Ενέργεια : Ακριβαίνει το ρεύμα παντού

Στην Ελλάδα περισσότερο

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Περιορισμένες διασυνδέσεις, φτωχό ενεργειακό μείγμα, έλλειψη διμερών συμβολαίων, υψηλή έκθεση σε χρηματιστηριακές τιμές, φέρνουν ακριβό ρεύμα.

Ο διχασμός Βορρά – Νότου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης που εκφράστηκε στη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας δεν έχει κάποιο ιδεολογικό έρεισμα. Αντανακλά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις των εθνικών αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου σε μια, κατά τα άλλα, ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Οι χώρες-μέλη ξεκίνησαν την πορεία προς την ενιαία απελευθερωμένη αγορά ενέργειας από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές ταχύτητες ενσωμάτωσης των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων λειτουργίας, που εκπορεύτηκαν εν πολλοίς από τις παλαιότερες και ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού μπλοκ. Το μείγμα καυσίμου για ηλεκτροπαραγωγή και οι διασυνδέσεις, σε ό,τι αφορά την αγορά ηλεκτρισμού, είναι οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τον βαθμό ανταγωνιστικότητας των εθνικών αγορών, στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, όπου η λογική που κυριαρχεί είναι να φτάνει στον καταναλωτή η φθηνότερη ενέργεια από όπου κι αν παράγεται.

Η αρχή αυτή δεν μπορεί να έχει την ίδια εφαρμογή σε χώρες του νότου, όπου οι διασυνδέσεις είναι πολύ περιορισμένες, σε αντίθεση με τις χώρες του Βορρά και της Κεντρικής Ευρώπης και πολύ περισσότερο με χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται στο άκρο της ευρωπαϊκής αγοράς και συνορεύει με βαλκανικά κράτη που δεν έχουν ενσωματώσει κοινούς κανόνες λειτουργίας.

Επιπλέον, οι χώρες του Βορρά διαθέτουν ένα πλούσιο μείγμα καυσίμων, από πυρηνικά, μεγάλα υδροηλεκτρικά και υπεράκτια αιολικά τα οποία εκμεταλλεύονται μέσω των διασυνδέσεων. Η υπερεπάρκεια ισχύος και οι πολλαπλές διασυνδέσεις έχουν ενισχύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας στις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι προκειμένου να διασφαλίσουν αφενός ότι οι μονάδες τους θα ενταχθούν στην αγορά και αφετέρου ότι η τιμή αποζημίωσης δεν θα είναι χαμηλή, προχωρούν σε μακροχρόνιες συμβάσεις με μεγάλους καταναλωτές ή προμηθευτές ρεύματος σε σταθερές τιμές. Αυτό εξυπηρετεί και τις βιομηχανίες ως μεγάλους καταναλωτές γιατί τους δίνει μια σαφή πρόβλεψη κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου, οπότε μπορούν με τη σειρά τους να συνάπτουν μακροχρόνιες συμφωνίες πώλησης των προϊόντων τους με άλλους, στην αλυσίδα της μεταποίησης. Με αυτό τον τρόπο κάνουν ουσιαστικά αντιστάθμιση του κινδύνου από τις μεταβολές στις τιμές της αγορά και έτσι στα χρηματιστήρια της Ευρώπης έφτασε να διαπραγματεύεται μόνο το 15%-20% της ηλεκτρικής ενέργειας. Το 75%-80% αφορά προσυμφωνημένες πωλήσεις σε σταθερές τιμές εκτός χρηματιστηρίου. Ειδικότερα, οι μικροί προμηθευτές είναι υποχρεωμένοι ένα μέρος της ενέργειας που πωλούν να το έχουν αντισταθμίσει ώστε να μην είναι εκτεθειμένοι 100% στην αγορά.

