Οι κήποι κοραλλιών της Ελλάδας

Ενας θαυμαστός, εν πολλοίς άγνωστος, κόσμος που κινδυνεύει από την «απρόσεκτη» αλιεία και την κλιματική αλλαγή.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Ενας θαυμαστός, εν πολλοίς άγνωστος, κόσμος που κινδυνεύει από την «απρόσεκτη» αλιεία και την κλιματική αλλαγή.

Βαθιά µέσα στη θάλασσα, εκεί όπου το φως είναι λιγοστό, υπάρχει ένας διαφορετικός πολύχρωμος κόσμος. Οι κήποι των κοραλλιών, που αναπτύσσονται αργά επάνω στους υφάλους, προσφέρουν τον χώρο για να δημιουργηθεί ένας καμβάς από θαλασσινές μορφές ζωής, πολύτιμος όσο και πανέμορφος. Οι σχηματισμοί αυτοί είναι εν πολλοίς άγνωστοι – πρόσφατα μια ερευνητική ομάδα μελέτησε ένα τέτοιο σύστημα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, προσφέροντας πρωτογενή επιστημονική πληροφορία. Και αποκαλύπτοντας τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν, από την «απρόσεκτη» αλιεία έως την κλιματική αλλαγή.

Η μελέτη των κήπων των κοραλλιών πραγματοποιήθηκε το 2021 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Thalassa. Η ομάδα στελεχωνόταν από τον δύτη Δημήτρη Πουρσανίδη, δρ θαλάσσιας οικολογίας και ιδρυτή της εταιρείας ερευνών terraSolutions marine environment research, τον Τζιοβάνι Τσιμιέντι, δρ θαλάσσιας βιολογίας και τη Μικέλα Μαγιόρκα, θαλάσσια βιολόγο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε βάθος 30-50 μέτρων, μια ζώνη που ονομάζεται ζώνη του μεσόφωτος –γιατί το φως που φθάνει εκεί αντιστοιχεί περίπου στο 3% εκείνου της επιφάνειας–, σε πέντε διαφορετικά σημεία στο στενό Σκοπέλου – Αλοννήσου (στις Μούλες και στον ύφαλο Μπαρκέτα). Στη ζώνη αυτή αναπτύσσονται οι κοραλλιγενείς σχηματισμοί – ονομάζονται έτσι και όχι κοραλλιογενείς γιατί δεν είναι κοράλλια όπως αυτά που συναντούμε σε τροπικές περιοχές, αλλά «ασβεστωμένα», δηλαδή πετρωμένα ροδοφύκη, που μετατρέπονται σε αποικίες. «Οι σχηματισμοί αυτοί είναι βιογενείς κατασκευές», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Πουρσανίδης. «Η βάση τους είναι κυρίως φύκη κόκκινα, πορτοκαλί και μωβ, που έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Επενδύουν τα κυτταρικά τους τοιχώματα με ασβεστίτη, μια από τις κρυσταλλικές μορφές του ανθρακικού ασβεστίου που βρίσκεται διαλυμένο στο θαλασσινό νερό. Ετσι με πολύ αργό ρυθμό, μόλις 2 χιλιοστά τον χρόνο, αναπτύσσονται τα πετρολούλουδα».

Ο κόσμος των κοραλλιών είναι συμβιωτικός: δίπλα τους κινούνται ψάρια που τρέφονται με διαθέσιμες μορφές ζωής, μεγαλώνουν διαφόρων ειδών σπόγγοι, ζουν γαστερόποδα και αναπτύσσονται γοργονίες. Φωτ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ Φωτ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ

