Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας: Μια οπτική για την σύγχρονη εργαζόμενη γυναίκα

Γράφει η Σοφία Ανεστοπούλου, Πρόεδρος Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Π.Ε. Φθιώτιδας, Πολιτισμιολόγος MSc

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας θεσπίστηκε σε μία περίοδο που η θέση της γυναίκας ήταν μακράν πιο υποβαθμισμένη από αυτή των αντρών. Μια σκοτεινή περίοδο, όπου η μοίρα της γυναίκας συνδέονταν άρρηκτα με την πιο ακραία μορφή της ανθρώπινης καταδυνάστευσης.

Υποχρεωμένη για αιώνες να ενστερνίζεται τον ευτελισμό της προσωπικότητάς της διότι … είναι “γυναίκα”, να αποδέχεται αβίαστα τον υποβαθμισμένο ρόλο αλλά και την βία διότι … είναι “γυναίκα”, να στερείται παντός δικαιώματος στη λήψη αποφάσεων αλλά και σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία που θα ανασκεύαζε το ρόλο της και θα αναθεωρούσε τη θέση της … διότι είναι “γυναίκα”.

Πόσο δρόμο όμως διανύσαμε έως το σήμερα; Πόσα βήματα έχουμε κάνει και τι σημαίνει πραγματικά ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας; Σίγουρα  σημαίνει περισσότερο από ποτέ την ταύτιση με τους αγώνες της γυναίκας για ισότητα με την έννοια της ίσης πρόσβασης, των ίσων ευκαιριών, των ίσων δικαιωμάτων με τους άνδρες. Σημαίνει σεβασμό, ενδυνάμωση, αυτοδιάθεση, αναγνώριση των αυτονόητων πάνω από όλα.

Εν τούτης, χωρίς να παραβλέπεται ή να υποτιμάται ο μακροχρόνιος αγώνας, οι θυσίες αλλά και τα επιτεύγματα όλων των γυναικών στον κόσμο εδώ και πάρα πολλά χρόνια και  παρ’ όλες τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της σύγχρονης πλέον ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, η σχέση ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα παραµένει σταθερή στο κατώφλι του 21ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης, που επιπρόσθετα επιταχύνθηκε από την υγειονομική κρίση, παρατηρείται ιδιαίτερη ένταση φαινομένων εργασιακής κακοποίησης, βίας, και παρενόχλησης. Φαινόμενα που αποδίδονται με τους όρους «εργασιακή κακοποίηση», «ηθική παρενόχληση στον χώρο εργασίας», «ψυχολογική βία», «εργασιακός εκφοβισμός», «ψυχολογική τρομοκρατία». Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να αποδώσουν την ψυχολογική τρομοκρατία στον χώρο της εργασίας, με τα θύματα στην πλειοψηφία τους να είναι γυναίκες. Σε πρόσφατη έρευνα (2021) που διενεργήθηκε από την ΚάπαResearch αναγνωρίζεται ως ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο στην χώρα μας από το 85% των ερωτώμενων. Για μια ακόμα φορά αυτές που πλήττονται από τη σφοδρότητα του φαινομένου είναι γυναίκες…

Το 85% των γυναικών στην Ελλάδα έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας. Με βάση τη νομοθεσία που ισχύει στη χώρα μας, σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται κάθε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα, η οποία θίγει τη γενετήσια αξιοπρέπεια του ατόμου, ενώ η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται… Πόσο όμως αυτό γίνεται πράξη στην καθημερινότητα; Πόσο αθώα είναι τα αγγίγματα και οι εναγκαλισμοί ή τα σχόλια για την εμφάνιση της γυναίκας; Πόσες γυναίκες δεν έχουμε βρεθεί σε ένα χώρο που με μεγάλη ευκολία οι συνομιλητές μας θα ξεκινήσουν συζητήσεις ή αστεία σεξουαλικού περιεχομένου;

Όλα αυτά αποτελούν εκφράσεις μιας σεξουαλικής παρενόχλησης που οι γυναίκες θα δεχθούν από τους άνδρες διευθυντές τους, συναδέλφους, συνομιλητές. Οι επιπτώσεις και εδώ είναι τεράστιες. Τα περισσότερα περιστατικά δεν καταγγέλλονται… Μόνο το 6% των θυμάτων κατήγγειλε επίσημα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης σε αρμόδιο φορέα, υπό τον φόβο απόλυσης και απειλής για οποιαδήποτε μελλοντική επαγγελματική εξέλιξη.

