Προς μία νέα Μεταναστευτική Στρατηγική: Μία πρόταση οικονομικής και πολιτιστικής διπλωματίας

Πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να μετατραπεί σε χώρα επιλογής εργαζομένων με σπουδές και δεξιότητες υψηλού επιπέδου, διαμορφώνοντας παράλληλα μια νέα πρόταση πολιτιστικής και οικονομικής διπλωματίας;

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Του Δρ. Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη

Το μεταναστευτικό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα προβλήματα δημόσιας πολιτικής στην Ελλάδα και σε όλον τον δυτικό κόσμο. Ενώ τα αίτια του μεταναστευτικού συνδέονται με μακροπρόθεσμες δημογραφικές και οικονομικές τάσεις, η πολιτική αποσταθεροποίηση και ο εμφύλιος πόλεμος σε χώρες όπως η Λιβύη, η Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν έχουν συμβάλει στην κατακόρυφη αύξηση των πληθυσμιακών μετακινήσεων, καθώς μάλιστα στη μετακίνηση μεταναστών προστίθεται και αυτή των προσφύγων, οι οποίοι απολαμβάνουν προστασίας από το διεθνές δίκαιο. Τα τελευταία χρόνια λόγω και του εμφυλίου πολέμου στην Συρία το μεταναστευτικό έχει προστεθεί στην ατζέντα των ευρωτουρκικών σχέσεων, δεδομένου ότι περί τα τέσσερα εκατομμύρια Σύρων προσφύγων βρήκαν καταφύγιο στην Τουρκία και σημαντικό ποσοστό των αφίξεων Σύρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνει χώρα διά των ελληνοτουρκικών συνόρων.

Στην Ελλάδα η περί μεταναστευτικού συζήτηση συνήθως περιορίζεται στην αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, οι οποίες διασχίζουν τη χώρα λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της γειτνίασής της με την Ασία και την Αφρική. Τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί και η ευρωτουρκική διάσταση, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος της Συρίας επηρεάζουν άμεσα και την Ελλάδα. Υπό τους όρους αυτούς, και δεδομένης της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας, η πλειονότητα των μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα τη θεωρούν μόνον ως ενδιάμεσο προορισμό και όχι ως επιλογή εγκατάστασης. Στόχος τους συνήθως αποτελεί η μετεγκατάσταση σε ευρωπαϊκά κράτη με ισχυρότερη οικονομία, κοινωνικό κράτος και προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας. Αυτό ισχύει, μάλιστα, κυρίως για τους μετανάστες με τις περισσότερες δεξιότητες και προσόντα. Ως αποτέλεσμα συνήθως παραμένουν στην Ελλάδα οι μετανάστες που δεν έχουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν σε άλλα, ευπορότερα ευρωπαϊκά κράτη, οι οποίοι έχουν περιορισμένες δεξιότητες και προσόντα και παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες επιτυχημένης ένταξης στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η τάση θα μπορούσε να αναστραφεί -ή, έστω, να μετριασθεί- αν η κυβέρνηση υιοθετούσε μια πιο ενεργητική πολιτική προσέλκυσης μεταναστών με δεξιότητες οι οποίες, είτε ελλείπουν στην ελληνική οικονομία, είτε θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξή της. Δεδομένων και των δημογραφικών τάσεων, στην τεκμηρίωση των οποίων έχει συμβάλει με την έρευνά της η διαΝΕΟσις,1 είναι αναγκαία η εκπόνηση μιας μεταναστευτικής στρατηγικής 2 με σκοπό τη μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα επιλογής εργαζομένων με σπουδές και δεξιότητες υψηλού επιπέδου. Η παρουσίαση των πλεονεκτημάτων της Ελλάδας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης μετά από μια δεκαετία δριμείας ύφεσης και οικονομικών δυσκολιών, θα αποτελούσε το θεμέλιο μιας τέτοιας στρατηγικής.

Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας στρατηγικής θα ήταν, ωστόσο, υψηλότερη, αν συνδυαζόταν με μια νέα πρόταση πολιτιστικής και οικονομικής διπλωματίας. Αυτή θα αποσκοπούσε στην ανάδειξη και καλλιέργεια των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και μιας σειράς πληθυσμών οι οποίοι διατηρούν ιστορικούς ή πολιτιστικούς δεσμούς με τον ελληνισμό και ζουν σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου και της Υπερκαυκασίας, που δεν αποτελούν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Γκαγκαούζων, μιας ελάχιστα γνωστής κοινότητας περίπου 150.000 ατόμων, φίλα διακείμενης προς την Ελλάδα, που είναι εγκατεστημένοι στο νότιο τμήμα της Μολδαβίας, στην Αυτόνομη Επαρχία της Γκαγκαουζίας. Τουρκόφωνοι και ως επί το πλείστον μετεγκατεστημένοι στην Βεσσαραβία από την ιστορική τους κοιτίδα στην Δοβρουτσά κατά τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι Γκαγκαούζοι διατηρούν ισχυρή την ταύτισή τους με το “γένος των Ρωμαίων” και την ορθόδοξη παράδοση, αλλά και στενές σχέσεις με την γκαγκαουζική κοινότητα της Ελλάδας. 3

Οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής4 αποτελούν την κύρια ομάδα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος, με πληθυσμό που συνολικά υπολογίζεται περί τα 15.000.000.5 Αν και οι Ορθόδοξοι και οι Ουνίτες (Μελχίτες) της Συρίας, του Λιβάνου, της Παλαιστίνης και της Ιορδανίας, εν αντιθέσει με τους τουρκοφώνους Ορθοδόξους της Μικράς Ασίας, δεν θεωρήθηκαν τμήμα του ελληνικού έθνους, αυτοί συνέχισαν να αυτοπροσδιορίζονται με το όρο “Ρωμιοί (Rum)”, διεκδικώντας τον ρόλο του κληρονόμου της παράδοσης της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Μέση Ανατολή. Πέραν των Ρωμιών, στις κυριότερες χριστιανικές κοινότητες ανήκουν οι Συροϊακωβίτες, οι Χαλδαίοι, οι Νεστοριανοί, οι Μαρωνίτες, οι Αρμένιοι, και βεβαίως οι Κόπτες της Αιγύπτου.

Χρησιμοποιώντας πλέον κυρίως την αραβική γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή, αλλά διατηρώντας τις αρχαίες γλώσσες της Μέσης Ανατολής (κοπτικά, συριακά, αραμαϊκά, χαλδαϊκά) ως λειτουργική γλώσσα, οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής τελούν υπό πίεση στις κοιτίδες τους από την πολιτική αποσταθεροποίηση που επέφεραν τα γεγονότα των τελευταίων ετών και την διάδοση μισαλλόδοξων και μη ανεκτικών εκδοχών του πολιτικού Ισλάμ.6 Αυτό έχει συμβάλει στη δημογραφική τους συρρίκνωση, λόγω μετανάστευσης σε κράτη της δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής.7

Παρά τις δημογραφικές πιέσεις, οι Κόπτες της Αιγύπτου εξακολουθούν να ανέρχονται περί τα δέκα εκατομμύρια και αποτελούν το 10% του πληθυσμού της χώρας. Ο χριστιανικός πληθυσμός της Συρίας, αποτελούμενος από Ορθοδόξους, Μελχίτες, Αρμενίους, Μαρωνίτες και Συροϊακωβίτες ανερχόταν στα περίπου δύο εκατομμύρια (10% του πληθυσμού) πριν συρρικνωθεί ίσως και στο μισό, λόγω του εμφυλίου πολέμου. Στον Λίβανο ο πληθυσμός των χριστιανών, Μαρωνιτών, Ορθοδόξων, Συροϊακωβιτων και μελών άλλων ομολογιών, ανέρχεται σε 2.000.000 περίπου και 33% του πληθυσμού, παρά το ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα και την φυγή εκατοντάδων χιλιάδων κυρίως χριστιανών κατά τον λιβανικό εμφύλιο. Ομοίως τα γεγονότα στο Ιράκ συνέβαλαν στην συρρίκνωση της χριστιανικής κοινότητος από 600.000 σε 400.000 μέλη περίπου. Στην Ιορδανία, το ποσοστό των χριστιανών ανέρχεται σε περίπου 400.000 και σε 4% του πληθυσμού, ενώ στο Ισραήλ και την Παλαιστινιακή Αρχή υπολογίζεται ότι υπάρχουν περί τους 250.000 χριστιανούς.

Πέραν των ανωτέρω κοινοτήτων, υπάρχουν και χώρες όπως η Αρμενία, η Γεωργία, η Μολδαβία αλλά και η Ουκρανία, στις οποίες η πλειονότητα του πληθυσμού παρουσιάζει πολιτιστικές ομοιότητες με τον ελληνικό και θα μπορούσαν να αποτελέσουν εν συνόλω αντικείμενο της εν λόγω στρατηγικής. Ο πληθυσμός της Αρμενίας, για παράδειγμα, ανέρχεται περί τα 3 εκατομμύρια, αυτός της Μολδαβίας περί τα 3,5 εκατομμύρια, αυτός της Γεωργίας περί τα 4 εκατομμύρια, ενώ μακράν πολυπληθέστερη είναι η Ουκρανία, με πληθυσμό περί τα 42 εκατομμύρια.

