν να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε συμφωνία για το τι αναμένεται να συμβεί στο επόμενο χρονικό διάστημα αναφορικά με τον κορωνοϊό.

Ο ειδικός λοιμωξιολόγος, Σωτήρης Τσιόδρας, ο γιατρός ερευνητής στον τομέα των ανοσοθεραπειών και των εμβολίων για τον καρκίνο και τις μολυσματικές ασθένειες στο Εθνικό Ινστιτούτο Καρκίνου των ΗΠΑ, Γιώργος Παυλάκης, ο καθηγητής Γενικής Ιαηρικής και Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, Χρήστος Λιόνης και η ειδικός στη Δημόσια Υγεία Έλενα Πετέλος ήταν ανάμεσα στους επιστήμονες από 17 ευρωπαϊκές χώρες, των οποίων συμπεράσματά τους δημοσιεύθηκαν, στις 29 Ιουλίου, σε εργασία στο ιατρικό περιοδικό TheLancet Regional Health – Europe, ενώ συμπληρωματική ανάλυση δημοσιεύτηκε στο ιατρικό περιοδικό The Lancet, στις 9 Αυγούστου.

Οι επιστήμονες εντόπισαν τρία κρίσιμα ερωτήματα στα οποία χρειαζόμαστε απαντήσεις:

  1. Θα μπορέσουμε να επιτύχουμε υψηλά επίπεδα ανοσίας στους πληθυσμούς μας, ιδίως μέσω υψηλών και σταθερών ποσοστών εμβολιασμού;
  2. Πόσο πιθανό είναι να εμφανιστούν νέα στελέχη που είναι πιο μεταδοτικά ή μπορούν να ξεφύγουν από τα υπάρχοντα εμβόλια;
  3. Πώς θα ανταποκριθούν οι άνθρωποι στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις; Ιδιαιτέρως, τι θα καθορίσει την προθυμία τους να τηρήσουν προφυλάξεις;

Λαμβάνοντας υπόψιν τα προαναφερθέντα, οι εμπειρογνώμονες επισήμαναν πιθανά μελλοντικά σενάρια και συνεχείς προκλήσεις, τις οποίες κατέταξαν σε τρεις διαδοχικές χρονικές περιόδους.

Καλοκαίρι 2021

Πάρα πολλοί άνθρωποι σε όλη την Ευρώπη παραμένουν μη εμβολιασμένοι και το στέλεχος Δέλτα συνεχίζει να εξαπλώνεται. Οι ειδικοί προέβλεψαν την τρέχουσα αναζωπύρωση των λοιμώξεων και διαφώνησαν έντονα με την πρόωρη άρση των περιορισμών. Παρόλο που οι προσπάθειες μείωσης των κρουσμάτων βοηθούνται από τον καλό καιρό και τα προγράμματα εμβολιασμού συμβάλλουν στη μείωση της πιθανότητας σοβαρής [μορφής] ασθένειας και θανάτου, δεν υπάρχει περιθώριο
εφησυχασμού.

Φθινόπωρο/Χειμώνας 2021-2022

Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, κινδυνεύουμε να επαναλάβουμε αυτό που συνέβη το 2020. Η μετάβαση σε δραστηριότητες σε εσωτερικούς/κλειστούς χώρους και το κλίμα όπως διαμορφώνεται τους ψυχρότερους μήνες αναμένεται να επιταχύνει την εξάπλωση του SARS-CoV-2. «Η εμπειρία θα έπρεπε να μας είχε διδάξει ότι, από τη στιγμή που βλέπουμε αυξανόμενο αριθμό κρουσμάτων έχουμε ήδη αποτύχει να ελέγξουμε την εξάπλωση του ιού και θα χρειαστεί να επαναφέρουμε τους περιορισμούς, κατά προτίμηση νωρίτερα παρά αργότερα. Ήμασταν πολύ τυχεροί που, το χειμώνα του 2020, γλιτώσαμε από τη συνήθη εποχική γρίπη, κυρίως επειδή οι συνήθειες που αναπτύξαμε για τη μείωση του COVID- 19/των λοιμώξεων από τον κορονοϊό λειτούργησαν επίσης κατά της γρίπης. Αλλά αν περισσότεροι άνθρωποι έρθουν σε επαφή δημόσια, είναι απίθανο να είμαστε τόσο τυχεροί τη φετινή χρονιά», τονίζουν.