Για πολλά χρόνια και τα δύο φαινόμενα αγνοούνταν ηθελημένα. Ακόμη και σήμερα  αποτελούν ταμπού, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται ως ένα εργαλείο «ελέγχου» των γυναικών. Πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση «δείξε της ποια είναι η θέση της ή βάλτη στη θέση της»! Βλέπετε… στην πατριαρχική κοινωνία που ζούμε είναι ανδρικό προνόμιο να πας σε επαγγελματικό ραντεβού και να μη «σου την πέσουν»… είναι ανδρικό προνόμιο να περπατάς αγέρωχα, γυρίζοντας αργά τη νύχτα απ’ τη δουλειά, χωρίς να φοβάσαι ότι θα σ’ ακολουθήσουν και θα σου επιτεθούν. Είναι ανδρικό προνόμιο να μείνεις στο γραφείο ως αργά και να συνεργάζεσαι με άντρες, χωρίς να σχολιαστεί σεξιστικά.

Ωστόσο, όμως το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται μια ελπιδοφόρα τάση από την καταπιεσμένη ορμή όλων αυτών των θυμάτων, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία αποκαλύψεων που φαίνεται ότι θα οδηγήσει στην απενοχοποίηση πολλών γυναικών και στην ανάγκη δραστικών λύσεων που δεν θα μείνουν στα χαρτιά ή στα συρτάρια…

Σήμερα, είναι πλέον γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν ένα συνεχώς αυξανόμενο  ποσοστό της εργατικής δύναμης, με ενεργή συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της χώρας. Η γυναίκα του σήμερα διαθέτει πλέον υψηλό ποσοστό μόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης. Ωστόσο πολύ λίγες γυναίκες συναντάμε σε  ηγετικό επίπεδο, τεκμηριώνοντας την άποψη περί αποκλεισμού τους από τις υψηλόβαθμες θέσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις που διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (φαινόμενο γυάλινης οροφής).

Όμως παρά τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η φύση και το είδος της εργασίας διαφέρει σημαντικά για τα δύο φύλα, αφού χρησιμοποιούνται πρακτικές που ενισχύουν τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση των γυναικών. Ο αποκλεισμός της εισόδου των γυναικών σε συγκεκριμένα επαγγέλματα οδήγησε στη δημιουργία μιας υποβαθμισμένης εργατικής τάξης. Κατά συνέπεια και τον συνωστισμό των γυναικών σε επαγγέλματα µε μικρότερο κύρος, χαμηλότερες αμοιβές και δίχως προοπτικές εξέλιξης.  Συγχρόνως η αύξηση της μισθωτής εργασίας των γυναικών έχει συνοδευτεί με τη επέκταση της «ευέλικτης» εργασίας. Σε αυτήν την αυξητική τάση η παρουσία των γυναικών είναι η πιο διακριτή, ενώ σε ορισμένους τομείς είναι πλειοψηφική. Το 70% των γυναικών εργάζεται σε τομείς μερικής απασχόλησης, γεγονός που ενισχύει την εργασιακή αβεβαιότητα.

Η εργασιακή ιδιότητα των εργαζομένων, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη, αναπτύχθηκε με βάση το υπάρχον σύστημα σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας, με τρόπο που απέκλεισε τις γυναίκες από την ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα -προνόμια των ανδρών. Σε αυτό το πλαίσιο βασίσθηκε αναμφισβήτητα και η δομή των συνδικάτων, με τα όργανα λήψης αποφάσεων και τις κυρίαρχες αντιλήψεις να έχουν γένος αρσενικό. Γεγονός που καταδεικνύει πως η διάκριση κατά των γυναικών υφίσταται στα συνδικάτα, κάνοντας την γυναικεία εκπροσώπηση αόρατη από τα σώματα λήψης αποφάσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στην «ομάδα χωρών με το χαμηλότερο δείκτη συνδικαλισμού των γυναικών» καταγράφοντας ποσοστό μικρότερο του 30% στο σύνολο των συνδικαλισμένων. Περισσότερο ισχνή καταγράφεται η παρουσία των γυναικών σε ηγετικές συνδικαλιστικές θέσεις με ποσοστά κάτω του 10%.