Οι πανέμορφοι αυτοί σχηματισμοί γίνονται το σπίτι για δεκάδες είδη θαλάσσιας ζωής. «Κατά την ανάπτυξή τους σχηματίζουν τρύπες, εξογκώματα και άλλους σχηματισμούς, που επιτρέπουν να δημιουργηθούν με ασφάλεια άλλες μορφές ζωής, όπως θαλάσσια σκουλήκια, γαστερόποδα και δίθυρα μαλάκια, που θα κρυφτούν στις τρύπες ξεπροβάλλοντας όταν οι θηρευτές τους δεν είναι παρόντες. Ο κόσμος αυτός είναι συμβιωτικός: δίπλα τους κινούνται ψάρια, που τρέφονται με διαθέσιμες μορφές ζωής, μεγαλώνουν σπόγγοι σε διάφορες μορφές, αναπτύσσονται γοργονίες: αποικίες «οκτοκοράλλιων ανθόζωων» (ονομάζονται έτσι καθώς κάθε πολύποδας έχει οκτώ πλοκάμια που συλλαμβάνουν την τροφή), που σχηματίζουν μαλακά «δέντρα» σε σχήμα βεντάλιας, που μοιάζουν με κοράλλια. Λόγω της πυκνότητας, του σχήματος και της δομής των γοργονιών, θεωρούνται οικολόγοι μηχανικοί (ecological engineers), καθώς αλλάζουν τις τοπικές υδροδυναμικές και ωκεανογραφικές συνθήκες, ενώ δημιουργούν μια μορφή υποσυστήματος οικολογικού, μια φάση στους βαθείς υφάλους», εξηγεί ο κ. Πουρσανίδης. «Χαρακτηριστικό είναι ότι οι βεντάλιες αυτές προσελκύουν πλήθος οργανισμών για να κρυφτούν, να τραφούν ή να αποθέσουν τα αυγά τους, όπως διάφορα είδη καρχαριοειδών που αφήνουν εκεί τους αυγοσάκους τους. Οι γοργονίες έχουν διάφορα χρώματα –κίτρινο, μωβ, άσπρο, ροζ– και μοιάζουν με κήπους την άνοιξη».

Πρόσφατα μελετήθηκε ένα τέτοιο οικοσύστημα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, προσφέροντας πρωτογενή επιστημο- νική πληροφορία.

Ο μοναδικός αυτός κόσμος απαντάται σε συγκεκριμένα βάθη για συγκεκριμένους λόγους. «Απαντάται σε μεγάλα βάθη γιατί αντέχει ελάχιστη ποσότητα ηλιακής ακτινοβολίας», λέει ο κ. Πουρσανίδης. «Επίσης χρειάζεται περιοχές με θαλάσσια ρεύματα γιατί τρέφεται με μικροοργανισμούς που μεταφέρονται στο νερό. Στο Βόρειο Αιγαίο τα οικοσυστήματα αυτά τα συναντάμε μετά τα 30 μέτρα, ενώ στο Νότιο Αιγαίο μετά τα 90 μέτρα, γιατί τα νερά εκεί είναι πιο διαυγή και το φως διεισδύει βαθύτερα».

Παρά το βάθος στο οποίο βρίσκονται, τα οικοσυστήματα δέχονται διάφορες απειλές. «Οι ύφαλοι είναι τόποι υψηλής παραγωγικότητας και συνεπώς προσελκύουν τα ψάρια. Οι αλιείς συχνά ψαρεύουν γύρω από αυτούς, αλλά τα θαλάσσια ρεύματα παρασύρουν τα δίχτυα επάνω στους σχηματισμούς και κατά την ανάσυρσή τους, τους παρασύρουν. Κάποιες φορές οι αλιείς ρισκάρουν να ρίξουν δίχτυα ή παραγάδια πολύ κοντά σε υφάλους, για να πιάσουν “καλά” ψάρια και ξηλώνουν τους κοραλλιγενείς σχηματισμούς. Πολύ συχνά βρίσκουμε δίχτυα-φαντάσματα ή παραγάδια μπλοκαρισμένα επάνω στους σχηματισμούς αυτούς». Ενας άλλος, αυτή τη φορά μη διαχειρίσιμος κίνδυνος, είναι η κλιματική αλλαγή. «Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας νεκρώνει τις γοργονίες ή επιτρέπει στους φυσικούς θηρευτές τους, όπως τους αστερίες και τις σκολόπεντρες, σκουλήκια της φωτιάς, να κατέβουν σε μεγαλύτερα βάθη και να τις τρώνε».

(ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ)

Η ερευνητική ομάδα κατέγραψε τις κοραλλιογενείς ζώνες στις συγκεκριμένες περιοχές, με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού (ψηφιακά συστήματα βίντεο και εικόνας, δείκτες laser για τη μέτρηση αποστάσεων). Με τον τρόπο αυτό οι ερευνητές μπορούν στη συνέχεια να μετρήσουν στο βίντεο και τις εικόνες, τις διαστάσεις κάθε αποικίας και να κατανοήσουν την κατάσταση αλλά και τις πιέσεις που δέχονται τόσο τώρα, όσο και σε παρελθοντικούς χρόνους. Τα αποτελέσματα θα δημοσιευτούν σε επιστημονικό περιοδικό και κατόπιν θα παραδοθούν στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), μαζί με προτάσεις για τη διαχείριση της συγκεκριμένης περιοχής, ώστε να αξιοποιηθούν στην υπό κατάρτιση ειδική περιβαλλοντική μελέτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη καταγραφή είναι μια από τις λιγοστές που έχουν πραγματοποιηθεί στο Αιγαίο. Ανάλογες έρευνες έχουν στο παρελθόν γίνει σε συγκεκριμένες περιοχές στη Λέσβο, στον Παγασητικό, στη Χαλκιδική και τον Κορινθιακό κόλπο. «Η χαρτογράφηση των θαλάσσιων περιοχών Natura είναι απαραίτητη για την κατάρτιση και τη λήψη διαχειριστικών μέτρων. Επιπλέον, θα πρέπει να κινηθεί η έρευνα και εκτός θαλάσσιων Natura, καθώς υπάρχουν και νέες αντίστοιχες περιοχές για να ενταχθούν στο δίκτυο των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών. Οσον αφορά το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, μόλις ολοκληρώσουμε την επεξεργασία των στοιχείων για τις περιοχές που ερευνήσαμε, θα προτείνουμε μια σειρά από διαχειριστικά μέτρα ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες», καταλήγει ο κ. Πουρσανίδης.

Ενας θαυμαστός, εν πολλοίς άγνωστος, κόσμος που κινδυνεύει από την «απρόσεκτη» αλιεία και την κλιματική αλλαγή.

Βαθιά µέσα στη θάλασσα, εκεί όπου το φως είναι λιγοστό, υπάρχει ένας διαφορετικός πολύχρωμος κόσμος. Οι κήποι των κοραλλιών, που αναπτύσσονται αργά επάνω στους υφάλους, προσφέρουν τον χώρο για να δημιουργηθεί ένας καμβάς από θαλασσινές μορφές ζωής, πολύτιμος όσο και πανέμορφος. Οι σχηματισμοί αυτοί είναι εν πολλοίς άγνωστοι – πρόσφατα μια ερευνητική ομάδα μελέτησε ένα τέτοιο σύστημα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, προσφέροντας πρωτογενή επιστημονική πληροφορία. Και αποκαλύπτοντας τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν, από την «απρόσεκτη» αλιεία έως την κλιματική αλλαγή.

Η μελέτη των κήπων των κοραλλιών πραγματοποιήθηκε το 2021 με χρηματοδότηση του Ιδρύματος Thalassa. Η ομάδα στελεχωνόταν από τον δύτη Δημήτρη Πουρσανίδη, δρ θαλάσσιας οικολογίας και ιδρυτή της εταιρείας ερευνών terraSolutions marine environment research, τον Τζιοβάνι Τσιμιέντι, δρ θαλάσσιας βιολογίας και τη Μικέλα Μαγιόρκα, θαλάσσια βιολόγο. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε βάθος 30-50 μέτρων, μια ζώνη που ονομάζεται ζώνη του μεσόφωτος –γιατί το φως που φθάνει εκεί αντιστοιχεί περίπου στο 3% εκείνου της επιφάνειας–, σε πέντε διαφορετικά σημεία στο στενό Σκοπέλου – Αλοννήσου (στις Μούλες και στον ύφαλο Μπαρκέτα). Στη ζώνη αυτή αναπτύσσονται οι κοραλλιγενείς σχηματισμοί – ονομάζονται έτσι και όχι κοραλλιογενείς γιατί δεν είναι κοράλλια όπως αυτά που συναντούμε σε τροπικές περιοχές, αλλά «ασβεστωμένα», δηλαδή πετρωμένα ροδοφύκη, που μετατρέπονται σε αποικίες. «Οι σχηματισμοί αυτοί είναι βιογενείς κατασκευές», εξηγεί στην «Κ» ο κ. Πουρσανίδης. «Η βάση τους είναι κυρίως φύκη κόκκινα, πορτοκαλί και μωβ, που έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Επενδύουν τα κυτταρικά τους τοιχώματα με ασβεστίτη, μια από τις κρυσταλλικές μορφές του ανθρακικού ασβεστίου που βρίσκεται διαλυμένο στο θαλασσινό νερό. Ετσι με πολύ αργό ρυθμό, μόλις 2 χιλιοστά τον χρόνο, αναπτύσσονται τα πετρολούλουδα».