Η προσέγγιση των πληθυσμών αυτών θα μπορούσε να διευκολυνθεί με μια νέα πολιτική πολιτιστικής διπλωματίας. Σειρά πρωτοβουλιών θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Για παράδειγμα:

Η ενίσχυση σε πόρους και προσωπικό των διπλωματικών αντιπροσωπειών της Ελλάδος στις εν λόγω χώρες, ιδίως με την ανάπτυξη δικτύου προξενείων σε επαρχίες και περιοχές όπου κατοικούν πληθυσμοί ειδικού ενδιαφέροντος.

Η ίδρυση ενός εκπαιδευτικού οργανισμού αποκλειστικά αφιερωμένου στην διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε αλλοδαπούς, με προγράμματα καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να αναπτυχθεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού.

Η εκπόνηση προγραμμάτων εκπαιδευτικών υποτροφιών για αριστούχους φοιτητές με δύο κύριες κατευθύνσεις:

α)Την υποστήριξη προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα σε ελληνόφωνα ή αγγλόφωνα προγράμματα.

β) Την παρακολούθηση εντατικών μαθημάτων εκμάθησης της ελληνικής σε ειδικά για αλλοδαπούς φοιτητές προγράμματα ελληνικών πανεπιστημίων.

Η υποστήριξη της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης των εν λόγω κρατών και στο βαθμό που οι κατά τόπους συνθήκες το επιτρέπουν, με στόχο:

α) Την ίδρυση εδρών ελληνικών σπουδών σε επιλεγμένα πανεπιστήμια.

β) Την προώθηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας ως ξένης γλώσσας επιλογής στα προγράμματα διδασκαλίας της δημοσίας εκπαίδευσης.

γ) Την υποστήριξη της ίδρυσης ιδιωτικών σχολείων διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας.

Η υποστήριξη αρχαιολογικών, ιστορικών και κοινωνικών ερευνών που αναδεικνύουν τους δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών της περιοχής.

Η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχουν τα εργαλεία πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της διμερούς συνεργασίας στην Μεσόγειο, τον Εύξεινο Πόντο και την Υπερκαυκασία. Πέραν της Ευρωμεσογειακής Εταιρικής Σχέσης (Euromediterranean Partnership) και της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (Eastern Partnership) οι οποίες αναφέρονται ειδικώς στις συγκεκριμένες περιοχές, υπάρχουν και τα γενικού ενδιαφέροντος προγράμματα όπως το πρόγραμμα “Erasmus+” για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τον αθλητισμό και την νεολαία.

Η ανάδειξη των κοινών ιστορικών και πολιτισμικών καταβολών και η ενίσχυση των πολιτισμικών δεσμών θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αυξημένη αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος προσέλκυσης μεταναστών υψηλού μορφωτικού επιπέδου και ευκολότερα ενταξίμων στην ελληνική κοινωνία. Προγράμματα “πράσινης κάρτας” για αποφοίτους πανεπιστημίων με γνώσεις ελληνικών και σπουδές σε αντικείμενα αιχμής για την ελληνική οικονομία θα μπορούσαν να συνδυαστούν με πολιτικές προαγωγής της νεοφυούς επιχειρηματικότητας. Μέσω φορολογικών και άλλων κινήτρων, θα μπορούσε να προαχθεί το διμερές εμπόριο και η μεταφορά τεχνογνωσίας μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών της περιοχής. Έτσι θα μπορούσε να ενισχυθεί το ανθρώπινο δυναμικό της ελληνικής οικονομίας, ιδίως σε τομείς στους οποίους παρατηρείται έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Θα μπορούσε, επίσης, να θεσπιστεί και νομοθεσία για την χορήγηση της ελληνικής ιθαγενείας με διαδικασία απλούστερη της συνηθισμένης.8

Μόνη της αυτή η πολιτική δεν μπορεί να λύσει ούτε το δημογραφικό, ούτε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές πτυχές του μεταναστευτικού. Μπορεί όμως να αποτελέσει τμήμα μιας στοχευμένης δέσμης μέτρων ενταγμένης σε μια ευρύτερη στρατηγική.9 Επιπλέον, θα αποτελέσει και μια ευκαιρία για την Ελλάδα να αποκαταστήσει πολιτισμικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς με πληθυσμούς στην ευρύτερη γειτονιά της χώρας. Η ενίσχυση της παρουσίας της Ελλάδας σε περιοχές στις οποίες ο ελληνισμός έχει επιδείξει ισχυρή πολιτιστική και οικονομική παρουσία θα έχει πολλαπλά θετικά οφέλη, τόσο για τις χώρες της περιοχής όσο και για τη δική μας.