 

Ποιος είναι όμως ο λόγος του χαμηλού ποσοστού του γυναικείου συνδικαλισμού;

Η συστηματική αδυναμία του ίδιου του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την υπάρχουσα κατάσταση αλλά και η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας η οποία ενισχύεται από τη πατριαρχία και τις αντίστοιχες σεξιστικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, που διαπερνούν τόσο το χώρο της εργασίας όσο και τα ίδια τα συνδικάτα.

Ως κοινωνία οφείλουμε να ενισχύσουμε την ανάδειξη και την στελεχοποίηση των γυναικών στα συνδικαλιστικά όργανα, όχι μόνον ως ανάγκη των ίδιων των γυναικών να αγωνίζονται για τα ιδιαίτερα εργασιακά τους ζητήματα, αλλά και για να αποτελέσουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών προτεραιότητες ολόκληρου του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η πρόταση τομή της ενεργής συμμετοχής των γυναικών στο συνδικαλιστικό  κίνημα, δεν μπορεί παρά να απευθύνεται στο σύνολο του εργατικού κινήματος, σε όλες τις βαθμίδες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, όσο κι αν τα «κληρονομικά ελαττώματα» και η ανδροκρατούμενη γραφειοκρατία είναι δομικό χαρακτηριστικό της συντριπτικής πλειοψηφίας των υψηλών συνδικαλιστικών στρωμάτων.

Οι αγώνες των φεμινιστριών και του γυναικείου κινήματος εν γένει, παρότι ανέδειξαν τις πολλαπλές ανισότητες και διακρίσεις και κατοχύρωσαν την τυπική ισότητα σε επίπεδο νομοθεσίας, δεν επέφεραν τις ριζικές εκείνες κοινωνικές αλλαγές που θα καθιστούσαν την πατριαρχία ανίσχυρη. Τα ισότιμα δικαιώματα ψήφου δεν έχουν φέρει την ισότιμη αντιμετώπιση των γυναικών. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με στερεότυπα και προκαταλήψεις στην οικογένεια, στην κοινωνική τους ζωή, στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στην εργασία. Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στις υψηλόβαθμες θέσεις εργασίας, το χάσμα στις αμοιβές παραμένει και οι ευκαιρίες για εξέλιξη και άνοδο συνεχώς περιορίζονται καθώς οι γυναίκες έρχονται να καλύψουν και το κενό του κοινωνικού κράτους. Πιεστικά «διλήμματα» του τύπου «καριέρα και εργασία ή προσωπική ζωή και ανεργία» τίθενται συνεχώς και οι εργοδότες, όχι σπάνια, εκμεταλλεύονται το μητρικό ένστικτο να φροντίσουν τα παιδιά τους.

Έως ότου αυτή η διάκριση πλανάται, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας θα παραμένει επίκαιρη και θα συμβολίζει τους αγώνες που θα πρέπει να γίνουν για να επιτευχθεί η πλήρης και ουσιαστική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Πολλοί θεωρούν ότι οι αιτίες ύπαρξης του φεμινιστικού κινήματος έχουν εκλείψει: είναι απρόσεκτοι, αδιάφοροι ή υπερβολικά προνομιούχοι; Οι γυναίκες με σκληρό καθημερινό αγώνα ανατρέπουν όλο και περισσότερο δόγματα και ανισορροπίες. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν χρειαζόμαστε τον φεμινισμό. Ο κόσμος παραμένει φτιαγμένος για τους άντρες. Πρέπει ν’ αμφισβητήσουμε με κάθε τρόπο ό,τι διατηρεί απαράδεκτες κατεστημένες καταστάσεις, οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις για το σύνολο της κοινωνίας.

