Μέγας ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός – Μία προσωπικότητα που κανείς ποτέ δεν κατάφερε να «διαβάσει» (μέρος Β΄)

Της Τόνιας Α. Μανιατέα

19 Μαρτίου 2023

του/της Newsroom

Η πρώτη συναλλαγή του Συγγρού με το ελληνικό κράτος γίνεται όταν εκείνος βρίσκεται ακόμα στην Πόλη. Κάποιος μικρομεσίτης τον πλησιάζει και του προτείνει να αγοράσει από την ελληνική κυβέρνηση ένα υπόλοιπο εθνικού δανείου. Το κάνει. Ως ευγνωμοσύνη, του απονέμεται από το ελληνικό κράτος ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Στο μεταξύ, τα επενδυτικά ανοίγματα στην Τουρκία εξακολουθούν να τού βγαίνουν. Τα κέρδη του αυξάνονται. Αλλά την οικονομική άνοιξη διαδέχεται ένας βαρύς χειμώνας με πολιτικές ανακατατάξεις, που φέρνουν ζημιά και χασούρα. Ασφαλώς, ο προσεκτικός Χιώτης έχει προβλέψει τα πάντα. Δεν είναι προικισμένος σε σωματικά προσόντα, αλλά διαθέτει πείσμα, δύναμη, θέληση και κυρίως, ένα εύστροφο διορατικό μυαλό. Ταξιδεύει πάλι στην Ευρώπη, κλείνει νέες συμφωνίες, μπαλώνει τις τρύπες, που έχουν ανοίξει οι κακοτυχίες, και πλέκει νέες προοπτικές… Με τούτα και μ΄ εκείνα έχει φτάσει τα 40 και η μοναχική ζωή τον έχει κουράσει. Ο αμετανόητος εργένης αλλάζει κοσμοθεωρία. Για πρώτη φορά σκέφτεται τον γάμο.

Το 1871 βρίσκει τον Συγγρό μέτοχο στην Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως. Είναι μία ανώνυμη εταιρεία, που έχει ιδρυθεί με πρωτοβουλία του μετά τη διάλυση της δικής του εταιρείας και ευθέως πλέον εμπορεύεται, τι άλλο; Χρήμα. Χρήμα, που δεν προέρχεται μόνο από τα Δημόσια της Τουρκίας και της Ελλάδας, αλλά και από εκείνα της Ρωσίας και της Αιγύπτου. Ο Συγγρός παίζει στα δάχτυλα τα χρέη και τις ανάγκες τους.

Όταν φτάνει στην Αθήνα, Βούλγαρης και Κουμουνδούρος προσπαθούν να βάλουν τάξη στην πολιτική και οικονομική αταξία της χώρας. Αυτό που προέχει για τον Συγγρό είναι να συναντήσει παλιούς φίλους, να κάνει καινούργιους και να βρει ένα σπίτι που να ανταποκρίνεται στον πλούτο και το όνομά του. Αν είναι και κοντά στα ανάκτορα, ας πούμε, στον λόφο της Μπουμπουνίστρας (Σύνταγμα), ακόμα καλύτερα. Στέκεται τυχερός. Στη βόρεια πλευρά του παλατιού η χήρα του Θόδωρου Ράλλη πουλάει ένα οικόπεδο. Είναι ιδανικό για εκείνον! Το αγοράζει αμέσως και αναθέτει στον δημοφιλή αρχιτέκτονα, Τσίλερ, που χτίζει σε όλη την Αθήνα, την ανέγερση και του δικού του σπιτιού. Το μέγαρο είναι «μνημείο πλούτου και επίδειξης». Τα υλικά, μάρμαρα, κρύσταλλα ακόμα και τα έπιπλα, έρχονται από το εξωτερικό. Διαθέτει σφαιριστήριο στο ισόγειο (!), δωμάτιο υπηρεσίας, αποθήκη, πλυσταριό και ασφαλώς στάβλους και αμαξοστάσιο για τα μεταφορικά μέσα των υψηλών προσκεκλημένων. Το 1889, σε αυτό το οίκημα θα φιλοξενηθούν αρκετοί καλεσμένοι στο γάμο του διαδόχου Κωνσταντίνου με τη Σοφία της Πρωσίας.

ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΟΥ ΛΑΥΡΙΟΥ – Ο ΓΑΜΟΣ – «ΕΥΚΟΛΟΤΕΡΑ ΧΑΡΙΖΩ, ΠΑΡΑ ΔΑΝΕΙΖΩ»

Τα… διαπιστευτήρια που υποβάλλει στους Έλληνες ως επιχειρηματίας είναι κακά για τον λαό. Θα στηρίξουν το γόητρο του έθνους επάνω σε χιλιάδες κατεστραμμένες οικογένειες. Φαίνεται, όμως, ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η παρέμβαση του Συγγρού (με το αζημίωτο, ασφαλώς, για τον ίδιο) στο μείζον θέμα του Λαυρίου είναι η μόνη σωτήρια για το κράτος κι ας υπονομεύει το βιος των ανθρώπων.

Το αδιέξοδο προέκυψε όταν δημιουργήθηκε διένεξη μεταξύ της γαλλο-ιταλικής εταιρείας εκμετάλλευσης των μεταλλευμάτων του Λαυρίου και του ελληνικού Δημοσίου, σχετικά με το δικαίωμα αξιοποίησης και των υπολειμμάτων του μεταλλεύματος που βρίσκονταν επί του εδάφους και η αξία των οποίων δεν ήταν ευκαταφρόνητη. Η εταιρεία ισχυριζόταν ότι η σύμβαση που είχε υπογράψει συμπεριελάμβανε και αυτά, σε αντίθεση με το Δημόσιο, που αρνείτο ότι υπήρχε τέτοια πρόβλεψη. Ώσπου Γάλλοι και Ιταλοί ζήτησαν τη μεσολάβηση τρίτων υπέρ τους. Το θέμα τότε έφυγε εκτός εθνικών συνόρων και μετατράπηκε σε μείζον διπλωματικό ζήτημα, αποτελώντας αντικείμενο διαμαρτυριών, διακοινώσεων, συζητήσεων σε ξένα κοινοβούλια. Κάθε προσπάθεια συμβιβασμού έπεφτε στο κενό. Πολιτική και Τύπος -κατά κανόνα- κατέστησαν τη διεθνή κοινή γνώμη κοινωνό της υπόθεσης και την κατηύθυναν σε καταδίκη της ελληνικής θέσης, που επέμενε να αντιμάχεται «έναν αξιοσέβαστο επιχειρηματία ο οποίος ήρθε στη ρακένδυτη Ελλάδα για να προσφέρει ψωμί στον κόσμο της και έσοδα στα ταμεία της…». Μέσα στη γενική κατακραυγή, σαν βαλβίδα αποσυμπίεσης, ένας Ιταλός θεωρητικός στη Μπρέσια κυκλοφορεί σύγγραμμα 130 σελίδων (!) με τίτλο «Η Ελλάδα και η Ιταλία στο θέμα του Λαυρίου», με το οποίο λοιδορεί τις απαιτήσεις των ξένων βουλευτών διατυπώνοντας το δηκτικό ερώτημα τόσο προς τους συμπατριώτες του όσο και προς τους επίσης διαμαρτυρόμενους Γάλλους: Τι θα γίνει, λοιπόν; Θα φτάσετε στο σημείο να αποβιβάσετε στρατεύματα στον Πειραιά ή θα βομβαρδίσετε γι άλλη μια φορά την Ακρόπολη;

Ως προσωπικότητα διεθνούς κύρους, ο Συγγρός δέχεται την επίσκεψη πολλών σημαντικών προσώπων, αλλά κυρίως διπλωματικών εκπροσώπων των Γάλλων, των Ιταλών, αλλά και των Αυστριακών. Του ζητούν να μεσολαβήσει. Εκείνος βρίσκει τη λύση που θα του αφήσει κέρδος, θα σώσει το γόητρο της χώρας και θα ικανοποιήσει όλες τις πλευρές. Ή σχεδόν όλες…