Αντίθετα, στην Ελλάδα έχουμε ανεπάρκεια ισχύος με αναξιόπιστες λιγνιτικές μονάδες, εγκαταλειμμένα ορυχεία και περιορισμένες διασυνδέσεις, παράγοντες που καθιστούν βέβαιη τη διάθεση της ενέργειας των μονάδων φυσικού αερίου στο χρηματιστήριο σε καλές τιμές, οπότε και οι παραγωγοί δεν καταφεύγουν σε προπώληση μέσω διμερών συμβολαίων. Αυτό καθιστά τους καταναλωτές, οικιακούς και επιχειρήσεις, εξαρτώμενους 100% από τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά και οι οποίες σε συνθήκες προ ενεργειακής κρίσης ήταν οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής σε ποσοστό 40% από το φυσικό αέριο έφερε αυξήσεις 211% στη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος το διάστημα Απριλίου – Οκτωβρίου, τις οποίες οι προμηθευτές –με τελευταία τη ΔΕΗ που τις συνόδεψε με έκπτωση της τάξης του 30% για να περιορίσει την επιβάρυνση– μετακυλίουν σε μηνιαία βάση στην κατανάλωση.

Η κυβέρνηση έχει διασφαλίσει ένα ποσό της τάξης των 400 εκατ. ευρώ για την επιδότηση των οικιακών καταναλώσεων για να μετριάσει τις επιπτώσεις από τις υπέρογκες αυξήσεις. Για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις μέσης τάσης, ο βασικός κορμός των οποίων είναι εξαγωγικός, δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας από τη λαίλαπα των αυξήσεων στο ρεύμα και το φυσικό αέριο, που ήρθαν να προστεθούν σε ένα ναρκοθετημένο πεδίο από τις ανατιμήσεις και ελλείψεις πρώτων υλών και ανταλλακτικών, τις ραγδαίες αυξήσεις του μεταφορικού κόστους και τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις. Η αγωνία στον κλάδο της μεταποίησης κορυφώθηκε το τελευταίο διάστημα, όταν η ΔΕΗ με επιστολές της προς τις επιχειρήσεις – πελάτες της ενημέρωσε ότι από τον Δεκέμβριο τα τιμολόγιά τους θα συνδεθούν με ρήτρα αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση που πλήρωνε πριν με ρήτρα CO2 87,81 ευρώ τη μεγαβατώρα, θα πληρώνει με ρήτρα αγοράς –και συμπεριλαμβανομένης της έκπτωσης 20% που τη συνοδεύει– 232 ευρώ τη μεγαβατώρα, αύξηση 164%! Ενα επιπλέον κόστος δηλαδή 144,13 ευρώ/μεγαβατώρα με βάση τη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος του Οκτωβρίου, που διαμορφώθηκε στα 200 ευρώ.

Οι ελληνικές βιομηχανίες που είναι εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό θα πρέπει να κλείσουν νέα συμβόλαια, χωρίς να ξέρουν πού θα διαμορφωθεί η τιμή τους επόμενους μήνες, έχοντας να ανταγωνιστούν εταιρείες της Ευρώπης με συμβόλαια σταθερών τιμών που λήγουν το 2022 και το 2023, όταν δηλαδή οι τιμές θα έχουν αποκλιμακωθεί. Η κρίση θα τις αγγίξει ελάχιστα, σε ένα ποσοστό 15%-20% με το οποίο είναι εκτεθειμένες στην αγορά. Χώρες που έχουν επηρεαστεί επίσης δυσανάλογα από την κρίση, όπως η Ισπανία, λόγω της υψηλής εξάρτησης από φυσικό αέριο και από το πανάκριβο LNG, έχουν πάρει μέτρα περιορισμού της επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να διαθέσουν ένα ποσοστό 6% σε δημοπρασίες εκτός αγοράς. Η Βουλγαρία έβγαλε πρόσφατα σε δημοπρασίες λιγνιτική παραγωγή ισχύος 100 MW με τιμή εκκίνησης τα 150 ευρώ/μεγαβατώρα, 50 ευρώ κάτω από την τιμή αγοράς τη συγκεκριμένη ημέρα και πυρηνική ενέργεια από το Κοζλοντούι 300 ΜW, με τιμή εκκίνησης στα 100 ευρώ/μεγαβατώρα για να δώσει τη δυνατότητα σε προμηθευτές και μεγάλους καταναλωτές να περιορίσουν την επιβάρυνση από τις τιμές της αγοράς.

