Βρεθήκαμε στο ωραιότερο καφενείο της Ελλάδας που κουβαλάει πάνω του έναν βαρύ μύθο

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Παίρνοντας τον κεντρικό δρόμο Ν. Γιαγτζή και κατευθυνόμενος προς την πλατεία Κεχαγιά, ο δρόμος είναι πλαισιωμένος από νεοκλασσικά κτήρια σε παστέλ χρώματα, πανέμορφες κεραμιδένιες στέγες, μαρμαρένια μπαλκόνια με φορούσια και περίτεχνες σιδεριές. Φθάνοντας στην πλατεία στο δεξί μας χέρι αποκαλύπτεται το «Πανελλήνιον» ή το «Γυαλί καφενέ» και νυν «Μεγάλο Καφενείο 1929», με τις επτά τζαμόπορτες.

Το καφενείον «Πανελλήνιον» στην Άμφισσα κουβαλάει απάνω του έναν βαρύ μύθο. Στο χώρο του γυρίστηκε το1976 μια εξαίσια σκηνή του «Θίασου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1935-2012), που χαρακτηρίστηκε ως μία από τις είκοσι καλύτερες ταινίες του 20ου αιώνα. Σ΄ αυτόν λοιπόν τον καφενέ ο μεγάλος σκηνοθέτης χρησιμοποίησε το φυσικό ντεκόρ του χώρου και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστες επεμβάσεις για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα της εποχής, τέλη της δεκαετίας του 1940.

Μία ευρύχωρη και ψηλοτάβανη αίθουσα όπου το ξύλινο πάτωμα με τις ακατέργαστες καρφωτές σανίδες και οι παστέλ τοίχοι φωτισμένοι από το γλυκό ρουμελιώτικο φως από την μεγάλη τζαμαρία πρόβαλαν τους πρωταγωνιστές του χώρου. Τις εξαίσιες καρέκλες δίπλα στα τραπεζάκια τους, αρχόντισσες όλο φινέτσα, η κάθε μια τη χάρη της, περήφανες για αυτούς που τις έχουν χρησιμοποιήσει, σου μεταφέρουν τις αναμνήσεις τους.

Μετά από διάστημα περίπου δύο χρόνων, που είχε μείνει κλειστό, τον Ιούνιο του 2018 ξανάνοιξε τις τζαμένιες πόρτες του και αφήνει την πλούσια ιστορία του να μιλήσει στους θαμώνες. Με νέα ταυτότητα, διεκδικεί και πάλι τη θέση του στην καθημερινότητα της πόλης.

ο «Μεγάλο Καφενείο 1929» ή καφενείο «Πανελλήνιο», όπως ήταν επί χρόνια γνωστό στην πλατεία Κεχαγιά της Άμφισσας, είναι ένας ιδιαίτερος χώρος για τον τόπο κι έχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία.

Θα μπορούσες άνετα να πεις ότι είναι το ομορφότερο από τα παραδοσιακά καφενεία ανά την Ελλάδα. Όμως και πάλι θα περιέγραφες ένα μόνο μέρος από την αίσθηση που αποκομίζεις από το καφενείο «Πανελλήνιο», αδικώντας έτσι έναν εκπληκτικό χώρο που εκπροσωπεί πολύ περισσότερα.

Έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς και είναι το μοναδικό καφεθέατρο στην Ελλάδα που στην πολύχρονη ιστορία του έχει φιλοξενήσει αμέτρητους περιοδεύοντες θιάσους την εποχή των μπουλουκιών και όχι μόνο. Αντιπροσωπεύει ακόμη τις διάφορες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές και μεταλλάξεις της ελληνικής περιφέρειας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό που αισθάνεσαι όταν μπαίνεις στη μεγάλη, ψηλοτάβανη αίθουσα, περνώντας από τις μεγάλες τζαμαρίες που αφήνουν το φως να διαχέεται, ενώνοντας έτσι τον εσωτερικό χώρο με την όμορφη πλατεία Κεχαγιά.

