Παρέμβαση ΕΚΤ για ευκολότερη πρόσβαση των ΜμΕ στον δανεισμό

Η νέα προσέγγιση της έρευνας SAFE περιλαμβάνει και την Ελλάδα

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Στις εξειδικευμένες και ανεξάρτητες εταιρείες ερευνών σε θέματα πολιτικής και αγορών, στις Panteia και GDCC, ανέθεσαν Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και Κομισιόν, κυλιόμενες μετρήσεις για τις συνθήκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες πανευρωπαϊκά. Πρόκειται για τις έρευνες SAFE που διενεργούνται δύο φορές το χρόνο, αλλά αυτή τη φορά έχουν αλλάξει μορφή και προσανατολισμό. Έχουν αφαιρεθεί ερωτήσεις και έχουν προστεθεί άλλες, καθώς, τα στελέχη της ΕΚΤ διαπιστώνουν τα κρατικά πακέτα στήριξης λόγω της πανδημίας έχουν αλλοιώσει την πραγματικότητα και τα στατιστικά μεγέθη που παρακολουθούν.

Για την Ελλάδα, η ζήτηση και η προσφορά νέων δανείων, οι ανάγκες χρηματοδότησης και ο τρόπος κάλυψης θα πρέπει να εξεταστούν με δεδομένο ότι ο ιδιωτικός τομέας δέχθηκε την υψηλότερη και σχεδόν άτοκη χρηματοδότηση από την εποχή πριν της κρίσης χρέους όταν οι εκταμιεύσεις δανείων ξεπερνούσαν τα 30-35 δισ. ευρώ το χρόνο. Για παράδειγμα, μόνο το μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής αποτέλεσε στην πραγματικότητα έναν άτοκο δανεισμό ύψους 6,8 δισ. ευρώ προς τις επιχειρήσεις, σε περίοδο κρίσης και αβεβαιότητας, με κλειστή την αγορά (lockdown). To ποσό αυτό αντιστοιχεί στις εκταμιεύσεις δανείων από τις τράπεζες προς τον ιδιωτικό τομέα καθόλη τη διάρκεια του 2020 ή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021. Τα κρατικά πακέτα στήριξης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ και μαζί με τις νέες εκταμιεύσεις των τραπεζών από τις αρχές του 2020 αθροίζουν σε συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα άνω των 45 δισ. ευρώ, ποσό που ξεπερνά την πιστωτική επέκταση κατά τα χρόνια των παχιών αγελάδων μέχρι το 2008.

Τα πρώτα στοιχεία

Συνεπώς, στην έρευνα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά των ελληνικών επιχειρήσεων (πχ μέγεθος, κλάδος δραστηριότητας, βιωσιμότητα), σε σχέση με την προτίμηση να λάβουν τραπεζικό δανεισμό (σε συνθήκες αβεβαιότητας) ή σχεδόν άτοκο δανεισμό μέσω του μέτρου της επιστρεπτέας προκαταβολής (η οποία τελικά δεν επιστρέφεται ολόκληρη). Από τα έως τώρα στοιχεία, πάνω από 8 στις 10 επιχειρήσεις έκαναν χρήση του μέτρου αυτού και μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό και από μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ευκολότερη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό ή στη χρηματοδότηση από τις αγορές. Η απροθυμία ανάληψης κινδύνου πιθανότατα δίνει μια εξήγηση, αλλά ο ίδιος παράγοντας (κίνδυνος) θα εξηγεί και τη φειδωλή και προσεκτική χρηματοδότηση από την πλευρά των τραπεζών. Επιπλέον, το μεγάλο μέγεθος της κρατικής στήριξης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προς τη μείωση της ζήτησης για δάνεια από συγκεκριμένες επιχειρήσεις και ως προς την επίδραση που έχει στις τράπεζες ως προς τη διαμόρφωση της πολιτικής χρηματοδοτήσεων.