Σύμφωνα με τους ίδιους, το επίπεδο εμβολιασμού θα είναι πολύ υψηλότερο, αλλά, όπως ήδη βλέπουμε, αυτό δεν θα είναι αρκετό, από μόνο του, για τον έλεγχο της πανδημίας. Ένα κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να θέσουν όλες οι χώρες είναι αν θα εμβολιάσουν τα παιδιά. Ένας αυξανόμενος αριθμός χωρών το κάνει, αλλά αυτό είναι ένα πεδίο όπου η τεκμηρίωση βρίσκεται υπό εξέλιξη και που σε ορισμένες χώρες, μπορεί να προκαλέσει αντιπαραθέσεις.

Η Προοπτική για τα επόμενα 3-5 χρόνια

Κοιτάζοντας το απώτερο μέλλον, μία από τις βασικές ανησυχίες των εμπειρογνωμόνων ήταν ο αντίκτυπος στις υπηρεσίες υγείας για άτομα με συνυπάρχουσες παθήσεις. Σε πολλές χώρες έχουν προκύψει μεγάλες εκκρεμότητες ανεκπλήρωτων ιατρικών αναγκών και πολλές σημαντικές προληπτικές δραστηριότητες, όπως ο μαζικός πληθυσμιακός έλεγχος και η έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου έχουν μείνει πίσω. Θα υπάρξει μια κληρονομιά ψυχικής ασθένειας – με τους νέους, τους εργαζόμενους στον τομέα της υγείας και άλλους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή, και εκείνους που ήδη υστερούν σε κοινωνικοοικονομικό επίπεδο και υποφέρουν από διακρίσεις να κινδυνεύουν περισσότερο. Οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να επιστρέψουν στην κατάσταση πριν από την πανδημία, με αποτυχημένες πολιτικές που δημιούργησαν τις συνθήκες που επέτρεψαν τη διάδοση του covid-19. Αλλά ο ιός SARS-CoV-2 θα εξακολουθήσει να υπάρχει και θα είναι απαραίτητο να κάνουμε ακόμη περισσότερα για να διασφαλίσουμε ότι όλοι, όπου κι αν βρίσκονται στον κόσμο, θα έχουν τη δυνατότητα να εμβολιαστούν. Αυτό είναι τόσο προς όφελός ατομικά, όσο και για το γενικότερο συμφέρον, δεδομένης της εναλλακτικής, σε περίπτωση μη εμβολιασμού, να επιτραπεί στον ιό να συνεχίσει να εξαπλώνεται και να παράγει όλο και περισσότερα στελέχη.

 Φαίνεται πλέον απίθανο να επιτύχουμε την εκρίζωση του ιού, λαμβάνοντας υπόψη τις προκλήσεις της επίτευξης υψηλής εμβολιαστικής κάλυψης, την εξέλιξη του ιού και την ατελή ανοσία ως προς τη λοίμωξη, ή ακόμη και δεδομένων των πιθανών δεξαμενών λοιμώξεων σε ζώα. Ωστόσο, συνδυάζοντας την ανοσοποίηση με μέτριες αλλαγές στην καθημερινή ζωή, όπως καλύτερο αερισμό και συχνότερη χρήση καλυμμάτων προσώπου σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, υπάρχει η δυνατότητα θα πρέπει να
είναι δυνατό να σπάσουν οι αλυσίδες μετάδοσης τις περισσότερες φορές.