Η ενέργεια και η μοναδικότητα του χώρου ενέπνευσαν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο να γυρίσει εκεί το 1975 σκηνές από την ταινία του «Ο Θίασος» και η επιλογή αυτή φόρτισε ακόμη περισσότερο το «Πανελλήνιο», χτίζοντας τον μύθο του. Μάλιστα, οι παρεμβάσεις που έκανε ο Αγγελόπουλος στο περιβάλλον για να αποδώσει την ατμόσφαιρα του 1940 ήταν πολύ μικρές.

«Με την ανακαίνιση επιδιώξαμε να δώσουμε στον χώρο το στυλ του Μεσοπολέμου. Έγινε προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα στον χώρο. Όποιες παρεμβάσεις υπήρξαν, έγιναν με σεβασμό στην ιστορία που φέρει ο χώρος και στα στοιχεία που τον απαρτίζουν» λέει ο Παναγιώτης Ταλάντης.

Παράλληλα, ο ιστορικός χώρος έχει αναδειχτεί από διάφορα ντοκιμαντέρ και σχετικά πρόσφατα από την αξιόλογη έκδοση «Τα καφενεία της Ελλάδας» του Γιώργου Πίττα.

Ο χώρος άρχισε να λειτουργεί ως καφενείο το 1929, οπότε πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μαστρονικολόπουλου. Το καφενείο λειτουργούσε με την αρχική του μορφή έως το 2016 ο Θανάσης Μαστρονικολόπουλος, στην οικογένεια του οποίου ανήκει το κτίριο.

Ο ίδιος ο κυρ-Θανάσης, όπως τον ήξεραν όλοι στην Άμφισσα έως τον Απρίλιο του 2017 που απεβίωσε, δούλευε το καφενείο από τα 16 του χρόνια, το 1949, και η μορφή του ήταν συνυφασμένη με τον χώρο.

Στο πέρασμα των δεκαετιών το Πανελλήνιο ή Γυαλί Καφενές, όπως το αποκαλούσαν κάποιοι ντόπιοι, γνώρισε ανάπτυξη, ακμή και παρακμή, για να κλείσει το 2016, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου στο κτίριο, αλλά και στο άλλοτε πολύβουο και όλο ζωντάνια εσωτερικό του.

Τότε ήταν που το παιδικό όνειρο δύο νέων ανθρώπων από την Άμφισσα, του Παναγιώτη Ταλάντη και του Νίκου Λαζογιώργου, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Ήρθαν σε συμφωνία με τον κυρ-Θανάση και την οικογένειά του και ανέλαβαν να αναβιώσουν και να διαχειριστούν τον χώρο, ανασυστήνοντας τις ένδοξες εποχές του καφεθέατρου.

Ο χώρος δεν έμεινε ίδιος, αφού πρέπει πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας άλλης εποχής. Όμως οι παρεμβάσεις έγιναν με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία του.

Τον σεβασμό τους για τον χώρο τον νιώθεις καταρχάς από τον τρόπο που έχει γίνει η ανακαίνιση, αλλά τον επιβεβαιώνεις με τις πρώτες κουβέντες που θα κάνεις μαζί τους, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα πάθος αλλά και αποφασιστικότητα γι’ αυτό που ανέλαβαν.

«Το κτίριο χτίστηκε την περίοδο 1905-1910 και έχει γαλαξιδιώτικη επιρροή στην αρχιτεκτονική του, πράγμα που μαρτυρά το ξύλινο ταβάνι με τις τάβλες» λέει ο Παναγιώτης Ταλάντης και ξεδιπλώνοντας τις αναμνήσεις του προσθέτει:

«Ήταν ένα όνειρο ζωής για μένα αυτός ο χώρος. Όταν ήμουν 23 χρονών το είχα ζητήσει από τον κυρ-Θανάση, αλλά θυμάμαι ότι τότε μου είχε πει: «Είσαι μικρός ακόμη γι’ αυτό το μαγαζί».