Η ελληνική βιομηχανία εκπέμπει SOS

Η ελληνική μεταποίηση παρακολουθεί έντρομη τις εξελίξεις και χτυπάει καμπανάκι για τη βιωσιμότητα του κλάδου και τις επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας. Επιχειρήσεις που σπάνε τα συμβόλαια της περυσινής χρονιάς με τους πελάτες τους για να μην πέσουν έξω, άλλες που τα «τιμούν» απορροφώντας το κόστος για να μη χάσουν μερίδια και με μεγάλο κίνδυνο να γυρίσουν σε ζημίες, που αδυνατούν να κάνουν προϋπολογισμούς για να κλείσουν νέα συμβόλαια με αβέβαιες τιμές πρώτων υλών, μεταφορικών και ενέργειας, που αν τους χαλάσει μια μηχανή δεν ξέρουν εάν και πότε θα βρουν ανταλλακτικό, αγωνιούν για το αν θα καταφέρουν να σταθούν όρθιες και ζητάνε την άμεση στήριξη της πολιτείας. Υπάρχουν εργαλεία –λένε– και δείχνουν τη φορολογία, τις έμμεσες εισφορές, τις ρυθμιστικές χρεώσεις στο ρεύμα που μπορούν να μειωθούν για όσο διαρκεί η κρίση. Η μεταποίηση είναι ο κλάδος που κράτησε την οικονομία όρθια την περίοδο της πανδημίας, χωρίς επιστρεπτέες προκαταβολές και επιδόματα για τους εργαζομένους και τώρα χρειάζεται στήριξη, τονίζουν, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου «για μικρές βόμβες που θα αρχίσουν να σκάνε…».

Περιορισμένες διασυνδέσεις, φτωχό ενεργειακό μείγμα, έλλειψη διμερών συμβολαίων, υψηλή έκθεση σε χρηματιστηριακές τιμές, φέρνουν ακριβό ρεύμα.

Ο διχασμός Βορρά – Νότου για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης που εκφράστηκε στη Σύνοδο Κορυφής της περασμένης εβδομάδας δεν έχει κάποιο ιδεολογικό έρεισμα. Αντανακλά τις σημαντικές διαφοροποιήσεις των εθνικών αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου σε μια, κατά τα άλλα, ενιαία ευρωπαϊκή αγορά.

Οι χώρες-μέλη ξεκίνησαν την πορεία προς την ενιαία απελευθερωμένη αγορά ενέργειας από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές ταχύτητες ενσωμάτωσης των κοινών ευρωπαϊκών κανόνων λειτουργίας, που εκπορεύτηκαν εν πολλοίς από τις παλαιότερες και ισχυρές χώρες του ευρωπαϊκού μπλοκ. Το μείγμα καυσίμου για ηλεκτροπαραγωγή και οι διασυνδέσεις, σε ό,τι αφορά την αγορά ηλεκτρισμού, είναι οι βασικοί παράγοντες που διαμορφώνουν τον βαθμό ανταγωνιστικότητας των εθνικών αγορών, στο πλαίσιο της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, όπου η λογική που κυριαρχεί είναι να φτάνει στον καταναλωτή η φθηνότερη ενέργεια από όπου κι αν παράγεται.

Η αρχή αυτή δεν μπορεί να έχει την ίδια εφαρμογή σε χώρες του νότου, όπου οι διασυνδέσεις είναι πολύ περιορισμένες, σε αντίθεση με τις χώρες του Βορρά και της Κεντρικής Ευρώπης και πολύ περισσότερο με χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκεται στο άκρο της ευρωπαϊκής αγοράς και συνορεύει με βαλκανικά κράτη που δεν έχουν ενσωματώσει κοινούς κανόνες λειτουργίας.

