Η παροδική αύξηση πληθωρισμού γεννάει φόβους για μόνιμες συνέπειες

Το πρόβλημα της αύξησης του πληθωρισμού αποδίδεται στην απότομη αύξηση της ζήτησης που ακολούθησε την πανδημία και την οποία δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει με την ίδια ταχύτητα η προσφορά

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Στην Ευρωζώνη τον Αύγουστο ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 3%, ρεκόρ δεκαετίας, που προκάλεσε ένα κάποιο ρίγος στις αγορές, αλλά και αντιδράσεις, κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία που φοβούνται το φάντασμα του πληθωρισμού. Στην Ελλάδα ο δείκτης ήταν 1,4% τον Ιούλιο και έχουν περάσει 10 χρόνια από τότε που ήταν στο 3%. Μεσολάβησαν πολλά με αρνητικό πρόσημο στις τιμές, όπως και στη μεταβολή του ΑΕΠ, σ’ έναν μίζερο συνδυασμό, αποτέλεσμα των μνημονίων και της πανδημίας.

Μήπως ήρθε λοιπόν η ώρα, πριν προλάβουμε να δούμε την ανάκαμψη, να ανησυχήσουμε για ξαφνική επάνοδο του πληθωρισμού, που κάποτε αποτελούσε κυρίαρχο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, όπως το 1985 και το 1990, όταν άγγιζε το 25%; Οι περισσότεροι οικονομολόγοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό θεωρούν προς το παρόν πως μάλλον όχι, το πρόβλημα φαίνεται να είναι παροδικό, αποτέλεσμα της απότομης αύξησης της ζήτησης που ακολούθησε την πανδημία, ζήτηση που δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει με την ίδια ταχύτητα η προσφορά, λόγω περιορισμών στη διακίνηση προϊόντων. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές των ναύλων έχουν πενταπλασιαστεί, ενώ της ενέργειας έχουν αυξηθεί κατά 30% σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν.

Επιπλέον, διατυπώνονται επιφυλάξεις για το αν οι προσωρινές –έστω– αυτές αυξήσεις θα εξαφανιστούν σε βάθος χρόνου, ή θα μονιμοποιηθούν, εφόσον συμπαρασύρουν π.χ. τους μισθούς. Επιπλέον, σε επιμέρους αγαθά φαίνεται πως οι αυξήσεις τιμών ήρθαν για να μείνουν με βεβαιότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Ελλάδα η ενέργεια, όπου προαναγγέλλονται αυξήσεις τιμών έως και 50% στα τιμολόγια του ρεύματος τον Σεπτέμβριο, εν μέρει λόγω της αύξησης της τιμής των ρύπων, η οποία αναμένεται να διατηρηθεί εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Η κυβέρνηση συζήτησε το πρόβλημα στο υπουργικό συμβούλιο την περασμένη Πέμπτη, όπου διαπιστώθηκαν δύο βασικές πηγές ανησυχίας, σύμφωνα με πηγές που ήταν παρούσες:

– Ακόμη κι αν αποδειχθεί προσωρινό το πρόβλημα, όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, δεν αναμένεται να λήξει άμεσα, πιθανότατα θα συνεχιστεί και το 2022. Ειδικά στην ενέργεια οι απότομες αυξήσεις θα λειτουργήσουν πολύ αρνητικά για το εισόδημα του κόσμου, αλλά και γενικότερα για το κλίμα στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό προκρίθηκε να ληφθούν μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η παρέμβαση δεν θα αφορά μείωση  φορολογικών συντελεστών, γιατί κάτι τέτοιο δύσκολα θα μπορούσε να ανακληθεί στη συνέχεια.  Θα επιβαρύνει το σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού, έχοντας τη μορφή επιδότησης. Τα σχετικά μέτρα θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Επίσης θα διατηρηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ 13% στον καφέ, στις συγκοινωνίες και το τουριστικό πακέτο.

– Αν το πρόβλημα συνεχιστεί υπάρχει κίνδυνος για το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, αλλά και για νέους περιορισμούς στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι πηγές αναφέρουν ότι εφόσον υιοθετηθεί τελικά μια συσταλτική πολιτική εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ελλάδα όχι μόνο θα δει τα επιτόκια των ομολόγων της να αυξάνονται, αλλά θα δεχθεί πιέσεις, ως χώρα με ιδιαιτέρως υψηλό χρέος, να περιορίσει άμεσα τα δημοσιονομικά της ελλείμματα και να επανέλθει σε υψηλά πλεονάσματα, κάτι που θα της στερήσει τα περιθώρια άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής.