Από τα πρώτα του χρόνια υιοθέτησε το ιταλικό στυλ αστικού καφενείου. Η μεγάλη ανάπτυξη της Άμφισσας, λόγω της παραγωγής και εμπορίας ελιάς, δημιούργησε αστική τάξη στην πόλη, η οποία αποτέλεσε και τη βασική αρχική πελατεία. Στο καφενείο σύχναζαν γιατροί, δικηγόροι και επιχειρηματίες.

Από τα πρώτα του χρόνια υιοθέτησε το ιταλικό στυλ αστικού καφενείου.

Τα βασικά στοιχεία του χώρου είναι το ψηλό ταβάνι, τα ξύλινα τραπέζια και οι καρέκλες του κλασικού καφενείου, οι φαρδιές ξύλινες τάβλες στο δάπεδο και οι μεγάλες τζαμόπορτες που επιτρέπουν άπλετο φως στον χώρο.

Το βλέμμα όμως μαγνητίζει η ιταλικής επιρροής σκηνή και το ανηφορικό πάλκο, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην μπελ επόκ. Αυτή η σκηνή έχει γνωρίσει εποχές δόξας, καθώς την περίοδο από το 1936 μέχρι και τη δεκαετία του ’80 πέρασαν από κει διάφοροι θίασοι.

Ο κυρ-Θανάσης μπορούσε να σου αφηγηθεί αμέτρητες ιστορίες για το πόσα πρόσφερε αυτός ο χώρος στην τέχνη, έχοντας φιλοξενήσει στη σκηνή του θεατρικές παραστάσεις, οπερέτες, επιθεωρήσεις. Τη δεκαετία του ’50 λέγεται ότι πέρασαν από κει θίασοι με τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο και Μακρή.

Ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξη αφηγείτο: «Σπουδαίος ο «θίασος», πέντε εικοσιτετράωρα τον γύριζαν, αλλά ο καφενές έχει γνωρίσει και άλλες δόξες. Από το 1936 έως σχετικά πρόσφατα το 1988 φιλοξένησε στη θεατρική του σκηνή, εκατοντάδες θιάσους. Να ΄βλεπες πώς ο καφενές μεταμορφωνόταν σε αίθουσα θεάτρου με 370 καρέκλες! θεατρικές παραστάσεις, επιθεωρήσεις, πρόζες, οπερέτες, γινόταν το αδιαχώρητο. πρώτος θίασος θυμάμαι που πέρασε από εδώ ήταν του Αυλωνίτη, Φωτόπουλου, Μακρή». Ο κυρ Θανάσης δεν χορταίνει να σου λέει ιστορίες. Αλλά και ίδιος χώρος, αν χαθείς μέσα του μπορεί να σου μιλήσει κι ο ίδιος. Φεύγοντας είχαμε στο στόμα μας τη γλύκα του καφέ που είχε γλυκάνει και τα χείλια της Ρόμυ Σνάιντερ -καθώς ομολογούσε ο κυρ-Θανάσης, είχε εντυπωσιασθεί από το καφενείο- και στα αυτιά τη μουσική του ακορντεόν να παίζει το «Θα ξανάρθεις…»

Στη σκηνή του έχει ανέβει και ο Μάνος Κατράκης, ενώ στο πιάνο που φιγουράρει στη σκηνή κάποιοι υποστηρίζουν ότι έπαιξε ο Μίμης Πλέσσας σε ηλικία 17 ετών. Η σάλα του «Πανελληνίου» μεταμορφωνόταν, καθώς η αίθουσά του χωρούσε 370 καρέκλες.

Ο αυθεντικός και ιστορικός καλλιτεχνικά χώρος είναι που γοήτευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Τα μαύρα τραπέζια που έχουν καταγραφεί στον «Θίασο», σε κάποια σημεία των οποίων υπάρχουν ακόμα οι σημειώσεις αυτών που έπαιζαν χαρτιά, είναι αυτά στα οποία θα πιείς τον καφέ σου σήμερα.

Η παστέλ βεραμάν απόχρωση στους τοίχους, αλλά και το μπρονζέ χρώμα της νικοτίνης στο ταβάνι επιμένουν ακόμη και σήμερα, δίνοντας έμφαση στη σκηνή.