Η σημαντικότητα της ημέρας αυτής κρίνεται από την ανάγκη του διαρκούς αγώνα για την πραγματική ισότητα. Η κοινωνία στην οποία ζούμε χρειάζεται ακόμη μεγάλη προσπάθεια, πίστη, αγώνα και υπομονή για την αλλαγή, που στόχο έχει την εξάλειψη των στερεοτύπων με βάση το φύλο. Η ισότητα των φύλων είναι μέσο επαναπροσδιορισμού και δύναμη αλλαγής που θα αποβεί προς όφελος όλων. Είναι ένας διαρκής αγώνας για χειραφέτηση, αυτοπροσδιορισμό, ελευθερία, ενάντια στην εξουσία και τον έλεγχο της πατριαρχίας. Κι ο αγώνας ενάντια σ’ αυτή τη σκοτεινή εξουσία είναι καταρχήν αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας και κάθε εν δυνάμει θηλυκής ταυτότητας και έκφρασης.

Είναι πλέον η ώρα να αλλάζουμε τα συστήματα που εμποδίζουν τις γυναίκες να δημιουργήσουν και να πετύχουν αυτά που μπορούν.

Σε τούτους τους καιρούς, η «ουδετερότητα» και η «σιωπή» είναι συνενοχή.

 

Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας θεσπίστηκε σε μία περίοδο που η θέση της γυναίκας ήταν μακράν πιο υποβαθμισμένη από αυτή των αντρών. Μια σκοτεινή περίοδο, όπου η μοίρα της γυναίκας συνδέονταν άρρηκτα με την πιο ακραία μορφή της ανθρώπινης καταδυνάστευσης.

Υποχρεωμένη για αιώνες να ενστερνίζεται τον ευτελισμό της προσωπικότητάς της διότι … είναι “γυναίκα”, να αποδέχεται αβίαστα τον υποβαθμισμένο ρόλο αλλά και την βία διότι … είναι “γυναίκα”, να στερείται παντός δικαιώματος στη λήψη αποφάσεων αλλά και σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία που θα ανασκεύαζε το ρόλο της και θα αναθεωρούσε τη θέση της … διότι είναι “γυναίκα”.

Πόσο δρόμο όμως διανύσαμε έως το σήμερα; Πόσα βήματα έχουμε κάνει και τι σημαίνει πραγματικά ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας της Γυναίκας; Σίγουρα  σημαίνει περισσότερο από ποτέ την ταύτιση με τους αγώνες της γυναίκας για ισότητα με την έννοια της ίσης πρόσβασης, των ίσων ευκαιριών, των ίσων δικαιωμάτων με τους άνδρες. Σημαίνει σεβασμό, ενδυνάμωση, αυτοδιάθεση, αναγνώριση των αυτονόητων πάνω από όλα.

Εν τούτης, χωρίς να παραβλέπεται ή να υποτιμάται ο μακροχρόνιος αγώνας, οι θυσίες αλλά και τα επιτεύγματα όλων των γυναικών στον κόσμο εδώ και πάρα πολλά χρόνια και  παρ’ όλες τις ραγδαίες εξελίξεις σε όλους σχεδόν τους τομείς της σύγχρονης πλέον ιδιωτικής και δημόσιας ζωής, η σχέση ανισότητας ανάμεσα στα δύο φύλα παραµένει σταθερή στο κατώφλι του 21ου αιώνα.

Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης οικονομικής κρίσης, που επιπρόσθετα επιταχύνθηκε από την υγειονομική κρίση, παρατηρείται ιδιαίτερη ένταση φαινομένων εργασιακής κακοποίησης, βίας, και παρενόχλησης. Φαινόμενα που αποδίδονται με τους όρους «εργασιακή κακοποίηση», «ηθική παρενόχληση στον χώρο εργασίας», «ψυχολογική βία», «εργασιακός εκφοβισμός», «ψυχολογική τρομοκρατία». Όλοι αυτοί οι όροι προσπαθούν να αποδώσουν την ψυχολογική τρομοκρατία στον χώρο της εργασίας, με τα θύματα στην πλειοψηφία τους να είναι γυναίκες. Σε πρόσφατη έρευνα (2021) που διενεργήθηκε από την ΚάπαResearch αναγνωρίζεται ως ένα σημαντικό κοινωνικό φαινόμενο στην χώρα μας από το 85% των ερωτώμενων. Για μια ακόμα φορά αυτές που πλήττονται από τη σφοδρότητα του φαινομένου είναι γυναίκες…