Μια πρώτη ένδειξη των προθέσεων της ΕΚΤ θα υπάρξει ίσως την προσεχή Πέμπτη που συνεδριάζει το διοικητικό της συμβούλιο. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έδειξε τις προθέσεις του, δηλώνοντας την περασμένη εβδομάδα ότι δεν πρέπει να δίνεται υπερβολική σημασία στον πληθωρισμό, η αύξηση του οποίου οφείλεται σε προσωρινούς παράγοντες «που σχετίζονται με διάφορα σημεία συμφόρησης στην προσφορά που προκλήθηκαν από την πανδημία». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «οι εξελίξεις στους μισθούς και το κόστος εργασίας ανά μονάδα που καθορίζουν τον πυρήνα του πληθωρισμού, δεν εμφανίζουν την ίδια μεταβλητότητα με τον πληθωρισμό». Σε άλλο κλίμα οι κεντρικοί τραπεζίτες της Γερμανίας Γενς Βάιντμαν, Αυστρίας  Ρόμπερτ Χόλτσμαν και Ολλανδίας Κλάας Νοτ έθεσαν θέμα σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Οι απόψεις τους δεν αποτελούν προς το παρόν πλειοψηφία. Η ΕΚΤ εξακολουθεί να προβλέπει για φέτος κατά μέσο όρο πληθωρισμό 1,9% και για το 2022 και 2023 1,5%. Για την Ελλάδα η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει μηδενικό πληθωρισμό για φέτος και περίπου 1% το 2022.

Οικονομολόγοι υπογραμμίζουν ότι για την Ελλάδα οι πληθωριστικοί κίνδυνοι είναι μικρότεροι, καθώς παραμένει το αρνητικό παραγωγικό κενό. Ωστόσο, επισημαίνουν σε πρώτη φάση ότι «θα ασκηθεί πίεση στα νοικοκυριά και ειδικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες με χαμηλό εισόδημα, που βρίσκονται σε ευαίσθητη φάση, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας».  Μάλιστα, αναλυτές σημειώνουν ότι στο τέλος του έτους μπορεί ο δείκτης να σκαρφαλώσει και στο 2%, επιφέροντας πλήγμα στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και στο κόστος των επιχειρήσεων.

Πηγή: kathimerini.gr

Στην Ευρωζώνη τον Αύγουστο ο δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 3%, ρεκόρ δεκαετίας, που προκάλεσε ένα κάποιο ρίγος στις αγορές, αλλά και αντιδράσεις, κυρίως σε χώρες όπως η Γερμανία που φοβούνται το φάντασμα του πληθωρισμού. Στην Ελλάδα ο δείκτης ήταν 1,4% τον Ιούλιο και έχουν περάσει 10 χρόνια από τότε που ήταν στο 3%. Μεσολάβησαν πολλά με αρνητικό πρόσημο στις τιμές, όπως και στη μεταβολή του ΑΕΠ, σ’ έναν μίζερο συνδυασμό, αποτέλεσμα των μνημονίων και της πανδημίας.

Μήπως ήρθε λοιπόν η ώρα, πριν προλάβουμε να δούμε την ανάκαμψη, να ανησυχήσουμε για ξαφνική επάνοδο του πληθωρισμού, που κάποτε αποτελούσε κυρίαρχο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας, όπως το 1985 και το 1990, όταν άγγιζε το 25%; Οι περισσότεροι οικονομολόγοι στην Ελλάδα και στο εξωτερικό θεωρούν προς το παρόν πως μάλλον όχι, το πρόβλημα φαίνεται να είναι παροδικό, αποτέλεσμα της απότομης αύξησης της ζήτησης που ακολούθησε την πανδημία, ζήτηση που δεν μπόρεσε να εξυπηρετήσει με την ίδια ταχύτητα η προσφορά, λόγω περιορισμών στη διακίνηση προϊόντων. Σε κάθε περίπτωση, οι τιμές των ναύλων έχουν πενταπλασιαστεί, ενώ της ενέργειας έχουν αυξηθεί κατά 30% σε σύγκριση με έναν χρόνο πριν.

Επιπλέον, διατυπώνονται επιφυλάξεις για το αν οι προσωρινές –έστω– αυτές αυξήσεις θα εξαφανιστούν σε βάθος χρόνου, ή θα μονιμοποιηθούν, εφόσον συμπαρασύρουν π.χ. τους μισθούς. Επιπλέον, σε επιμέρους αγαθά φαίνεται πως οι αυξήσεις τιμών ήρθαν για να μείνουν με βεβαιότητα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην Ελλάδα η ενέργεια, όπου προαναγγέλλονται αυξήσεις τιμών έως και 50% στα τιμολόγια του ρεύματος τον Σεπτέμβριο, εν μέρει λόγω της αύξησης της τιμής των ρύπων, η οποία αναμένεται να διατηρηθεί εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής.