Στην πρόσφατη ανακαίνιση ο διακοσμητής Αλέξανδρος Πετράκης ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της σάλας.

Η μαντεμένια θερμάστρα έχει πάρει τη θέση της δίπλα από τη σκηνή και κάτω από τους παλιούς καθρέφτες προστέθηκε μια μπάρα με το παραδοσιακό ψυγείο, όπου φιγουράρουν παλιά μπουκάλια αναψυκτικών, και πιο δίπλα θα δεις το εντυπωσιακό μπιλιάρδο που διαμορφώθηκε κομψά για τον DJ.

Τα βασικά στοιχεία του χώρου είναι το ψηλό ταβάνι, τα ξύλινα τραπέζια και οι καρέκλες του κλασικού καφενείου, οι φαρδιές ξύλινες τάβλες στο δάπεδο και οι μεγάλες τζαμόπορτες που επιτρέπουν άπλετο φως στον χώρο.

«Με την ανακαίνιση επιδιώξαμε να δώσουμε στον χώρο το στυλ του Μεσοπολέμου. Έγινε προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα στον χώρο. Όποιες παρεμβάσεις υπήρξαν, έγιναν με σεβασμό στην ιστορία που φέρει ο χώρος και στα στοιχεία που τον απαρτίζουν» λέει ο Παναγιώτης.

Μόλις περάσεις την τεράστια τζαμένια πόρτα, νιώθεις την αύρα και τη γοητεία μιας άλλης εποχής. Η θεατρική σκηνή είναι μαγική, με τους παλιούς πολυελαίους και τις κόκκινες βαριές κουρτίνες. Καφές, αναψυκτικά, μπίρες, τσίπουρο, κρασί και κοκτέιλ καλύπτουν τις επιλογές των θαμώνων.

Ο συνοδευτικός μεζές για το τσίπουρο (τυρί, ελιές, ντοματίνια, αγγούρι κομμένο σε ροδέλες, σαλάμι, λουκάνικο και κριτσίνια πολύσπορα) έρχεται σε ξύλινο δισκάκι. Κρύο πιάτο που θυμίζει το κλασικό μενού του καφενείου που σέρβιρε τσίρο, βραστό αυγό, τυρί και ελιές.

«Θέλουμε να συνεχίσουμε την παράδοση του καφωδείου – πρόκειται για έναν όρο του ’60, τον θρύλο του μεγάλου καφενείου. Είναι η ιστορία του τόπου μας. Το καφενείο στηρίχτηκε και στήριξε τα μπουλούκια, πολιτιστικά έχει προσφέρει στην τέχνη», λέει ο Παναγιώτης και προσθέτει:

«Για μας ήταν σημαντική επένδυση σε σχέση με τα δεδομένα της περιοχής. Κράτησε 14 μήνες η προσπάθεια ανακαίνισης και έγινε με την άδεια και τον έλεγχο του υπουργείου Πολιτισμού. Το «Μεγάλο Καφενείο 1929», από τον Ιούνιο του 2018 που ξαναλειτούργησε παρουσίασε μουσικά live, μονόπρακτα, άλλες εκδηλώσεις και πολιτιστικά δρώμενα».

Ο χώρος δεν έμεινε ίδιος, αφού πρέπει πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας άλλης εποχής. Όμως οι παρεμβάσεις έγιναν με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία του. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι πλέον δεν υπάρχουν τα σημάδια της εγκατάλειψης και της ερήμωσης − κάθε άλλο.

Γεμίζει και πάλι με πελάτες όλων των ηλικιών, ντόπιους που έχουν αναμνήσεις από τον χώρο, αλλά και επισκέπτες της Άμφισσας που θέλουν να πάρουν γεύση από την αίγλη του χώρου. Είναι το μέλλον που σέβεται την παράδοση.