*Ο Δρ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και Επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Βιβλιογραφία

Betty Jane Bailey and J. Martin Bailey, Who are the Christians in the Middle East? (Grand Rapids MI & Cambridge: Wm. B. Eerdmans Publishing, 2003).

Colin Chapman, “Christians in the Middle East–Past, Present and Future”, Transformation, Vol. 29, no. 2 (2012), pp. 91-110.

Roland Flamini, “Forced Exodus: Christians in the Middle East”, World Affairs, Vol. 176, no. 4 (2013), pp. 65-71.

Ioannis N. Grigoriadis and Evgeniia Shahin, “Between Ethnic Group and Nation: Mihail Çakir’s Histories of the Gagauz”, East European Politics and Societies (2020).

Habib C. Malik, Islamism and the Future of the Christians of the Middle East (Stanford CA: Hoover Press, 2010).

Βασίλης Λεοντίτσης, Βασιλική Τσαγκρώνη, Γιώργος Βοσινάκης, Ρωμανός Γεροδήμος, Διονυσία Δημοπούλου, Γεώργιος Καρυώτης and Δημήτρης Σκλεπάρης, Συγκριτική Ανάλυση Ένταξης Μεταναστών και Προσφύγων στην Ελλάδα: Προσωπικές Εμπειρίες, Βέλτιστες Πρακτικές, Προτάσεις Πολιτικής  (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2020).

Διονύσης Μπαλούρδος, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Πιερράκος, Ηλίας Κικίλιας και Ειρήνη Κοσμά, Η Χαμηλή Γονιμότητα στην Ελλάδα, Δημογραφική Κρίση και Πολιτικές Ενίσχυσης της Οικογένειας  (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2019).

Παραπομπές

  1. Διονύσης Μπαλούρδος et al., Η Χαμηλή Γονιμότητα στην Ελλάδα, Δημογραφική Κρίση και Πολιτικές Ενίσχυσης της Οικογένειας (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2019).
  2. Βασίλης Λεοντίτσης et al., Συγκριτική Ανάλυση Ένταξης Μεταναστών και Προσφύγων στην Ελλάδα: Προσωπικές Εμπειρίες, Βέλτιστες Πρακτικές, Προτάσεις Πολιτικής (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2020).
  3. Η πλειονότητα των Γκαγκαούζων της Ελλάδος ζει στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Σερρών. Περισσότερα για την ιστορία των Γκαγκαούζων στο Ioannis N. Grigoriadis and Evgeniia Shahin, “Between Ethnic Group and Nation: Mihail Çakir’s Histories of the Gagauz”, East European Politics and Societies (2020).
  4. Betty Jane Bailey and J. Martin Bailey, Who are the Christians in the Middle East? (Grand Rapids MI & Cambridge: Wm. B. Eerdmans Publishing, 2003).
  5. Colin Chapman, “Christians in the Middle East–Past, Present and Future”, Transformation, Vol. 29, no. 2 (2012).
  6. Habib C. Malik, Islamism and the Future of the Christians of the Middle East (Stanford CA: Hoover Press, 2010)
  7. Roland Flamini, “Forced Exodus: Christians in the Middle East”, World Affairs, Vol. 176, no. 4 (2013)
  8. Δεδομένης πάντως και της αρνητικής πείρας από τις περιπτώσεις της Κύπρου και της Μάλτας και την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι αναγκαίο η χορήγηση ιθαγενείας να γίνεται υπό προϋποθέσεις που πιστοποιούν την ύπαρξη ισχυρού δεσμού μεταξύ της Ελλάδος και των ενδιαφερομένων.
  9. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τη θέσπιση κινήτρων για την αύξηση του δείκτη γεννητικότητας με την οικονομική ενίσχυση της τεκνογονίας, την ενίσχυση των κρατικών θεσμών υποστήριξης των νέων γονέων, την αναγνώριση εργασιακών δικαιωμάτων συνδεομένων με την τεκνογονία κ.ά.

Πηγή: dianeosis.org

Του Δρ. Ιωάννη Ν. Γρηγοριάδη

Το μεταναστευτικό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα και δυσκολότερα προβλήματα δημόσιας πολιτικής στην Ελλάδα και σε όλον τον δυτικό κόσμο. Ενώ τα αίτια του μεταναστευτικού συνδέονται με μακροπρόθεσμες δημογραφικές και οικονομικές τάσεις, η πολιτική αποσταθεροποίηση και ο εμφύλιος πόλεμος σε χώρες όπως η Λιβύη, η Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν έχουν συμβάλει στην κατακόρυφη αύξηση των πληθυσμιακών μετακινήσεων, καθώς μάλιστα στη μετακίνηση μεταναστών προστίθεται και αυτή των προσφύγων, οι οποίοι απολαμβάνουν προστασίας από το διεθνές δίκαιο. Τα τελευταία χρόνια λόγω και του εμφυλίου πολέμου στην Συρία το μεταναστευτικό έχει προστεθεί στην ατζέντα των ευρωτουρκικών σχέσεων, δεδομένου ότι περί τα τέσσερα εκατομμύρια Σύρων προσφύγων βρήκαν καταφύγιο στην Τουρκία και σημαντικό ποσοστό των αφίξεων Σύρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνει χώρα διά των ελληνοτουρκικών συνόρων.