Η νέα έρευνα

Η νέα προσέγγιση της έρευνας SAFE περιλαμβάνει και την Ελλάδα, όπου ο πρώτος κύκλος διενεργήθηκε μεταξύ 8 Μαρτίου και 22 Απριλίου 2021 και αφορούσε την εξέταση των συνθηκών χρηματοδότησης των μικρομεσαίων την περίοδο Οκτώβριος 2020-Μάρτιος 2021. Σε εξέλιξη βρίσκεται ο νέος γύρος ερωτηματολογίων σε περίπου 500 ελληνικές επιχειρήσεις που πρόκειται να ολοκληρωθεί προς τα τέλη Οκτωβρίου και θα αφορά στις συνθήκες πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό την περίοδο Απριλίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2021, δηλαδή την περίοδο μετά το άνοιγμα της αγοράς. Η έρευνα διαρκεί περίπου 5 με 6 εβδομάδες και τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν τον Νοέμβριο του 2022. Μέχρι τότε, προς τα τέλη Οκτωβρίου 2021, αναμένεται το “ξαδελφάκι” της έρευνας SAFE που θα δείχνει τις εκτιμήσεις των τραπεζών ως προς τη ζήτηση για δάνεια από τον ιδιωτικό τομέα ανά κλάδο, αλλά και τις εκτιμήσεις τους ως προς την αυστηροποίηση των τραπεζικών κριτηρίων.

Η εν εξελίξει έρευνα διενεργείται από την ΕΚΤ και την Κομισιόν (η προηγούμενη μόνο από την ΕΚΤ), δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση:

Στα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων, όπως μέγεθος, τζίρος, αριθμός απασχολουμένων, κερδοφορία, ηλικία (παλιά ή νέα), κλάδο δραστηριότητας κά. Για την Ελλάδα έχει δημιουργηθεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα περίπου 480-500 επιχειρήσεων που θα δώσει την εικόνα για περίπου 250.000 επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την προετοιμασία της έρευνας, δεν εκτιμάται ότι υπάρχουν περισσότερες μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα που απασχολούν προσωπικό και δεν θεωρούνται ατομικές επιχειρήσεις ή ελεύθεροι επαγγελματίες.

Στην επίπτωση που είχαν τα κρατικά μέτρα στήριξης ως προς τη διαμόρφωση της ζήτησης δανείων και των αναγκών χρηματοδότησης από τις επιχειρήσεις.
Στην επίπτωση των μέτρων στήριξης στη στάση των τραπεζών ως προς τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας (κριτήρια και ύψος χρηματοδότησης ανά κατηγορία).

Στο είδος της ανάγκης για χρηματοδότησης (πχ για ρευστότητα-κεφάλαιο κίνησης, για επενδύσεις κλπ).

Στις εξειδικευμένες και ανεξάρτητες εταιρείες ερευνών σε θέματα πολιτικής και αγορών, στις Panteia και GDCC, ανέθεσαν Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και Κομισιόν, κυλιόμενες μετρήσεις για τις συνθήκες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες πανευρωπαϊκά. Πρόκειται για τις έρευνες SAFE που διενεργούνται δύο φορές το χρόνο, αλλά αυτή τη φορά έχουν αλλάξει μορφή και προσανατολισμό. Έχουν αφαιρεθεί ερωτήσεις και έχουν προστεθεί άλλες, καθώς, τα στελέχη της ΕΚΤ διαπιστώνουν τα κρατικά πακέτα στήριξης λόγω της πανδημίας έχουν αλλοιώσει την πραγματικότητα και τα στατιστικά μεγέθη που παρακολουθούν.

Για την Ελλάδα, η ζήτηση και η προσφορά νέων δανείων, οι ανάγκες χρηματοδότησης και ο τρόπος κάλυψης θα πρέπει να εξεταστούν με δεδομένο ότι ο ιδιωτικός τομέας δέχθηκε την υψηλότερη και σχεδόν άτοκη χρηματοδότηση από την εποχή πριν της κρίσης χρέους όταν οι εκταμιεύσεις δανείων ξεπερνούσαν τα 30-35 δισ. ευρώ το χρόνο. Για παράδειγμα, μόνο το μέτρο της επιστρεπτέας προκαταβολής αποτέλεσε στην πραγματικότητα έναν άτοκο δανεισμό ύψους 6,8 δισ. ευρώ προς τις επιχειρήσεις, σε περίοδο κρίσης και αβεβαιότητας, με κλειστή την αγορά (lockdown). To ποσό αυτό αντιστοιχεί στις εκταμιεύσεις δανείων από τις τράπεζες προς τον ιδιωτικό τομέα καθόλη τη διάρκεια του 2020 ή κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021. Τα κρατικά πακέτα στήριξης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά έχουν ξεπεράσει τα 30 δισ. ευρώ και μαζί με τις νέες εκταμιεύσεις των τραπεζών από τις αρχές του 2020 αθροίζουν σε συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα άνω των 45 δισ. ευρώ, ποσό που ξεπερνά την πιστωτική επέκταση κατά τα χρόνια των παχιών αγελάδων μέχρι το 2008.

