Τα λημέρια του Κατσαντώνη

Κοντά στο χωριό Μοναστηράκι, στον οικισμό Σύχνικο, βρίσκεται η σπηλιά του θρυλικού οπλαρχηγού

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Tο τελευταίο καταφύγιό του, στο οποίο συνελήφθη τον Αύγουστο του 1808

Εκ Καστοβέτσι, χωρίου των Ιωαννίνων, υιός αρχιποίμενος εκ των νομάδων Σαρακατσάνων. Ο Κατσαντώνης κατηγορηθείς εν Λεπενού, όπου παρεχείμαζεν, ως κλέπτης προβάτων προς τον Αλή πασάν συνελήφθη μετά του πατρός και ηναγκάσθησαν να προσφέρωσι μέγα ποσόν χρημάτων διά να απελευθερωθώσι· διά τούτο ο Κατσαντώνης κατά το 1802 παραιτήσας και τον πατέρα και το ποίμνιον έλαβε τα όπλα και έγεινε κλέφτης· ότε παρεσκευάζετο να τραπή εις τον κλέφτικον βίον, η μήτηρ αυτού τον παρεκάλει να μη προβή εις τούτο το διάβημα συχνά λέγουσα: «κάτσε Αντώνι μου»· εντεύθεν δε επωνομάσθη Κατσαντώνης.

Ότε δε πάλιν ο Αλή πασάς συνέλαβε προς τιμωρίαν τον πατέρα και άλλους αυτού συγγενείς και έρριψεν αυτούς εις τας ειρκτάς, εδήμευσε δε και τα ποίμνιά του, τότε τον Κατσαντώνην ηκολούθησαν εις το νέον του στάδιον, οίτε αυτάδελφοί του Κώστας Λεπενιώτης και Γεώργιος Χασιώτης και ο θείος του Δίπλας μετά του εξαδέλφου των Τσόγκα. Ταχέως ο Κατσαντώνης ηδυνήθη να συνάξη περί εαυτόν αρκετούς εκλεκτούς οπαδούς, μεθ’ ων διαφοροτρόπως εξεδικήθη τους εχθρούς του εις τα Άγραφα και εις όλας τας υπό την εξουσίαν του Αλή επαρχίας.

Ο Ρώσσος στρατηγός Παπαδόπουλος, ον εγνώρισεν ο Κατσαντώνης μεταβάς εις Κέρκυραν προς θεραπείαν πληγής τινος, παρήγγειλεν αυτώ, όπως συνεννοηθείς μετά των άλλων αρματωλών έλθωσιν ακολούθως προς αυτόν, ίνα κανονίσωσι τα της μελετωμένης επαναστάσεως. Ο Κατσαντώνης τότε περιήρχετο αναφανδόν τα ορεινά μέρη των Αγράφων, ύβριζε δημοσία τον πώγωνα του Αλή πασά (ύβρις θεωρουμένη παρά τοις Οθωμανοίς ως η αισχίστη των ύβρεων) και προέτρεπε τον λαόν εις επανάστασιν. Ο Αλής διέταξε πάντας τους δερβεναγάδες και αρματωλούς του να τον φονεύσωσιν. Πλην ουδέποτε ούτοι ηδυνήθησαν. Πάντας τους οπλαρχηγούς του Αλή, ων προεξείχον ο Βελή Γκίκας και ο Σουλεϊμάν μπέης, τους εζώγρησε και κατέσφαξε μετά των στρατευμάτων αυτών, ώστε οι λοιποί λαβόντες φόβον δεν ετόλμων πλέον να καταδιώξωσιν αυτόν.

Ότε δ’ ο Καποδίστριας περί τας αρχάς Μαΐου του 1807 παρασκευάζων αύθις επαναστατικόν κίνημα εις την ηπειρωτικήν Ελλάδα εν συνεννοήσει μετά των αρματωλών αυτής προσεκάλεσεν επί τούτω και τον Κατσαντώνην εις Λευκάδα, οι οπλαρχηγοί πάντες ανεκήρυξαν αυτόν ομοφώνως πολέμαρχον. Το κίνημα τούτο εματαιώθη διά της συλλήψεως και του θανάτου του Ευθυμίου Βλαχάβα.