Επιπλέον, οι χώρες του Βορρά διαθέτουν ένα πλούσιο μείγμα καυσίμων, από πυρηνικά, μεγάλα υδροηλεκτρικά και υπεράκτια αιολικά τα οποία εκμεταλλεύονται μέσω των διασυνδέσεων. Η υπερεπάρκεια ισχύος και οι πολλαπλές διασυνδέσεις έχουν ενισχύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας στις χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι προκειμένου να διασφαλίσουν αφενός ότι οι μονάδες τους θα ενταχθούν στην αγορά και αφετέρου ότι η τιμή αποζημίωσης δεν θα είναι χαμηλή, προχωρούν σε μακροχρόνιες συμβάσεις με μεγάλους καταναλωτές ή προμηθευτές ρεύματος σε σταθερές τιμές. Αυτό εξυπηρετεί και τις βιομηχανίες ως μεγάλους καταναλωτές γιατί τους δίνει μια σαφή πρόβλεψη κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε βάθος χρόνου, οπότε μπορούν με τη σειρά τους να συνάπτουν μακροχρόνιες συμφωνίες πώλησης των προϊόντων τους με άλλους, στην αλυσίδα της μεταποίησης. Με αυτό τον τρόπο κάνουν ουσιαστικά αντιστάθμιση του κινδύνου από τις μεταβολές στις τιμές της αγορά και έτσι στα χρηματιστήρια της Ευρώπης έφτασε να διαπραγματεύεται μόνο το 15%-20% της ηλεκτρικής ενέργειας. Το 75%-80% αφορά προσυμφωνημένες πωλήσεις σε σταθερές τιμές εκτός χρηματιστηρίου. Ειδικότερα, οι μικροί προμηθευτές είναι υποχρεωμένοι ένα μέρος της ενέργειας που πωλούν να το έχουν αντισταθμίσει ώστε να μην είναι εκτεθειμένοι 100% στην αγορά.

Αντίθετα, στην Ελλάδα έχουμε ανεπάρκεια ισχύος με αναξιόπιστες λιγνιτικές μονάδες, εγκαταλειμμένα ορυχεία και περιορισμένες διασυνδέσεις, παράγοντες που καθιστούν βέβαιη τη διάθεση της ενέργειας των μονάδων φυσικού αερίου στο χρηματιστήριο σε καλές τιμές, οπότε και οι παραγωγοί δεν καταφεύγουν σε προπώληση μέσω διμερών συμβολαίων. Αυτό καθιστά τους καταναλωτές, οικιακούς και επιχειρήσεις, εξαρτώμενους 100% από τις τιμές που διαμορφώνονται στην αγορά και οι οποίες σε συνθήκες προ ενεργειακής κρίσης ήταν οι υψηλότερες στην Ευρώπη. Η εξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής σε ποσοστό 40% από το φυσικό αέριο έφερε αυξήσεις 211% στη χονδρεμπορική αγορά ρεύματος το διάστημα Απριλίου – Οκτωβρίου, τις οποίες οι προμηθευτές –με τελευταία τη ΔΕΗ που τις συνόδεψε με έκπτωση της τάξης του 30% για να περιορίσει την επιβάρυνση– μετακυλίουν σε μηνιαία βάση στην κατανάλωση.

Η κυβέρνηση έχει διασφαλίσει ένα ποσό της τάξης των 400 εκατ. ευρώ για την επιδότηση των οικιακών καταναλώσεων για να μετριάσει τις επιπτώσεις από τις υπέρογκες αυξήσεις. Για τις βιομηχανικές επιχειρήσεις μέσης τάσης, ο βασικός κορμός των οποίων είναι εξαγωγικός, δεν έχει ληφθεί κανένα μέτρο προστασίας από τη λαίλαπα των αυξήσεων στο ρεύμα και το φυσικό αέριο, που ήρθαν να προστεθούν σε ένα ναρκοθετημένο πεδίο από τις ανατιμήσεις και ελλείψεις πρώτων υλών και ανταλλακτικών, τις ραγδαίες αυξήσεις του μεταφορικού κόστους και τις καθυστερήσεις στις παραδόσεις. Η αγωνία στον κλάδο της μεταποίησης κορυφώθηκε το τελευταίο διάστημα, όταν η ΔΕΗ με επιστολές της προς τις επιχειρήσεις – πελάτες της ενημέρωσε ότι από τον Δεκέμβριο τα τιμολόγιά τους θα συνδεθούν με ρήτρα αγοράς. Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση που πλήρωνε πριν με ρήτρα CO2 87,81 ευρώ τη μεγαβατώρα, θα πληρώνει με ρήτρα αγοράς –και συμπεριλαμβανομένης της έκπτωσης 20% που τη συνοδεύει– 232 ευρώ τη μεγαβατώρα, αύξηση 164%! Ενα επιπλέον κόστος δηλαδή 144,13 ευρώ/μεγαβατώρα με βάση τη χονδρεμπορική τιμή ρεύματος του Οκτωβρίου, που διαμορφώθηκε στα 200 ευρώ.