Η κυβέρνηση συζήτησε το πρόβλημα στο υπουργικό συμβούλιο την περασμένη Πέμπτη, όπου διαπιστώθηκαν δύο βασικές πηγές ανησυχίας, σύμφωνα με πηγές που ήταν παρούσες:

– Ακόμη κι αν αποδειχθεί προσωρινό το πρόβλημα, όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή, δεν αναμένεται να λήξει άμεσα, πιθανότατα θα συνεχιστεί και το 2022. Ειδικά στην ενέργεια οι απότομες αυξήσεις θα λειτουργήσουν πολύ αρνητικά για το εισόδημα του κόσμου, αλλά και γενικότερα για το κλίμα στην οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό προκρίθηκε να ληφθούν μέτρα για τον μετριασμό των επιπτώσεων. Σύμφωνα με πληροφορίες, η παρέμβαση δεν θα αφορά μείωση  φορολογικών συντελεστών, γιατί κάτι τέτοιο δύσκολα θα μπορούσε να ανακληθεί στη συνέχεια.  Θα επιβαρύνει το σκέλος των δαπανών του προϋπολογισμού, έχοντας τη μορφή επιδότησης. Τα σχετικά μέτρα θα ανακοινώσει ο πρωθυπουργός στη ΔΕΘ. Επίσης θα διατηρηθεί, σύμφωνα με πληροφορίες, ο μειωμένος συντελεστής ΦΠΑ 13% στον καφέ, στις συγκοινωνίες και το τουριστικό πακέτο.

– Αν το πρόβλημα συνεχιστεί υπάρχει κίνδυνος για το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου, αλλά και για νέους περιορισμούς στην άσκηση δημοσιονομικής πολιτικής. Συγκεκριμένα, οι πηγές αναφέρουν ότι εφόσον υιοθετηθεί τελικά μια συσταλτική πολιτική εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Ελλάδα όχι μόνο θα δει τα επιτόκια των ομολόγων της να αυξάνονται, αλλά θα δεχθεί πιέσεις, ως χώρα με ιδιαιτέρως υψηλό χρέος, να περιορίσει άμεσα τα δημοσιονομικά της ελλείμματα και να επανέλθει σε υψηλά πλεονάσματα, κάτι που θα της στερήσει τα περιθώρια άσκησης αναπτυξιακής πολιτικής.

Μια πρώτη ένδειξη των προθέσεων της ΕΚΤ θα υπάρξει ίσως την προσεχή Πέμπτη που συνεδριάζει το διοικητικό της συμβούλιο. Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννης Στουρνάρας έδειξε τις προθέσεις του, δηλώνοντας την περασμένη εβδομάδα ότι δεν πρέπει να δίνεται υπερβολική σημασία στον πληθωρισμό, η αύξηση του οποίου οφείλεται σε προσωρινούς παράγοντες «που σχετίζονται με διάφορα σημεία συμφόρησης στην προσφορά που προκλήθηκαν από την πανδημία». Ο ίδιος πρόσθεσε ότι «οι εξελίξεις στους μισθούς και το κόστος εργασίας ανά μονάδα που καθορίζουν τον πυρήνα του πληθωρισμού, δεν εμφανίζουν την ίδια μεταβλητότητα με τον πληθωρισμό». Σε άλλο κλίμα οι κεντρικοί τραπεζίτες της Γερμανίας Γενς Βάιντμαν, Αυστρίας  Ρόμπερτ Χόλτσμαν και Ολλανδίας Κλάας Νοτ έθεσαν θέμα σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής. Οι απόψεις τους δεν αποτελούν προς το παρόν πλειοψηφία. Η ΕΚΤ εξακολουθεί να προβλέπει για φέτος κατά μέσο όρο πληθωρισμό 1,9% και για το 2022 και 2023 1,5%. Για την Ελλάδα η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει μηδενικό πληθωρισμό για φέτος και περίπου 1% το 2022.

Οικονομολόγοι υπογραμμίζουν ότι για την Ελλάδα οι πληθωριστικοί κίνδυνοι είναι μικρότεροι, καθώς παραμένει το αρνητικό παραγωγικό κενό. Ωστόσο, επισημαίνουν σε πρώτη φάση ότι «θα ασκηθεί πίεση στα νοικοκυριά και ειδικά σε συγκεκριμένες κατηγορίες με χαμηλό εισόδημα, που βρίσκονται σε ευαίσθητη φάση, κυρίως λόγω των αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας».  Μάλιστα, αναλυτές σημειώνουν ότι στο τέλος του έτους μπορεί ο δείκτης να σκαρφαλώσει και στο 2%, επιφέροντας πλήγμα στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, αλλά και στο κόστος των επιχειρήσεων.

Πηγή: kathimerini.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