Αλλά συγχρόνως προσεβλήθη και ο Κατσαντώνης υπό της νόσου ευλογίας, εξ ης βαρέως πάσχων, επιποθών δε τα προσφιλή αυτώ βουνά των Αγράφων επανήλθεν εις αυτά, διέλυσεν εις αποσπάσματα (μπουλούκια) το πολυάριθμον σώμα των οπαδών του και αυτός μετά του αδελφού του Χασιώτου και τεσσάρων άλλων εμπίστων απεσύρθη εις απόκρυφόν τι σπήλαιον πλησίον της Φουρνάς, όπου ενοσηλεύετο.

Εις μόνος γεωργός Ιωάννης Γκούρλας κατά Φραγκίσταν ή βοσκός, κατ’ Αριστοτέλην Βαλαωρίτην όχι βοσκός, αλλ’ ιερεύς, όστις τοις επρομήθευε τροφήν, εγνώριζε το καταφύγιόν των. Ο Αλής τότε έστειλεν εις αναζήτησίν του τον Άγον Μουχουρτάρην μετ’ επτακοσίων Αλβανών. Εις τα τρομερά βασανιστήρια τούτων υποκύψας τέλος ο έμπιστος του Κατσαντώνη βοσκός εξηναγκάσθη να μαρτυρήση το κρησφύγετον του καταζητουμένου κλέφτου.

Τότε ο μεν Χασιώτης ήρπασεν επί των ώμων του το ασθενές σώμα του Κατσαντώνη, οι δε τέσσαρες σύντροφοι ξιφήρεις εφώρμησαν κατά των εχθρών διανοίγοντες δρόμον. Διέσπασαν ούτω την φάλαγγα του Άγου και προεχώρησαν διάστημα επτάωρον φεύγοντες και καταδιωκόμενοι μανιωδώς, έως ου εντός στενωτάτης θέσεως εμπεσόντες εζωγρήθησαν άπαντες.

Ο Κατσαντώνης λοιπόν, ο αδελφός του και οι τέσσαρες οπαδοί του συλληφθέντες ωδηγήθησαν δέσμιοι εις Ιωάννινα, όπου υπό την περιβόητον πλάτανον του Αλή πασά εθανατώθησαν μαρτυρικώς, θραυσθέντων των μελών των υπό δημίων.

Λόφος τις σύδενδρος προς ανατολάς του χωρίου Παλαιοκάστρου του δήμου Τυμφρηστού κείμενος μέχρι σήμερον φέρει το όνομα «τα λημέρια του Κατσαντώνη».

Μετά τον θάνατον του Κατσαντώνη τα αποσπάσματα των οπαδών αυτού συνεμάζευσεν ο Κώστας ο Λεπενιώτης, όστις εκδικούμενος τον θάνατον του αδελφού έσπειρε διά του πυρός και του σιδήρου την ερήμωσιν και τον τρόμον από των Αγράφων και των Τσουμέρκων μέχρι των Τρικκάλων και των Ιωαννίνων.

[…] Τον βίον του Κατσαντώνη κατ’ αφήγησιν του Ιωάννου Φραγκίστα συντρόφου του Κατσαντώνη εξέδωκε το 1862 ο Επαμ. Φραγκίστας υιός αυτού.

*εζώγρησε: αιχμαλώτισε

Απόσπασμα από το συγγραφικό έργο του Ιωάννου Γ. Βορτσέλα «Φθιώτις» (Αθήνα, 1907, σελ. 376-378).

Στα Άγραφα, χωριό στην καρδιά του ορεινού συγκροτήματος των Ευρυτανικών Αγράφων, ορθώνεται ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Κατσαντώνη, τοποθετημένος πάνω σε ένα πέτρινο βάθρο, παραπλεύρως του ναού της Αγίας Βαρβάρας.

Πηγή: Δήμος Αγράφων

Κοντά στο χωριό Μοναστηράκι, στον οικισμό Σύχνικο, βρίσκεται η σπηλιά του θρυλικού οπλαρχηγού, το τελευταίο καταφύγιό του, στο οποίο συνελήφθη τον Αύγουστο του 1808.