Στην Ελλάδα η περί μεταναστευτικού συζήτηση συνήθως περιορίζεται στην αντιμετώπιση των μεταναστευτικών ροών, οι οποίες διασχίζουν τη χώρα λόγω της γεωγραφικής της θέσης και της γειτνίασής της με την Ασία και την Αφρική. Τα τελευταία χρόνια έχει προστεθεί και η ευρωτουρκική διάσταση, καθώς οι διαπραγματεύσεις μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας για την αντιμετώπιση του προσφυγικού προβλήματος της Συρίας επηρεάζουν άμεσα και την Ελλάδα. Υπό τους όρους αυτούς, και δεδομένης της οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας, η πλειονότητα των μεταναστών που έρχονται στην Ελλάδα τη θεωρούν μόνον ως ενδιάμεσο προορισμό και όχι ως επιλογή εγκατάστασης. Στόχος τους συνήθως αποτελεί η μετεγκατάσταση σε ευρωπαϊκά κράτη με ισχυρότερη οικονομία, κοινωνικό κράτος και προοπτικές κοινωνικής κινητικότητας. Αυτό ισχύει, μάλιστα, κυρίως για τους μετανάστες με τις περισσότερες δεξιότητες και προσόντα. Ως αποτέλεσμα συνήθως παραμένουν στην Ελλάδα οι μετανάστες που δεν έχουν τη δυνατότητα να μετακινηθούν σε άλλα, ευπορότερα ευρωπαϊκά κράτη, οι οποίοι έχουν περιορισμένες δεξιότητες και προσόντα και παρουσιάζουν μεγαλύτερες δυσκολίες επιτυχημένης ένταξης στην ελληνική κοινωνία. Αυτή η τάση θα μπορούσε να αναστραφεί -ή, έστω, να μετριασθεί- αν η κυβέρνηση υιοθετούσε μια πιο ενεργητική πολιτική προσέλκυσης μεταναστών με δεξιότητες οι οποίες, είτε ελλείπουν στην ελληνική οικονομία, είτε θα μπορούσαν να συμβάλουν στην ανάπτυξή της. Δεδομένων και των δημογραφικών τάσεων, στην τεκμηρίωση των οποίων έχει συμβάλει με την έρευνά της η διαΝΕΟσις,1 είναι αναγκαία η εκπόνηση μιας μεταναστευτικής στρατηγικής 2 με σκοπό τη μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα επιλογής εργαζομένων με σπουδές και δεξιότητες υψηλού επιπέδου. Η παρουσίαση των πλεονεκτημάτων της Ελλάδας ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ισχυρές προοπτικές ανάπτυξης μετά από μια δεκαετία δριμείας ύφεσης και οικονομικών δυσκολιών, θα αποτελούσε το θεμέλιο μιας τέτοιας στρατηγικής.

Η αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας στρατηγικής θα ήταν, ωστόσο, υψηλότερη, αν συνδυαζόταν με μια νέα πρόταση πολιτιστικής και οικονομικής διπλωματίας. Αυτή θα αποσκοπούσε στην ανάδειξη και καλλιέργεια των σχέσεων μεταξύ της Ελλάδας και μιας σειράς πληθυσμών οι οποίοι διατηρούν ιστορικούς ή πολιτιστικούς δεσμούς με τον ελληνισμό και ζουν σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης, της Μεσογείου, του Ευξείνου Πόντου και της Υπερκαυκασίας, που δεν αποτελούν μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των Γκαγκαούζων, μιας ελάχιστα γνωστής κοινότητας περίπου 150.000 ατόμων, φίλα διακείμενης προς την Ελλάδα, που είναι εγκατεστημένοι στο νότιο τμήμα της Μολδαβίας, στην Αυτόνομη Επαρχία της Γκαγκαουζίας. Τουρκόφωνοι και ως επί το πλείστον μετεγκατεστημένοι στην Βεσσαραβία από την ιστορική τους κοιτίδα στην Δοβρουτσά κατά τις αρχές του δεκάτου ενάτου αιώνα, οι Γκαγκαούζοι διατηρούν ισχυρή την ταύτισή τους με το “γένος των Ρωμαίων” και την ορθόδοξη παράδοση, αλλά και στενές σχέσεις με την γκαγκαουζική κοινότητα της Ελλάδας. 3

Οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής4 αποτελούν την κύρια ομάδα ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος, με πληθυσμό που συνολικά υπολογίζεται περί τα 15.000.000.5 Αν και οι Ορθόδοξοι και οι Ουνίτες (Μελχίτες) της Συρίας, του Λιβάνου, της Παλαιστίνης και της Ιορδανίας, εν αντιθέσει με τους τουρκοφώνους Ορθοδόξους της Μικράς Ασίας, δεν θεωρήθηκαν τμήμα του ελληνικού έθνους, αυτοί συνέχισαν να αυτοπροσδιορίζονται με το όρο “Ρωμιοί (Rum)”, διεκδικώντας τον ρόλο του κληρονόμου της παράδοσης της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Μέση Ανατολή. Πέραν των Ρωμιών, στις κυριότερες χριστιανικές κοινότητες ανήκουν οι Συροϊακωβίτες, οι Χαλδαίοι, οι Νεστοριανοί, οι Μαρωνίτες, οι Αρμένιοι, και βεβαίως οι Κόπτες της Αιγύπτου.

Χρησιμοποιώντας πλέον κυρίως την αραβική γλώσσα στην καθημερινή τους ζωή, αλλά διατηρώντας τις αρχαίες γλώσσες της Μέσης Ανατολής (κοπτικά, συριακά, αραμαϊκά, χαλδαϊκά) ως λειτουργική γλώσσα, οι χριστιανοί της Μέσης Ανατολής τελούν υπό πίεση στις κοιτίδες τους από την πολιτική αποσταθεροποίηση που επέφεραν τα γεγονότα των τελευταίων ετών και την διάδοση μισαλλόδοξων και μη ανεκτικών εκδοχών του πολιτικού Ισλάμ.6 Αυτό έχει συμβάλει στη δημογραφική τους συρρίκνωση, λόγω μετανάστευσης σε κράτη της δυτικής Ευρώπης και της Αμερικής.7

Παρά τις δημογραφικές πιέσεις, οι Κόπτες της Αιγύπτου εξακολουθούν να ανέρχονται περί τα δέκα εκατομμύρια και αποτελούν το 10% του πληθυσμού της χώρας. Ο χριστιανικός πληθυσμός της Συρίας, αποτελούμενος από Ορθοδόξους, Μελχίτες, Αρμενίους, Μαρωνίτες και Συροϊακωβίτες ανερχόταν στα περίπου δύο εκατομμύρια (10% του πληθυσμού) πριν συρρικνωθεί ίσως και στο μισό, λόγω του εμφυλίου πολέμου. Στον Λίβανο ο πληθυσμός των χριστιανών, Μαρωνιτών, Ορθοδόξων, Συροϊακωβιτων και μελών άλλων ομολογιών, ανέρχεται σε 2.000.000 περίπου και 33% του πληθυσμού, παρά το ισχυρό μεταναστευτικό ρεύμα και την φυγή εκατοντάδων χιλιάδων κυρίως χριστιανών κατά τον λιβανικό εμφύλιο. Ομοίως τα γεγονότα στο Ιράκ συνέβαλαν στην συρρίκνωση της χριστιανικής κοινότητος από 600.000 σε 400.000 μέλη περίπου. Στην Ιορδανία, το ποσοστό των χριστιανών ανέρχεται σε περίπου 400.000 και σε 4% του πληθυσμού, ενώ στο Ισραήλ και την Παλαιστινιακή Αρχή υπολογίζεται ότι υπάρχουν περί τους 250.000 χριστιανούς.

Πέραν των ανωτέρω κοινοτήτων, υπάρχουν και χώρες όπως η Αρμενία, η Γεωργία, η Μολδαβία αλλά και η Ουκρανία, στις οποίες η πλειονότητα του πληθυσμού παρουσιάζει πολιτιστικές ομοιότητες με τον ελληνικό και θα μπορούσαν να αποτελέσουν εν συνόλω αντικείμενο της εν λόγω στρατηγικής. Ο πληθυσμός της Αρμενίας, για παράδειγμα, ανέρχεται περί τα 3 εκατομμύρια, αυτός της Μολδαβίας περί τα 3,5 εκατομμύρια, αυτός της Γεωργίας περί τα 4 εκατομμύρια, ενώ μακράν πολυπληθέστερη είναι η Ουκρανία, με πληθυσμό περί τα 42 εκατομμύρια.