Τέλος, έχουμε ήδη δει σημαντικές προόδους στη θεραπεία και μπορούμε να περιμένουμε περισσότερα. Ωστόσο, όπως και με τον εμβολιασμό, ο κόσμος πρέπει να αντιμετωπίσει την πρόκληση του πώς να διασφαλίσει ότι όλοι, παντού, μπορούν να επωφεληθούν.

Επικοινωνία, Ενδυνάμωση και Ισότιμη Υγεία

Θα καταφέρουμε να ελέγξουμε αυτήν την πανδημία μόνο εάν τα επικοινωνιακά μηνύματά μας είναι ξεκάθαρα. Σε αυτό πολλές φορές έχουμε αποτύχει. Οι αρμόδιοι πρέπει να εξηγούν γιατί η λήψη συγκεκριμένων μέτρων είναι απαραίτητη, με ποια κριτήρια λαμβάνονται οι αποφάσεις και ποιες είναι οι συνέπειες για κάθε διαφορετική ομάδα της κοινωνίας. Πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι πολιτικές που ακολουθήσαμε ήταν συχνά αντιδημοφιλείς. Κανείς δεν θέλει παρατεταμένα lockdown με τα αντίστοιχα οικονομικά και ψυχολογικά βάρη. Η κατάσταση επιδεινώνεται όταν υπάρχει διάβρωση της εμπιστοσύνης. Για αυτούς τους λόγους, πρέπει να εργαστούμε σκληρά για να διασφαλίσουμε ότι οι πολιτικές για τον μετριασμό των επιπτώσεων της πανδημίας και την ανάκαμψη από την πανδημία περιλαμβάνουν δημοκρατική δέσμευση. Πέρα από την επιτακτική πολιτική ανάγκη να γίνει αυτό, οι οδηγίες είναι πιο πιθανό να εισακουστούν, εάν οι άνθρωποι εμπιστεύονται αυτό που ακούνε.

Είναι σαφές ότι η πανδημία COVID-19 έχει επηρεάσει δυσανάλογα κάποιες κοινωνικές ομάδες με τρόπους που εκτείνονται πολύ πέρα από την ίδια την ασθένεια. Η οικονομική βοήθεια και η ψυχοκοινωνική υποστήριξη είναι ζωτικής σημασίας, ειδικά για οικονομικά και κοινωνικά μειονεκτούσες ομάδες. Γονείς και παιδιά έχουν επίσης πληγεί. Και πρέπει να θυμόμαστε τις ανάγκες των εργαζομένων στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης, πολλοί από τους οποίους έχουν υποστεί έντονο άγχος, με συνέπειες στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης.

Ένα κυρίαρχο μήνυμα από αυτήν τη διαβούλευση με την ομάδα εμπειρογνωμόνων είναι η ανάγκη για διεθνή συνεργασία βασισμένη στην αλληλεγγύη. Κανείς δεν είναι ασφαλής μέχρι να είναι όλοι ασφαλείς. Και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συντονίσουμε τις απαντήσεις σε διασυνοριακό επίπεδο.

Οι απαγορεύσεις ταξιδιών εντός της Ευρώπης μπορεί να ήταν απαραίτητες, αλλά τελικά αποτελούν ένδειξη αποτυχίας πολιτικής. Και πρέπει να αναγνωρίσουμε τη θέση μας στον κόσμο, προσπαθώντας να διασφαλίσουμε ότι όλοι, ανεξάρτητα με το που κατοικούν, έχουν πρόσβαση στα εμβόλια.

Για όλους αυτούς τους λόγους, οι εμπειρογνώμονες ζητούν μια πανευρωπαϊκή συντονισμένη προσέγγιση για την αντιμετώπιση της πανδημίας -και τελικά την ανάκαμψη από την πανδημία- με έμφαση στην Ενιαία Υγεία (One Health) και την παγκόσμια δημόσια υγεία.

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