Παίρνοντας τον κεντρικό δρόμο Ν. Γιαγτζή και κατευθυνόμενος προς την πλατεία Κεχαγιά, ο δρόμος είναι πλαισιωμένος από νεοκλασσικά κτήρια σε παστέλ χρώματα, πανέμορφες κεραμιδένιες στέγες, μαρμαρένια μπαλκόνια με φορούσια και περίτεχνες σιδεριές. Φθάνοντας στην πλατεία στο δεξί μας χέρι αποκαλύπτεται το «Πανελλήνιον» ή το «Γυαλί καφενέ» και νυν «Μεγάλο Καφενείο 1929», με τις επτά τζαμόπορτες.

Το καφενείον «Πανελλήνιον» στην Άμφισσα κουβαλάει απάνω του έναν βαρύ μύθο. Στο χώρο του γυρίστηκε το1976 μια εξαίσια σκηνή του «Θίασου» του Θόδωρου Αγγελόπουλου (1935-2012), που χαρακτηρίστηκε ως μία από τις είκοσι καλύτερες ταινίες του 20ου αιώνα. Σ΄ αυτόν λοιπόν τον καφενέ ο μεγάλος σκηνοθέτης χρησιμοποίησε το φυσικό ντεκόρ του χώρου και δεν χρειάστηκε παρά ελάχιστες επεμβάσεις για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα της εποχής, τέλη της δεκαετίας του 1940.

Μία ευρύχωρη και ψηλοτάβανη αίθουσα όπου το ξύλινο πάτωμα με τις ακατέργαστες καρφωτές σανίδες και οι παστέλ τοίχοι φωτισμένοι από το γλυκό ρουμελιώτικο φως από την μεγάλη τζαμαρία πρόβαλαν τους πρωταγωνιστές του χώρου. Τις εξαίσιες καρέκλες δίπλα στα τραπεζάκια τους, αρχόντισσες όλο φινέτσα, η κάθε μια τη χάρη της, περήφανες για αυτούς που τις έχουν χρησιμοποιήσει, σου μεταφέρουν τις αναμνήσεις τους.

Μετά από διάστημα περίπου δύο χρόνων, που είχε μείνει κλειστό, τον Ιούνιο του 2018 ξανάνοιξε τις τζαμένιες πόρτες του και αφήνει την πλούσια ιστορία του να μιλήσει στους θαμώνες. Με νέα ταυτότητα, διεκδικεί και πάλι τη θέση του στην καθημερινότητα της πόλης.

ο «Μεγάλο Καφενείο 1929» ή καφενείο «Πανελλήνιο», όπως ήταν επί χρόνια γνωστό στην πλατεία Κεχαγιά της Άμφισσας, είναι ένας ιδιαίτερος χώρος για τον τόπο κι έχει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία.

Θα μπορούσες άνετα να πεις ότι είναι το ομορφότερο από τα παραδοσιακά καφενεία ανά την Ελλάδα. Όμως και πάλι θα περιέγραφες ένα μόνο μέρος από την αίσθηση που αποκομίζεις από το καφενείο «Πανελλήνιο», αδικώντας έτσι έναν εκπληκτικό χώρο που εκπροσωπεί πολύ περισσότερα.

Έχει χαρακτηριστεί μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς και είναι το μοναδικό καφεθέατρο στην Ελλάδα που στην πολύχρονη ιστορία του έχει φιλοξενήσει αμέτρητους περιοδεύοντες θιάσους την εποχή των μπουλουκιών και όχι μόνο. Αντιπροσωπεύει ακόμη τις διάφορες οικονομικές και κοινωνικές μεταβολές και μεταλλάξεις της ελληνικής περιφέρειας κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.

Όμως τίποτε απ’ όλα αυτά δεν μπορεί να υποκαταστήσει αυτό που αισθάνεσαι όταν μπαίνεις στη μεγάλη, ψηλοτάβανη αίθουσα, περνώντας από τις μεγάλες τζαμαρίες που αφήνουν το φως να διαχέεται, ενώνοντας έτσι τον εσωτερικό χώρο με την όμορφη πλατεία Κεχαγιά.

Η ενέργεια και η μοναδικότητα του χώρου ενέπνευσαν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο να γυρίσει εκεί το 1975 σκηνές από την ταινία του «Ο Θίασος» και η επιλογή αυτή φόρτισε ακόμη περισσότερο το «Πανελλήνιο», χτίζοντας τον μύθο του. Μάλιστα, οι παρεμβάσεις που έκανε ο Αγγελόπουλος στο περιβάλλον για να αποδώσει την ατμόσφαιρα του 1940 ήταν πολύ μικρές.