Ανακοινώνει στον επικεφαλής, Σερπιέρι, της διεκδικήτριας εταιρείας το τρόπο με τον οποίο θα ικανοποιηθούν σε ρευστό και μετοχές οι απαιτήσεις του, χωρίς να χάσει το ελληνικό Δημόσιο. Εκείνος συμφωνεί και το σχέδιο μπαίνει σε εφαρμογή. Ο Συγγρός αγοράζει την εταιρεία, τη μεταβιβάζει στην Τράπεζα Κωνσταντινουπόλεως (της οποίας είναι μεγαλομέτοχος), ώστε να σταματήσει κάθε πίεση από τις ξένες κυβερνήσεις προς την Ελλάδα και τη μετοχοποιεί. Στο μεταξύ, οι φήμες περί ανυπολόγιστης αξίας του μεταλλεύματος επιφανείας, παίρνουν και δίνουν… Χιλιάδες μεροκαματιάρηδες τρέχουν να ρίξουν τις οικονομίες τους στα ακριβά υπολείμματα του Λαυρίου, που «εγγυώνται στον τόπο έναν δεύτερο χρυσό αιώνα του Περικλή»! Το καφενείο «η Ωραία Ελλάς» στη διασταύρωση των δρόμων Ερμού και Αιόλου και ορισμένα σαράφικα που εκτελούν χρέη Χρηματιστηρίου «πνίγονται» στο «χαρτί». Μετοχές των οποίων η αξία δεν ξεπερνά τα 20 φράγκα (22,5 δρχ.) φτάνουν να πωλούνται προς 240! Οι εισπράξεις ξεπερνούν κάθε προσδοκία. Σύντομα, όμως, το μπαλόνι θα σκάσει στον αέρα. Οι μικροεπενδυτές πολίτες πτωχεύουν, αλλά ο Σερπιέρι σώζει τα συμφέροντά του, η χώρα βγαίνει από το στόχαστρο της διεθνούς κατακραυγής και τα πνεύματα ηρεμούν. Ο Συγγρός, βέβαια, γίνεται στόχος του Τύπου και επιφανών της εποχής, που αγνοούσαν το σχέδιο και εξαπατήθηκαν και οι ίδιοι… Η απάντησή του τους αφήνει άναυδους: «όποιος περπατάει ανάμεσα στα γυαλιά, πρέπει να συνυπολογίζει και το ενδεχόμενο να προκαλέσει σπασίματα…». Όσο για τους δύσμοιρους μικροεπενδυτές, που ονειρεύτηκαν πλούτη, στα Απομνημονεύματά του, τους αποκαλεί ευκολόπιστους και αφελείς, που παρασύρθηκαν από κερδοσκόπους και πίστεψαν ότι είναι δυνατόν μία επιχείρηση παρατημένη από την αρχαιότητα να τους λύσει το οικονομικό πρόβλημα και να μετατρέψει από τη μία στιγμή στην άλλη τη χώρα τους σε γη της επαγγελίας…

Μία αντίστοιχη εξέλιξη θα έχει χρόνια μετά, η υπόθεση του έργου της αποξήρανσης της λίμνης Κωπαΐδα, καθώς και εκεί, μικροεπενδυτές, που ονειρεύονται εύκολο κέρδος, εμπιστεύονται τους κόπους τους σε «χαρτιά», που καταλήγουν φέιγ βολάν.

Οι επιφυλλίδες, πάντως, κατακεραυνώνουν και πάλι τον Συγγρό, αλλά εκείνος δεν πτοείται. Άλλωστε, έχει αποφασίσει με τον τρόπο του να ευχαριστήσει (ή να κατευνάσει τα οργισμένα πνεύματα) τον αθηναϊκό λαό για τη… συνδρομή του στην επίλυση του λαυρεωτικού προβλήματος. Σε οικόπεδο / δωρεά της Μονής Ασωμάτων αναλαμβάνει τα έξοδα ανέγερσης πτωχοκομείου, το οποίο θα έπρεπε να ανεγερθεί εδώ και χρόνια, αλλά δεν υπήρχαν χρήματα.

«Οι δωρεές γαληνεύουν τις συνειδήσεις» βγάζει τίτλο η εφημερίδα «Αιών», ενώ το σατιρικό περιοδικό «Μη Χάνεσαι» δημοσιεύει:

Και ο ψωμάς κι ο φούρναρης και ο στοιχειοθέτης, σε μετοχές και Λαύρια τον οβολό του χάνει κι εσκέφθη τότε ο Τσιγγρός, αυτός ο ευεργέτης, για τους πτωχούς το πνεύματι κατάστημα να κάνει…