Το 85% των γυναικών στην Ελλάδα έχει υποστεί σεξουαλική παρενόχληση στο χώρο εργασίας. Με βάση τη νομοθεσία που ισχύει στη χώρα μας, σεξουαλική παρενόχληση ορίζεται κάθε ανεπιθύμητη λεκτική, μη λεκτική ή σωματική συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα, η οποία θίγει τη γενετήσια αξιοπρέπεια του ατόμου, ενώ η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται διάκριση λόγω φύλου, η οποία απαγορεύεται… Πόσο όμως αυτό γίνεται πράξη στην καθημερινότητα; Πόσο αθώα είναι τα αγγίγματα και οι εναγκαλισμοί ή τα σχόλια για την εμφάνιση της γυναίκας; Πόσες γυναίκες δεν έχουμε βρεθεί σε ένα χώρο που με μεγάλη ευκολία οι συνομιλητές μας θα ξεκινήσουν συζητήσεις ή αστεία σεξουαλικού περιεχομένου;

Όλα αυτά αποτελούν εκφράσεις μιας σεξουαλικής παρενόχλησης που οι γυναίκες θα δεχθούν από τους άνδρες διευθυντές τους, συναδέλφους, συνομιλητές. Οι επιπτώσεις και εδώ είναι τεράστιες. Τα περισσότερα περιστατικά δεν καταγγέλλονται… Μόνο το 6% των θυμάτων κατήγγειλε επίσημα περιστατικό σεξουαλικής παρενόχλησης σε αρμόδιο φορέα, υπό τον φόβο απόλυσης και απειλής για οποιαδήποτε μελλοντική επαγγελματική εξέλιξη.

Για πολλά χρόνια και τα δύο φαινόμενα αγνοούνταν ηθελημένα. Ακόμη και σήμερα  αποτελούν ταμπού, ενώ συχνά χρησιμοποιούνται ως ένα εργαλείο «ελέγχου» των γυναικών. Πόσες φορές δεν ακούσαμε τη φράση «δείξε της ποια είναι η θέση της ή βάλτη στη θέση της»! Βλέπετε… στην πατριαρχική κοινωνία που ζούμε είναι ανδρικό προνόμιο να πας σε επαγγελματικό ραντεβού και να μη «σου την πέσουν»… είναι ανδρικό προνόμιο να περπατάς αγέρωχα, γυρίζοντας αργά τη νύχτα απ’ τη δουλειά, χωρίς να φοβάσαι ότι θα σ’ ακολουθήσουν και θα σου επιτεθούν. Είναι ανδρικό προνόμιο να μείνεις στο γραφείο ως αργά και να συνεργάζεσαι με άντρες, χωρίς να σχολιαστεί σεξιστικά.

Ωστόσο, όμως το τελευταίο διάστημα διαφαίνεται μια ελπιδοφόρα τάση από την καταπιεσμένη ορμή όλων αυτών των θυμάτων, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μια διαδικασία αποκαλύψεων που φαίνεται ότι θα οδηγήσει στην απενοχοποίηση πολλών γυναικών και στην ανάγκη δραστικών λύσεων που δεν θα μείνουν στα χαρτιά ή στα συρτάρια…

Σήμερα, είναι πλέον γεγονός ότι οι γυναίκες αποτελούν ένα συνεχώς αυξανόμενο  ποσοστό της εργατικής δύναμης, με ενεργή συμμετοχή στην οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα της χώρας. Η γυναίκα του σήμερα διαθέτει πλέον υψηλό ποσοστό μόρφωσης και επαγγελματικής κατάρτισης. Ωστόσο πολύ λίγες γυναίκες συναντάμε σε  ηγετικό επίπεδο, τεκμηριώνοντας την άποψη περί αποκλεισμού τους από τις υψηλόβαθμες θέσεις, ακόμη και σε περιπτώσεις που διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα (φαινόμενο γυάλινης οροφής).