«Με την ανακαίνιση επιδιώξαμε να δώσουμε στον χώρο το στυλ του Μεσοπολέμου. Έγινε προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα στον χώρο. Όποιες παρεμβάσεις υπήρξαν, έγιναν με σεβασμό στην ιστορία που φέρει ο χώρος και στα στοιχεία που τον απαρτίζουν» λέει ο Παναγιώτης Ταλάντης.

Παράλληλα, ο ιστορικός χώρος έχει αναδειχτεί από διάφορα ντοκιμαντέρ και σχετικά πρόσφατα από την αξιόλογη έκδοση «Τα καφενεία της Ελλάδας» του Γιώργου Πίττα.

Ο χώρος άρχισε να λειτουργεί ως καφενείο το 1929, οπότε πέρασε στην ιδιοκτησία της οικογένειας Μαστρονικολόπουλου. Το καφενείο λειτουργούσε με την αρχική του μορφή έως το 2016 ο Θανάσης Μαστρονικολόπουλος, στην οικογένεια του οποίου ανήκει το κτίριο.

Ο ίδιος ο κυρ-Θανάσης, όπως τον ήξεραν όλοι στην Άμφισσα έως τον Απρίλιο του 2017 που απεβίωσε, δούλευε το καφενείο από τα 16 του χρόνια, το 1949, και η μορφή του ήταν συνυφασμένη με τον χώρο.

Στο πέρασμα των δεκαετιών το Πανελλήνιο ή Γυαλί Καφενές, όπως το αποκαλούσαν κάποιοι ντόπιοι, γνώρισε ανάπτυξη, ακμή και παρακμή, για να κλείσει το 2016, με εμφανή τα σημάδια του χρόνου στο κτίριο, αλλά και στο άλλοτε πολύβουο και όλο ζωντάνια εσωτερικό του.

Τότε ήταν που το παιδικό όνειρο δύο νέων ανθρώπων από την Άμφισσα, του Παναγιώτη Ταλάντη και του Νίκου Λαζογιώργου, άρχισαν να παίρνουν σάρκα και οστά. Ήρθαν σε συμφωνία με τον κυρ-Θανάση και την οικογένειά του και ανέλαβαν να αναβιώσουν και να διαχειριστούν τον χώρο, ανασυστήνοντας τις ένδοξες εποχές του καφεθέατρου.

Ο χώρος δεν έμεινε ίδιος, αφού πρέπει πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας άλλης εποχής. Όμως οι παρεμβάσεις έγιναν με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία του.

Τον σεβασμό τους για τον χώρο τον νιώθεις καταρχάς από τον τρόπο που έχει γίνει η ανακαίνιση, αλλά τον επιβεβαιώνεις με τις πρώτες κουβέντες που θα κάνεις μαζί τους, διαπιστώνοντας ταυτόχρονα πάθος αλλά και αποφασιστικότητα γι’ αυτό που ανέλαβαν.

«Το κτίριο χτίστηκε την περίοδο 1905-1910 και έχει γαλαξιδιώτικη επιρροή στην αρχιτεκτονική του, πράγμα που μαρτυρά το ξύλινο ταβάνι με τις τάβλες» λέει ο Παναγιώτης Ταλάντης και ξεδιπλώνοντας τις αναμνήσεις του προσθέτει:

«Ήταν ένα όνειρο ζωής για μένα αυτός ο χώρος. Όταν ήμουν 23 χρονών το είχα ζητήσει από τον κυρ-Θανάση, αλλά θυμάμαι ότι τότε μου είχε πει: «Είσαι μικρός ακόμη γι’ αυτό το μαγαζί».