Ο κόσμος των κοραλλιών είναι συμβιωτικός: δίπλα τους κινούνται ψάρια που τρέφονται με διαθέσιμες μορφές ζωής, μεγαλώνουν διαφόρων ειδών σπόγγοι, ζουν γαστερόποδα και αναπτύσσονται γοργονίες. Φωτ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ Φωτ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ

Οι πανέμορφοι αυτοί σχηματισμοί γίνονται το σπίτι για δεκάδες είδη θαλάσσιας ζωής. «Κατά την ανάπτυξή τους σχηματίζουν τρύπες, εξογκώματα και άλλους σχηματισμούς, που επιτρέπουν να δημιουργηθούν με ασφάλεια άλλες μορφές ζωής, όπως θαλάσσια σκουλήκια, γαστερόποδα και δίθυρα μαλάκια, που θα κρυφτούν στις τρύπες ξεπροβάλλοντας όταν οι θηρευτές τους δεν είναι παρόντες. Ο κόσμος αυτός είναι συμβιωτικός: δίπλα τους κινούνται ψάρια, που τρέφονται με διαθέσιμες μορφές ζωής, μεγαλώνουν σπόγγοι σε διάφορες μορφές, αναπτύσσονται γοργονίες: αποικίες «οκτοκοράλλιων ανθόζωων» (ονομάζονται έτσι καθώς κάθε πολύποδας έχει οκτώ πλοκάμια που συλλαμβάνουν την τροφή), που σχηματίζουν μαλακά «δέντρα» σε σχήμα βεντάλιας, που μοιάζουν με κοράλλια. Λόγω της πυκνότητας, του σχήματος και της δομής των γοργονιών, θεωρούνται οικολόγοι μηχανικοί (ecological engineers), καθώς αλλάζουν τις τοπικές υδροδυναμικές και ωκεανογραφικές συνθήκες, ενώ δημιουργούν μια μορφή υποσυστήματος οικολογικού, μια φάση στους βαθείς υφάλους», εξηγεί ο κ. Πουρσανίδης. «Χαρακτηριστικό είναι ότι οι βεντάλιες αυτές προσελκύουν πλήθος οργανισμών για να κρυφτούν, να τραφούν ή να αποθέσουν τα αυγά τους, όπως διάφορα είδη καρχαριοειδών που αφήνουν εκεί τους αυγοσάκους τους. Οι γοργονίες έχουν διάφορα χρώματα –κίτρινο, μωβ, άσπρο, ροζ– και μοιάζουν με κήπους την άνοιξη».

Πρόσφατα μελετήθηκε ένα τέτοιο οικοσύστημα στο Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, προσφέροντας πρωτογενή επιστημο- νική πληροφορία.

Ο μοναδικός αυτός κόσμος απαντάται σε συγκεκριμένα βάθη για συγκεκριμένους λόγους. «Απαντάται σε μεγάλα βάθη γιατί αντέχει ελάχιστη ποσότητα ηλιακής ακτινοβολίας», λέει ο κ. Πουρσανίδης. «Επίσης χρειάζεται περιοχές με θαλάσσια ρεύματα γιατί τρέφεται με μικροοργανισμούς που μεταφέρονται στο νερό. Στο Βόρειο Αιγαίο τα οικοσυστήματα αυτά τα συναντάμε μετά τα 30 μέτρα, ενώ στο Νότιο Αιγαίο μετά τα 90 μέτρα, γιατί τα νερά εκεί είναι πιο διαυγή και το φως διεισδύει βαθύτερα».