Όμως παρά τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας, η φύση και το είδος της εργασίας διαφέρει σημαντικά για τα δύο φύλα, αφού χρησιμοποιούνται πρακτικές που ενισχύουν τον αποκλεισμό και την περιθωριοποίηση των γυναικών. Ο αποκλεισμός της εισόδου των γυναικών σε συγκεκριμένα επαγγέλματα οδήγησε στη δημιουργία μιας υποβαθμισμένης εργατικής τάξης. Κατά συνέπεια και τον συνωστισμό των γυναικών σε επαγγέλματα µε μικρότερο κύρος, χαμηλότερες αμοιβές και δίχως προοπτικές εξέλιξης.  Συγχρόνως η αύξηση της μισθωτής εργασίας των γυναικών έχει συνοδευτεί με τη επέκταση της «ευέλικτης» εργασίας. Σε αυτήν την αυξητική τάση η παρουσία των γυναικών είναι η πιο διακριτή, ενώ σε ορισμένους τομείς είναι πλειοψηφική. Το 70% των γυναικών εργάζεται σε τομείς μερικής απασχόλησης, γεγονός που ενισχύει την εργασιακή αβεβαιότητα.

Η εργασιακή ιδιότητα των εργαζομένων, μέσα στο πλαίσιο της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη, αναπτύχθηκε με βάση το υπάρχον σύστημα σχέσεων εξουσίας ανάμεσα στα φύλα και βασίστηκε σε ένα συγκεκριμένο καταμερισμό της εργασίας, με τρόπο που απέκλεισε τις γυναίκες από την ισότιμη πρόσβαση σε κοινωνικά δικαιώματα -προνόμια των ανδρών. Σε αυτό το πλαίσιο βασίσθηκε αναμφισβήτητα και η δομή των συνδικάτων, με τα όργανα λήψης αποφάσεων και τις κυρίαρχες αντιλήψεις να έχουν γένος αρσενικό. Γεγονός που καταδεικνύει πως η διάκριση κατά των γυναικών υφίσταται στα συνδικάτα, κάνοντας την γυναικεία εκπροσώπηση αόρατη από τα σώματα λήψης αποφάσεων των συνδικαλιστικών οργανώσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Ελλάδα, η οποία βρίσκεται στην «ομάδα χωρών με το χαμηλότερο δείκτη συνδικαλισμού των γυναικών» καταγράφοντας ποσοστό μικρότερο του 30% στο σύνολο των συνδικαλισμένων. Περισσότερο ισχνή καταγράφεται η παρουσία των γυναικών σε ηγετικές συνδικαλιστικές θέσεις με ποσοστά κάτω του 10%.

 

Ποιος είναι όμως ο λόγος του χαμηλού ποσοστού του γυναικείου συνδικαλισμού;

Η συστηματική αδυναμία του ίδιου του συνδικαλιστικού κινήματος της χώρας να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την υπάρχουσα κατάσταση αλλά και η παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας η οποία ενισχύεται από τη πατριαρχία και τις αντίστοιχες σεξιστικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, που διαπερνούν τόσο το χώρο της εργασίας όσο και τα ίδια τα συνδικάτα.

Ως κοινωνία οφείλουμε να ενισχύσουμε την ανάδειξη και την στελεχοποίηση των γυναικών στα συνδικαλιστικά όργανα, όχι μόνον ως ανάγκη των ίδιων των γυναικών να αγωνίζονται για τα ιδιαίτερα εργασιακά τους ζητήματα, αλλά και για να αποτελέσουν τα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα των εργαζόμενων γυναικών προτεραιότητες ολόκληρου του συνδικαλιστικού κινήματος.