Από τα πρώτα του χρόνια υιοθέτησε το ιταλικό στυλ αστικού καφενείου. Η μεγάλη ανάπτυξη της Άμφισσας, λόγω της παραγωγής και εμπορίας ελιάς, δημιούργησε αστική τάξη στην πόλη, η οποία αποτέλεσε και τη βασική αρχική πελατεία. Στο καφενείο σύχναζαν γιατροί, δικηγόροι και επιχειρηματίες.

Από τα πρώτα του χρόνια υιοθέτησε το ιταλικό στυλ αστικού καφενείου.

Τα βασικά στοιχεία του χώρου είναι το ψηλό ταβάνι, τα ξύλινα τραπέζια και οι καρέκλες του κλασικού καφενείου, οι φαρδιές ξύλινες τάβλες στο δάπεδο και οι μεγάλες τζαμόπορτες που επιτρέπουν άπλετο φως στον χώρο.

Το βλέμμα όμως μαγνητίζει η ιταλικής επιρροής σκηνή και το ανηφορικό πάλκο, χαρακτηριστικά που παραπέμπουν στην μπελ επόκ. Αυτή η σκηνή έχει γνωρίσει εποχές δόξας, καθώς την περίοδο από το 1936 μέχρι και τη δεκαετία του ’80 πέρασαν από κει διάφοροι θίασοι.

Ο κυρ-Θανάσης μπορούσε να σου αφηγηθεί αμέτρητες ιστορίες για το πόσα πρόσφερε αυτός ο χώρος στην τέχνη, έχοντας φιλοξενήσει στη σκηνή του θεατρικές παραστάσεις, οπερέτες, επιθεωρήσεις. Τη δεκαετία του ’50 λέγεται ότι πέρασαν από κει θίασοι με τους Αυλωνίτη, Φωτόπουλο και Μακρή.

Ο ίδιος σε παλαιότερη συνέντευξη αφηγείτο: «Σπουδαίος ο «θίασος», πέντε εικοσιτετράωρα τον γύριζαν, αλλά ο καφενές έχει γνωρίσει και άλλες δόξες. Από το 1936 έως σχετικά πρόσφατα το 1988 φιλοξένησε στη θεατρική του σκηνή, εκατοντάδες θιάσους. Να ΄βλεπες πώς ο καφενές μεταμορφωνόταν σε αίθουσα θεάτρου με 370 καρέκλες! θεατρικές παραστάσεις, επιθεωρήσεις, πρόζες, οπερέτες, γινόταν το αδιαχώρητο. πρώτος θίασος θυμάμαι που πέρασε από εδώ ήταν του Αυλωνίτη, Φωτόπουλου, Μακρή». Ο κυρ Θανάσης δεν χορταίνει να σου λέει ιστορίες. Αλλά και ίδιος χώρος, αν χαθείς μέσα του μπορεί να σου μιλήσει κι ο ίδιος. Φεύγοντας είχαμε στο στόμα μας τη γλύκα του καφέ που είχε γλυκάνει και τα χείλια της Ρόμυ Σνάιντερ -καθώς ομολογούσε ο κυρ-Θανάσης, είχε εντυπωσιασθεί από το καφενείο- και στα αυτιά τη μουσική του ακορντεόν να παίζει το «Θα ξανάρθεις…»

Στη σκηνή του έχει ανέβει και ο Μάνος Κατράκης, ενώ στο πιάνο που φιγουράρει στη σκηνή κάποιοι υποστηρίζουν ότι έπαιξε ο Μίμης Πλέσσας σε ηλικία 17 ετών. Η σάλα του «Πανελληνίου» μεταμορφωνόταν, καθώς η αίθουσά του χωρούσε 370 καρέκλες.

Ο αυθεντικός και ιστορικός καλλιτεχνικά χώρος είναι που γοήτευσε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Τα μαύρα τραπέζια που έχουν καταγραφεί στον «Θίασο», σε κάποια σημεία των οποίων υπάρχουν ακόμα οι σημειώσεις αυτών που έπαιζαν χαρτιά, είναι αυτά στα οποία θα πιείς τον καφέ σου σήμερα.

Η παστέλ βεραμάν απόχρωση στους τοίχους, αλλά και το μπρονζέ χρώμα της νικοτίνης στο ταβάνι επιμένουν ακόμη και σήμερα, δίνοντας έμφαση στη σκηνή.