Η προσέγγιση των πληθυσμών αυτών θα μπορούσε να διευκολυνθεί με μια νέα πολιτική πολιτιστικής διπλωματίας. Σειρά πρωτοβουλιών θα μπορούσε να συμβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση. Για παράδειγμα:

Η ενίσχυση σε πόρους και προσωπικό των διπλωματικών αντιπροσωπειών της Ελλάδος στις εν λόγω χώρες, ιδίως με την ανάπτυξη δικτύου προξενείων σε επαρχίες και περιοχές όπου κατοικούν πληθυσμοί ειδικού ενδιαφέροντος.

Η ίδρυση ενός εκπαιδευτικού οργανισμού αποκλειστικά αφιερωμένου στην διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας σε αλλοδαπούς, με προγράμματα καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να αναπτυχθεί υπό την αιγίδα του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού.

Η εκπόνηση προγραμμάτων εκπαιδευτικών υποτροφιών για αριστούχους φοιτητές με δύο κύριες κατευθύνσεις:

α)Την υποστήριξη προπτυχιακών και μεταπτυχιακών σπουδών στην Ελλάδα σε ελληνόφωνα ή αγγλόφωνα προγράμματα.

β) Την παρακολούθηση εντατικών μαθημάτων εκμάθησης της ελληνικής σε ειδικά για αλλοδαπούς φοιτητές προγράμματα ελληνικών πανεπιστημίων.

Η υποστήριξη της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας και ιστορίας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης των εν λόγω κρατών και στο βαθμό που οι κατά τόπους συνθήκες το επιτρέπουν, με στόχο:

α) Την ίδρυση εδρών ελληνικών σπουδών σε επιλεγμένα πανεπιστήμια.

β) Την προώθηση της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας ως ξένης γλώσσας επιλογής στα προγράμματα διδασκαλίας της δημοσίας εκπαίδευσης.

γ) Την υποστήριξη της ίδρυσης ιδιωτικών σχολείων διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας.

Η υποστήριξη αρχαιολογικών, ιστορικών και κοινωνικών ερευνών που αναδεικνύουν τους δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών της περιοχής.

Η αξιοποίηση των ευκαιριών που παρέχουν τα εργαλεία πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την προώθηση της διμερούς συνεργασίας στην Μεσόγειο, τον Εύξεινο Πόντο και την Υπερκαυκασία. Πέραν της Ευρωμεσογειακής Εταιρικής Σχέσης (Euromediterranean Partnership) και της Ανατολικής Εταιρικής Σχέσης (Eastern Partnership) οι οποίες αναφέρονται ειδικώς στις συγκεκριμένες περιοχές, υπάρχουν και τα γενικού ενδιαφέροντος προγράμματα όπως το πρόγραμμα “Erasmus+” για την εκπαίδευση, την κατάρτιση, τον αθλητισμό και την νεολαία.

Η ανάδειξη των κοινών ιστορικών και πολιτισμικών καταβολών και η ενίσχυση των πολιτισμικών δεσμών θα μπορούσαν να συμβάλουν στην αυξημένη αποτελεσματικότητα ενός προγράμματος προσέλκυσης μεταναστών υψηλού μορφωτικού επιπέδου και ευκολότερα ενταξίμων στην ελληνική κοινωνία. Προγράμματα “πράσινης κάρτας” για αποφοίτους πανεπιστημίων με γνώσεις ελληνικών και σπουδές σε αντικείμενα αιχμής για την ελληνική οικονομία θα μπορούσαν να συνδυαστούν με πολιτικές προαγωγής της νεοφυούς επιχειρηματικότητας. Μέσω φορολογικών και άλλων κινήτρων, θα μπορούσε να προαχθεί το διμερές εμπόριο και η μεταφορά τεχνογνωσίας μεταξύ της Ελλάδας και των κρατών της περιοχής. Έτσι θα μπορούσε να ενισχυθεί το ανθρώπινο δυναμικό της ελληνικής οικονομίας, ιδίως σε τομείς στους οποίους παρατηρείται έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Θα μπορούσε, επίσης, να θεσπιστεί και νομοθεσία για την χορήγηση της ελληνικής ιθαγενείας με διαδικασία απλούστερη της συνηθισμένης.8

Μόνη της αυτή η πολιτική δεν μπορεί να λύσει ούτε το δημογραφικό, ούτε να αντιμετωπίσει τις οικονομικές πτυχές του μεταναστευτικού. Μπορεί όμως να αποτελέσει τμήμα μιας στοχευμένης δέσμης μέτρων ενταγμένης σε μια ευρύτερη στρατηγική.9 Επιπλέον, θα αποτελέσει και μια ευκαιρία για την Ελλάδα να αποκαταστήσει πολιτισμικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς δεσμούς με πληθυσμούς στην ευρύτερη γειτονιά της χώρας. Η ενίσχυση της παρουσίας της Ελλάδας σε περιοχές στις οποίες ο ελληνισμός έχει επιδείξει ισχυρή πολιτιστική και οικονομική παρουσία θα έχει πολλαπλά θετικά οφέλη, τόσο για τις χώρες της περιοχής όσο και για τη δική μας.