Tο τελευταίο καταφύγιό του, στο οποίο συνελήφθη τον Αύγουστο του 1808

Εκ Καστοβέτσι, χωρίου των Ιωαννίνων, υιός αρχιποίμενος εκ των νομάδων Σαρακατσάνων. Ο Κατσαντώνης κατηγορηθείς εν Λεπενού, όπου παρεχείμαζεν, ως κλέπτης προβάτων προς τον Αλή πασάν συνελήφθη μετά του πατρός και ηναγκάσθησαν να προσφέρωσι μέγα ποσόν χρημάτων διά να απελευθερωθώσι· διά τούτο ο Κατσαντώνης κατά το 1802 παραιτήσας και τον πατέρα και το ποίμνιον έλαβε τα όπλα και έγεινε κλέφτης· ότε παρεσκευάζετο να τραπή εις τον κλέφτικον βίον, η μήτηρ αυτού τον παρεκάλει να μη προβή εις τούτο το διάβημα συχνά λέγουσα: «κάτσε Αντώνι μου»· εντεύθεν δε επωνομάσθη Κατσαντώνης.

Ότε δε πάλιν ο Αλή πασάς συνέλαβε προς τιμωρίαν τον πατέρα και άλλους αυτού συγγενείς και έρριψεν αυτούς εις τας ειρκτάς, εδήμευσε δε και τα ποίμνιά του, τότε τον Κατσαντώνην ηκολούθησαν εις το νέον του στάδιον, οίτε αυτάδελφοί του Κώστας Λεπενιώτης και Γεώργιος Χασιώτης και ο θείος του Δίπλας μετά του εξαδέλφου των Τσόγκα. Ταχέως ο Κατσαντώνης ηδυνήθη να συνάξη περί εαυτόν αρκετούς εκλεκτούς οπαδούς, μεθ’ ων διαφοροτρόπως εξεδικήθη τους εχθρούς του εις τα Άγραφα και εις όλας τας υπό την εξουσίαν του Αλή επαρχίας.

Ο Ρώσσος στρατηγός Παπαδόπουλος, ον εγνώρισεν ο Κατσαντώνης μεταβάς εις Κέρκυραν προς θεραπείαν πληγής τινος, παρήγγειλεν αυτώ, όπως συνεννοηθείς μετά των άλλων αρματωλών έλθωσιν ακολούθως προς αυτόν, ίνα κανονίσωσι τα της μελετωμένης επαναστάσεως. Ο Κατσαντώνης τότε περιήρχετο αναφανδόν τα ορεινά μέρη των Αγράφων, ύβριζε δημοσία τον πώγωνα του Αλή πασά (ύβρις θεωρουμένη παρά τοις Οθωμανοίς ως η αισχίστη των ύβρεων) και προέτρεπε τον λαόν εις επανάστασιν. Ο Αλής διέταξε πάντας τους δερβεναγάδες και αρματωλούς του να τον φονεύσωσιν. Πλην ουδέποτε ούτοι ηδυνήθησαν. Πάντας τους οπλαρχηγούς του Αλή, ων προεξείχον ο Βελή Γκίκας και ο Σουλεϊμάν μπέης, τους εζώγρησε και κατέσφαξε μετά των στρατευμάτων αυτών, ώστε οι λοιποί λαβόντες φόβον δεν ετόλμων πλέον να καταδιώξωσιν αυτόν.

Ότε δ’ ο Καποδίστριας περί τας αρχάς Μαΐου του 1807 παρασκευάζων αύθις επαναστατικόν κίνημα εις την ηπειρωτικήν Ελλάδα εν συνεννοήσει μετά των αρματωλών αυτής προσεκάλεσεν επί τούτω και τον Κατσαντώνην εις Λευκάδα, οι οπλαρχηγοί πάντες ανεκήρυξαν αυτόν ομοφώνως πολέμαρχον. Το κίνημα τούτο εματαιώθη διά της συλλήψεως και του θανάτου του Ευθυμίου Βλαχάβα.