Οι ελληνικές βιομηχανίες που είναι εκτεθειμένες στον ανταγωνισμό θα πρέπει να κλείσουν νέα συμβόλαια, χωρίς να ξέρουν πού θα διαμορφωθεί η τιμή τους επόμενους μήνες, έχοντας να ανταγωνιστούν εταιρείες της Ευρώπης με συμβόλαια σταθερών τιμών που λήγουν το 2022 και το 2023, όταν δηλαδή οι τιμές θα έχουν αποκλιμακωθεί. Η κρίση θα τις αγγίξει ελάχιστα, σε ένα ποσοστό 15%-20% με το οποίο είναι εκτεθειμένες στην αγορά. Χώρες που έχουν επηρεαστεί επίσης δυσανάλογα από την κρίση, όπως η Ισπανία, λόγω της υψηλής εξάρτησης από φυσικό αέριο και από το πανάκριβο LNG, έχουν πάρει μέτρα περιορισμού της επιβάρυνσης για τις επιχειρήσεις, υποχρεώνοντας τους παραγωγούς να διαθέσουν ένα ποσοστό 6% σε δημοπρασίες εκτός αγοράς. Η Βουλγαρία έβγαλε πρόσφατα σε δημοπρασίες λιγνιτική παραγωγή ισχύος 100 MW με τιμή εκκίνησης τα 150 ευρώ/μεγαβατώρα, 50 ευρώ κάτω από την τιμή αγοράς τη συγκεκριμένη ημέρα και πυρηνική ενέργεια από το Κοζλοντούι 300 ΜW, με τιμή εκκίνησης στα 100 ευρώ/μεγαβατώρα για να δώσει τη δυνατότητα σε προμηθευτές και μεγάλους καταναλωτές να περιορίσουν την επιβάρυνση από τις τιμές της αγοράς.

Η ελληνική βιομηχανία εκπέμπει SOS

Η ελληνική μεταποίηση παρακολουθεί έντρομη τις εξελίξεις και χτυπάει καμπανάκι για τη βιωσιμότητα του κλάδου και τις επιπτώσεις στην οικονομία της χώρας. Επιχειρήσεις που σπάνε τα συμβόλαια της περυσινής χρονιάς με τους πελάτες τους για να μην πέσουν έξω, άλλες που τα «τιμούν» απορροφώντας το κόστος για να μη χάσουν μερίδια και με μεγάλο κίνδυνο να γυρίσουν σε ζημίες, που αδυνατούν να κάνουν προϋπολογισμούς για να κλείσουν νέα συμβόλαια με αβέβαιες τιμές πρώτων υλών, μεταφορικών και ενέργειας, που αν τους χαλάσει μια μηχανή δεν ξέρουν εάν και πότε θα βρουν ανταλλακτικό, αγωνιούν για το αν θα καταφέρουν να σταθούν όρθιες και ζητάνε την άμεση στήριξη της πολιτείας. Υπάρχουν εργαλεία –λένε– και δείχνουν τη φορολογία, τις έμμεσες εισφορές, τις ρυθμιστικές χρεώσεις στο ρεύμα που μπορούν να μειωθούν για όσο διαρκεί η κρίση. Η μεταποίηση είναι ο κλάδος που κράτησε την οικονομία όρθια την περίοδο της πανδημίας, χωρίς επιστρεπτέες προκαταβολές και επιδόματα για τους εργαζομένους και τώρα χρειάζεται στήριξη, τονίζουν, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου «για μικρές βόμβες που θα αρχίσουν να σκάνε…».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