Στην πρόσφατη ανακαίνιση ο διακοσμητής Αλέξανδρος Πετράκης ανέδειξε με τον καλύτερο τρόπο τις χαρακτηριστικές λεπτομέρειες της σάλας.

Η μαντεμένια θερμάστρα έχει πάρει τη θέση της δίπλα από τη σκηνή και κάτω από τους παλιούς καθρέφτες προστέθηκε μια μπάρα με το παραδοσιακό ψυγείο, όπου φιγουράρουν παλιά μπουκάλια αναψυκτικών, και πιο δίπλα θα δεις το εντυπωσιακό μπιλιάρδο που διαμορφώθηκε κομψά για τον DJ.

Τα βασικά στοιχεία του χώρου είναι το ψηλό ταβάνι, τα ξύλινα τραπέζια και οι καρέκλες του κλασικού καφενείου, οι φαρδιές ξύλινες τάβλες στο δάπεδο και οι μεγάλες τζαμόπορτες που επιτρέπουν άπλετο φως στον χώρο.

«Με την ανακαίνιση επιδιώξαμε να δώσουμε στον χώρο το στυλ του Μεσοπολέμου. Έγινε προσπάθεια να φυλακιστεί ο χρόνος μέσα στον χώρο. Όποιες παρεμβάσεις υπήρξαν, έγιναν με σεβασμό στην ιστορία που φέρει ο χώρος και στα στοιχεία που τον απαρτίζουν» λέει ο Παναγιώτης.

Μόλις περάσεις την τεράστια τζαμένια πόρτα, νιώθεις την αύρα και τη γοητεία μιας άλλης εποχής. Η θεατρική σκηνή είναι μαγική, με τους παλιούς πολυελαίους και τις κόκκινες βαριές κουρτίνες. Καφές, αναψυκτικά, μπίρες, τσίπουρο, κρασί και κοκτέιλ καλύπτουν τις επιλογές των θαμώνων.

Ο συνοδευτικός μεζές για το τσίπουρο (τυρί, ελιές, ντοματίνια, αγγούρι κομμένο σε ροδέλες, σαλάμι, λουκάνικο και κριτσίνια πολύσπορα) έρχεται σε ξύλινο δισκάκι. Κρύο πιάτο που θυμίζει το κλασικό μενού του καφενείου που σέρβιρε τσίρο, βραστό αυγό, τυρί και ελιές.

«Θέλουμε να συνεχίσουμε την παράδοση του καφωδείου – πρόκειται για έναν όρο του ’60, τον θρύλο του μεγάλου καφενείου. Είναι η ιστορία του τόπου μας. Το καφενείο στηρίχτηκε και στήριξε τα μπουλούκια, πολιτιστικά έχει προσφέρει στην τέχνη», λέει ο Παναγιώτης και προσθέτει:

«Για μας ήταν σημαντική επένδυση σε σχέση με τα δεδομένα της περιοχής. Κράτησε 14 μήνες η προσπάθεια ανακαίνισης και έγινε με την άδεια και τον έλεγχο του υπουργείου Πολιτισμού. Το «Μεγάλο Καφενείο 1929», από τον Ιούνιο του 2018 που ξαναλειτούργησε παρουσίασε μουσικά live, μονόπρακτα, άλλες εκδηλώσεις και πολιτιστικά δρώμενα».

Ο χώρος δεν έμεινε ίδιος, αφού πρέπει πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες μιας άλλης εποχής. Όμως οι παρεμβάσεις έγιναν με απόλυτο σεβασμό στην ιστορία του. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι ότι πλέον δεν υπάρχουν τα σημάδια της εγκατάλειψης και της ερήμωσης − κάθε άλλο.

Γεμίζει και πάλι με πελάτες όλων των ηλικιών, ντόπιους που έχουν αναμνήσεις από τον χώρο, αλλά και επισκέπτες της Άμφισσας που θέλουν να πάρουν γεύση από την αίγλη του χώρου. Είναι το μέλλον που σέβεται την παράδοση.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