Αλλά συγχρόνως προσεβλήθη και ο Κατσαντώνης υπό της νόσου ευλογίας, εξ ης βαρέως πάσχων, επιποθών δε τα προσφιλή αυτώ βουνά των Αγράφων επανήλθεν εις αυτά, διέλυσεν εις αποσπάσματα (μπουλούκια) το πολυάριθμον σώμα των οπαδών του και αυτός μετά του αδελφού του Χασιώτου και τεσσάρων άλλων εμπίστων απεσύρθη εις απόκρυφόν τι σπήλαιον πλησίον της Φουρνάς, όπου ενοσηλεύετο.

Εις μόνος γεωργός Ιωάννης Γκούρλας κατά Φραγκίσταν ή βοσκός, κατ’ Αριστοτέλην Βαλαωρίτην όχι βοσκός, αλλ’ ιερεύς, όστις τοις επρομήθευε τροφήν, εγνώριζε το καταφύγιόν των. Ο Αλής τότε έστειλεν εις αναζήτησίν του τον Άγον Μουχουρτάρην μετ’ επτακοσίων Αλβανών. Εις τα τρομερά βασανιστήρια τούτων υποκύψας τέλος ο έμπιστος του Κατσαντώνη βοσκός εξηναγκάσθη να μαρτυρήση το κρησφύγετον του καταζητουμένου κλέφτου.

Τότε ο μεν Χασιώτης ήρπασεν επί των ώμων του το ασθενές σώμα του Κατσαντώνη, οι δε τέσσαρες σύντροφοι ξιφήρεις εφώρμησαν κατά των εχθρών διανοίγοντες δρόμον. Διέσπασαν ούτω την φάλαγγα του Άγου και προεχώρησαν διάστημα επτάωρον φεύγοντες και καταδιωκόμενοι μανιωδώς, έως ου εντός στενωτάτης θέσεως εμπεσόντες εζωγρήθησαν άπαντες.

Ο Κατσαντώνης λοιπόν, ο αδελφός του και οι τέσσαρες οπαδοί του συλληφθέντες ωδηγήθησαν δέσμιοι εις Ιωάννινα, όπου υπό την περιβόητον πλάτανον του Αλή πασά εθανατώθησαν μαρτυρικώς, θραυσθέντων των μελών των υπό δημίων.

Λόφος τις σύδενδρος προς ανατολάς του χωρίου Παλαιοκάστρου του δήμου Τυμφρηστού κείμενος μέχρι σήμερον φέρει το όνομα «τα λημέρια του Κατσαντώνη».

Μετά τον θάνατον του Κατσαντώνη τα αποσπάσματα των οπαδών αυτού συνεμάζευσεν ο Κώστας ο Λεπενιώτης, όστις εκδικούμενος τον θάνατον του αδελφού έσπειρε διά του πυρός και του σιδήρου την ερήμωσιν και τον τρόμον από των Αγράφων και των Τσουμέρκων μέχρι των Τρικκάλων και των Ιωαννίνων.

[…] Τον βίον του Κατσαντώνη κατ’ αφήγησιν του Ιωάννου Φραγκίστα συντρόφου του Κατσαντώνη εξέδωκε το 1862 ο Επαμ. Φραγκίστας υιός αυτού.

*εζώγρησε: αιχμαλώτισε

Απόσπασμα από το συγγραφικό έργο του Ιωάννου Γ. Βορτσέλα «Φθιώτις» (Αθήνα, 1907, σελ. 376-378).

Στα Άγραφα, χωριό στην καρδιά του ορεινού συγκροτήματος των Ευρυτανικών Αγράφων, ορθώνεται ο ορειχάλκινος ανδριάντας του Κατσαντώνη, τοποθετημένος πάνω σε ένα πέτρινο βάθρο, παραπλεύρως του ναού της Αγίας Βαρβάρας.

Πηγή: Δήμος Αγράφων

Κοντά στο χωριό Μοναστηράκι, στον οικισμό Σύχνικο, βρίσκεται η σπηλιά του θρυλικού οπλαρχηγού, το τελευταίο καταφύγιό του, στο οποίο συνελήφθη τον Αύγουστο του 1808.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