*Ο Δρ. Ιωάννης Ν. Γρηγοριάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Μπίλκεντ και Επικεφαλής του Προγράμματος Τουρκίας του ΕΛΙΑΜΕΠ.

Βιβλιογραφία

Betty Jane Bailey and J. Martin Bailey, Who are the Christians in the Middle East? (Grand Rapids MI & Cambridge: Wm. B. Eerdmans Publishing, 2003).

Colin Chapman, “Christians in the Middle East–Past, Present and Future”, Transformation, Vol. 29, no. 2 (2012), pp. 91-110.

Roland Flamini, “Forced Exodus: Christians in the Middle East”, World Affairs, Vol. 176, no. 4 (2013), pp. 65-71.

Ioannis N. Grigoriadis and Evgeniia Shahin, “Between Ethnic Group and Nation: Mihail Çakir’s Histories of the Gagauz”, East European Politics and Societies (2020).

Habib C. Malik, Islamism and the Future of the Christians of the Middle East (Stanford CA: Hoover Press, 2010).

Βασίλης Λεοντίτσης, Βασιλική Τσαγκρώνη, Γιώργος Βοσινάκης, Ρωμανός Γεροδήμος, Διονυσία Δημοπούλου, Γεώργιος Καρυώτης and Δημήτρης Σκλεπάρης, Συγκριτική Ανάλυση Ένταξης Μεταναστών και Προσφύγων στην Ελλάδα: Προσωπικές Εμπειρίες, Βέλτιστες Πρακτικές, Προτάσεις Πολιτικής  (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2020).

Διονύσης Μπαλούρδος, Νίκος Δεμερτζής, Γιώργος Πιερράκος, Ηλίας Κικίλιας και Ειρήνη Κοσμά, Η Χαμηλή Γονιμότητα στην Ελλάδα, Δημογραφική Κρίση και Πολιτικές Ενίσχυσης της Οικογένειας  (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2019).

Παραπομπές

  1. Διονύσης Μπαλούρδος et al., Η Χαμηλή Γονιμότητα στην Ελλάδα, Δημογραφική Κρίση και Πολιτικές Ενίσχυσης της Οικογένειας (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2019).
  2. Βασίλης Λεοντίτσης et al., Συγκριτική Ανάλυση Ένταξης Μεταναστών και Προσφύγων στην Ελλάδα: Προσωπικές Εμπειρίες, Βέλτιστες Πρακτικές, Προτάσεις Πολιτικής (Αθήνα: διαΝΕΟσις, 2020).
  3. Η πλειονότητα των Γκαγκαούζων της Ελλάδος ζει στους νομούς Έβρου, Ροδόπης και Σερρών. Περισσότερα για την ιστορία των Γκαγκαούζων στο Ioannis N. Grigoriadis and Evgeniia Shahin, “Between Ethnic Group and Nation: Mihail Çakir’s Histories of the Gagauz”, East European Politics and Societies (2020).
  4. Betty Jane Bailey and J. Martin Bailey, Who are the Christians in the Middle East? (Grand Rapids MI & Cambridge: Wm. B. Eerdmans Publishing, 2003).
  5. Colin Chapman, “Christians in the Middle East–Past, Present and Future”, Transformation, Vol. 29, no. 2 (2012).
  6. Habib C. Malik, Islamism and the Future of the Christians of the Middle East (Stanford CA: Hoover Press, 2010)
  7. Roland Flamini, “Forced Exodus: Christians in the Middle East”, World Affairs, Vol. 176, no. 4 (2013)
  8. Δεδομένης πάντως και της αρνητικής πείρας από τις περιπτώσεις της Κύπρου και της Μάλτας και την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είναι αναγκαίο η χορήγηση ιθαγενείας να γίνεται υπό προϋποθέσεις που πιστοποιούν την ύπαρξη ισχυρού δεσμού μεταξύ της Ελλάδος και των ενδιαφερομένων.
  9. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν τη θέσπιση κινήτρων για την αύξηση του δείκτη γεννητικότητας με την οικονομική ενίσχυση της τεκνογονίας, την ενίσχυση των κρατικών θεσμών υποστήριξης των νέων γονέων, την αναγνώριση εργασιακών δικαιωμάτων συνδεομένων με την τεκνογονία κ.ά.

Πηγή: dianeosis.org

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