Η πρόταση τομή της ενεργής συμμετοχής των γυναικών στο συνδικαλιστικό  κίνημα, δεν μπορεί παρά να απευθύνεται στο σύνολο του εργατικού κινήματος, σε όλες τις βαθμίδες των συνδικαλιστικών οργανώσεων, όσο κι αν τα «κληρονομικά ελαττώματα» και η ανδροκρατούμενη γραφειοκρατία είναι δομικό χαρακτηριστικό της συντριπτικής πλειοψηφίας των υψηλών συνδικαλιστικών στρωμάτων.

Οι αγώνες των φεμινιστριών και του γυναικείου κινήματος εν γένει, παρότι ανέδειξαν τις πολλαπλές ανισότητες και διακρίσεις και κατοχύρωσαν την τυπική ισότητα σε επίπεδο νομοθεσίας, δεν επέφεραν τις ριζικές εκείνες κοινωνικές αλλαγές που θα καθιστούσαν την πατριαρχία ανίσχυρη. Τα ισότιμα δικαιώματα ψήφου δεν έχουν φέρει την ισότιμη αντιμετώπιση των γυναικών. Οι γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με στερεότυπα και προκαταλήψεις στην οικογένεια, στην κοινωνική τους ζωή, στην πολιτική, στην εκπαίδευση, στην εργασία. Οι γυναίκες υποεκπροσωπούνται στις υψηλόβαθμες θέσεις εργασίας, το χάσμα στις αμοιβές παραμένει και οι ευκαιρίες για εξέλιξη και άνοδο συνεχώς περιορίζονται καθώς οι γυναίκες έρχονται να καλύψουν και το κενό του κοινωνικού κράτους. Πιεστικά «διλήμματα» του τύπου «καριέρα και εργασία ή προσωπική ζωή και ανεργία» τίθενται συνεχώς και οι εργοδότες, όχι σπάνια, εκμεταλλεύονται το μητρικό ένστικτο να φροντίσουν τα παιδιά τους.

Έως ότου αυτή η διάκριση πλανάται, η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας θα παραμένει επίκαιρη και θα συμβολίζει τους αγώνες που θα πρέπει να γίνουν για να επιτευχθεί η πλήρης και ουσιαστική ισότητα μεταξύ των δύο φύλων. Πολλοί θεωρούν ότι οι αιτίες ύπαρξης του φεμινιστικού κινήματος έχουν εκλείψει: είναι απρόσεκτοι, αδιάφοροι ή υπερβολικά προνομιούχοι; Οι γυναίκες με σκληρό καθημερινό αγώνα ανατρέπουν όλο και περισσότερο δόγματα και ανισορροπίες. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν χρειαζόμαστε τον φεμινισμό. Ο κόσμος παραμένει φτιαγμένος για τους άντρες. Πρέπει ν’ αμφισβητήσουμε με κάθε τρόπο ό,τι διατηρεί απαράδεκτες κατεστημένες καταστάσεις, οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις για το σύνολο της κοινωνίας.

Η σημαντικότητα της ημέρας αυτής κρίνεται από την ανάγκη του διαρκούς αγώνα για την πραγματική ισότητα. Η κοινωνία στην οποία ζούμε χρειάζεται ακόμη μεγάλη προσπάθεια, πίστη, αγώνα και υπομονή για την αλλαγή, που στόχο έχει την εξάλειψη των στερεοτύπων με βάση το φύλο. Η ισότητα των φύλων είναι μέσο επαναπροσδιορισμού και δύναμη αλλαγής που θα αποβεί προς όφελος όλων. Είναι ένας διαρκής αγώνας για χειραφέτηση, αυτοπροσδιορισμό, ελευθερία, ενάντια στην εξουσία και τον έλεγχο της πατριαρχίας. Κι ο αγώνας ενάντια σ’ αυτή τη σκοτεινή εξουσία είναι καταρχήν αγώνας για την απελευθέρωση της γυναίκας και κάθε εν δυνάμει θηλυκής ταυτότητας και έκφρασης.

Είναι πλέον η ώρα να αλλάζουμε τα συστήματα που εμποδίζουν τις γυναίκες να δημιουργήσουν και να πετύχουν αυτά που μπορούν.

Σε τούτους τους καιρούς, η «ουδετερότητα» και η «σιωπή» είναι συνενοχή.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