Παρά το βάθος στο οποίο βρίσκονται, τα οικοσυστήματα δέχονται διάφορες απειλές. «Οι ύφαλοι είναι τόποι υψηλής παραγωγικότητας και συνεπώς προσελκύουν τα ψάρια. Οι αλιείς συχνά ψαρεύουν γύρω από αυτούς, αλλά τα θαλάσσια ρεύματα παρασύρουν τα δίχτυα επάνω στους σχηματισμούς και κατά την ανάσυρσή τους, τους παρασύρουν. Κάποιες φορές οι αλιείς ρισκάρουν να ρίξουν δίχτυα ή παραγάδια πολύ κοντά σε υφάλους, για να πιάσουν “καλά” ψάρια και ξηλώνουν τους κοραλλιγενείς σχηματισμούς. Πολύ συχνά βρίσκουμε δίχτυα-φαντάσματα ή παραγάδια μπλοκαρισμένα επάνω στους σχηματισμούς αυτούς». Ενας άλλος, αυτή τη φορά μη διαχειρίσιμος κίνδυνος, είναι η κλιματική αλλαγή. «Η αύξηση της θερμοκρασίας της θάλασσας νεκρώνει τις γοργονίες ή επιτρέπει στους φυσικούς θηρευτές τους, όπως τους αστερίες και τις σκολόπεντρες, σκουλήκια της φωτιάς, να κατέβουν σε μεγαλύτερα βάθη και να τις τρώνε».

(ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ)

Η ερευνητική ομάδα κατέγραψε τις κοραλλιογενείς ζώνες στις συγκεκριμένες περιοχές, με τη χρήση ειδικού εξοπλισμού (ψηφιακά συστήματα βίντεο και εικόνας, δείκτες laser για τη μέτρηση αποστάσεων). Με τον τρόπο αυτό οι ερευνητές μπορούν στη συνέχεια να μετρήσουν στο βίντεο και τις εικόνες, τις διαστάσεις κάθε αποικίας και να κατανοήσουν την κατάσταση αλλά και τις πιέσεις που δέχονται τόσο τώρα, όσο και σε παρελθοντικούς χρόνους. Τα αποτελέσματα θα δημοσιευτούν σε επιστημονικό περιοδικό και κατόπιν θα παραδοθούν στον Οργανισμό Φυσικού Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΟΦΥΠΕΚΑ), μαζί με προτάσεις για τη διαχείριση της συγκεκριμένης περιοχής, ώστε να αξιοποιηθούν στην υπό κατάρτιση ειδική περιβαλλοντική μελέτη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη καταγραφή είναι μια από τις λιγοστές που έχουν πραγματοποιηθεί στο Αιγαίο. Ανάλογες έρευνες έχουν στο παρελθόν γίνει σε συγκεκριμένες περιοχές στη Λέσβο, στον Παγασητικό, στη Χαλκιδική και τον Κορινθιακό κόλπο. «Η χαρτογράφηση των θαλάσσιων περιοχών Natura είναι απαραίτητη για την κατάρτιση και τη λήψη διαχειριστικών μέτρων. Επιπλέον, θα πρέπει να κινηθεί η έρευνα και εκτός θαλάσσιων Natura, καθώς υπάρχουν και νέες αντίστοιχες περιοχές για να ενταχθούν στο δίκτυο των θαλάσσιων προστατευόμενων περιοχών. Οσον αφορά το Εθνικό Θαλάσσιο Πάρκο Αλοννήσου, μόλις ολοκληρώσουμε την επεξεργασία των στοιχείων για τις περιοχές που ερευνήσαμε, θα προτείνουμε μια σειρά από διαχειριστικά μέτρα ώστε να μειωθούν οι επιπτώσεις από τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες», καταλήγει ο κ. Πουρσανίδης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