Τα πρώτα στοιχεία

Συνεπώς, στην έρευνα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα χαρακτηριστικά των ελληνικών επιχειρήσεων (πχ μέγεθος, κλάδος δραστηριότητας, βιωσιμότητα), σε σχέση με την προτίμηση να λάβουν τραπεζικό δανεισμό (σε συνθήκες αβεβαιότητας) ή σχεδόν άτοκο δανεισμό μέσω του μέτρου της επιστρεπτέας προκαταβολής (η οποία τελικά δεν επιστρέφεται ολόκληρη). Από τα έως τώρα στοιχεία, πάνω από 8 στις 10 επιχειρήσεις έκαναν χρήση του μέτρου αυτού και μάλιστα, σε σημαντικό βαθμό και από μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό είναι ένα ακόμα στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί καθώς οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν ευκολότερη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό ή στη χρηματοδότηση από τις αγορές. Η απροθυμία ανάληψης κινδύνου πιθανότατα δίνει μια εξήγηση, αλλά ο ίδιος παράγοντας (κίνδυνος) θα εξηγεί και τη φειδωλή και προσεκτική χρηματοδότηση από την πλευρά των τραπεζών. Επιπλέον, το μεγάλο μέγεθος της κρατικής στήριξης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως προς τη μείωση της ζήτησης για δάνεια από συγκεκριμένες επιχειρήσεις και ως προς την επίδραση που έχει στις τράπεζες ως προς τη διαμόρφωση της πολιτικής χρηματοδοτήσεων.

Η νέα έρευνα

Η νέα προσέγγιση της έρευνας SAFE περιλαμβάνει και την Ελλάδα, όπου ο πρώτος κύκλος διενεργήθηκε μεταξύ 8 Μαρτίου και 22 Απριλίου 2021 και αφορούσε την εξέταση των συνθηκών χρηματοδότησης των μικρομεσαίων την περίοδο Οκτώβριος 2020-Μάρτιος 2021. Σε εξέλιξη βρίσκεται ο νέος γύρος ερωτηματολογίων σε περίπου 500 ελληνικές επιχειρήσεις που πρόκειται να ολοκληρωθεί προς τα τέλη Οκτωβρίου και θα αφορά στις συνθήκες πρόσβασης στον τραπεζικό δανεισμό την περίοδο Απριλίου 2021 – Σεπτεμβρίου 2021, δηλαδή την περίοδο μετά το άνοιγμα της αγοράς. Η έρευνα διαρκεί περίπου 5 με 6 εβδομάδες και τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν τον Νοέμβριο του 2022. Μέχρι τότε, προς τα τέλη Οκτωβρίου 2021, αναμένεται το “ξαδελφάκι” της έρευνας SAFE που θα δείχνει τις εκτιμήσεις των τραπεζών ως προς τη ζήτηση για δάνεια από τον ιδιωτικό τομέα ανά κλάδο, αλλά και τις εκτιμήσεις τους ως προς την αυστηροποίηση των τραπεζικών κριτηρίων.

Η εν εξελίξει έρευνα διενεργείται από την ΕΚΤ και την Κομισιόν (η προηγούμενη μόνο από την ΕΚΤ), δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση:

Στα χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων, όπως μέγεθος, τζίρος, αριθμός απασχολουμένων, κερδοφορία, ηλικία (παλιά ή νέα), κλάδο δραστηριότητας κά. Για την Ελλάδα έχει δημιουργηθεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα περίπου 480-500 επιχειρήσεων που θα δώσει την εικόνα για περίπου 250.000 επιχειρήσεις. Σύμφωνα με την προετοιμασία της έρευνας, δεν εκτιμάται ότι υπάρχουν περισσότερες μικρομεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα που απασχολούν προσωπικό και δεν θεωρούνται ατομικές επιχειρήσεις ή ελεύθεροι επαγγελματίες.

Στην επίπτωση που είχαν τα κρατικά μέτρα στήριξης ως προς τη διαμόρφωση της ζήτησης δανείων και των αναγκών χρηματοδότησης από τις επιχειρήσεις.
Στην επίπτωση των μέτρων στήριξης στη στάση των τραπεζών ως προς τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας (κριτήρια και ύψος χρηματοδότησης ανά κατηγορία).

Στο είδος της ανάγκης για χρηματοδότησης (πχ για ρευστότητα-κεφάλαιο κίνησης, για επενδύσεις κλπ).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