Οι επαφές με πολιτικούς όλων των παρατάξεων είναι συχνές. Περισσότερο, βέβαια, με τον Τρικούπη, την πολιτική σκέψη του οποίου θαυμάζει και ακολουθεί. Είναι πια φίλοι. Στηρίζει κάθε του προσπάθεια, ενισχύει οικονομικά κάθε έργο υποδομής, που εκείνος περιλαμβάνει στα πολιτικά του προγράμματα. Αλλά, βέβαια, όχι με το αζημίωτο. Έτσι καθώς έχει ξανοιχτεί σε διάφορα επιχειρηματικά πεδία, ο Συγγρός βρίσκει πάντα τον τρόπο να ξεχωρίσει την ευκαιρία, να επενδύσει και να κερδίσει. Αρκεί να έχει τη σωστή πληροφόρηση εκ των έσω… Επωφελείς συμφωνίες τού προσφέρει και η ιδιαίτερη σχέση του με τον Γεώργιο. Το δικό του σπίτι είναι το μόνο, που επισκέπτεται ο βασιλιάς. Και όσο βέβαια ασχολείται με τη Ελλάδα, εννοείται ότι δραστηριότητές του «τρέχουν» και σε άλλες χώρες, όπου είναι απλωμένο το επενδυτικό του ενδιαφέρον και όπου συχνά πυκνά βραβεύεται με διακρίσεις και παράσημα, ικανοποιώντας τη φιλοδοξία και την επιδειξιομανία του.

Ανήμερα του Πάσχα του 1875, ο Ανδρέας ντύνεται γαμπρός. Από καιρό το σκέφτεται, αλλά η Ιφιγένεια είναι η μόνη, που τον ενθαρρύνει να προχωρήσει στο… απονενοημένο, αυτός ένας ορκισμένος εργένης! Η Ιφιγένεια χήρα Αντωνιάδη και ήδη μητέρα ενός παιδιού, χιωτικής καταγωγής το γένος Μαυροκορδάτου, είναι γνωστή και θαυμαστή για την ομορφιά και την αρετή της, στοιχεία που γοητεύουν τον Συγγρό.

«Είναι σύντροφος του βίου καλή. Έχει σεμνότητα. Αν ποτέ δεν είμαι εντελώς ευτυχής, τούτο δεν θέλει προέρχεσθαι βέβαια από αυτήν. ΕΓΩ θα είμαι ανάξιος της γυναίκας μου, ένεκα του αθλίου χαρακτήρος μου, του νευρικού, ιδιότροπου και αψίκορου» γράφει στον φίλο του Σκουλούδη από τη Νάπολη, όπου βρίσκεται για τον μήνα του μέλιτος, ο οποίος εντέλει θα διαρκέσει χρόνο και πλέον. Πλούτη, διακρίσεις, αναγνώριση, ταξίδια, ευζωία… Το ζεύγος τα έχει όλα, εκτός από εκείνο που ποθεί πολύ και δεν μπορεί να αποκτήσει με χρήματα. Ένα παιδί. Παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες, ο γάμος αυτός δεν ευλογείται με έναν διάδοχο. Η Ιφιγένεια εγκυμονεί, αποβάλλει, αρρωσταίνει και υποφέρει από βαριά και επώδυνα συμπτώματα. Ο Ανδρέας δεν θέλει να πιστέψει ότι θα μείνει χωρίς παιδί που θα φέρει περήφανα και επίσημα το όνομά του και θα πάρει τη θέση του στην υψηλή κοινωνία, στην οποία με τόσο μόχθο κατάφερε ο ίδιος να μπει και να διακριθεί. Αναζητώντας την αιτία του κακού και έτσι καθώς είναι προληπτικός «καταφεύγει σε ξεματιάσματα, τάματα και αγαθοεργίες». Συμμετέχει στις Εταιρείες Ερυθρού Σταυρού και «υπέρ των εν πολέμω τραυματιών», οργανώνει εράνους και προσφέρει χρήματα σε αναξιοπαθούντες, δωρίζει μεγάλα ποσά για την κατασκευή «υπνωτηρίων δι απόρους», στέλνει χρήματα στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως για την κάλυψη των αναγκών του.

Διάγει βίο μυθιστορηματικό, έχει ζυμωθεί και ανταποκριθεί με επιτυχία στις προκλήσεις και τις δοκιμασίες, αριθμεί στη φαρέτρα του πλήθος γνωριμιών με τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής και έχει αποθησαυρίσει πολύτιμη γνώση για τους ανθρώπους, τις ανάγκες και τις μύχιες σκέψεις τους. Αλλά δεν έχει μπει στην πολιτική. Ακόμα, τουλάχιστον…

Σε μία περίοδο έντονης πολιτικής αστάθειας με κυβερνήσεις ολίγων ημερών Κουμουνδούρου, Δηλιγιάννη, Βάλβη, Τρικούπη να διαδέχονται η μία την άλλη, αυτός ο τελευταίος, έχοντας στο πλάι του τον «πολιορκητικό κριό» Συγγρό με την οικονομική δύναμη και τις γνωριμίες στη διεθνή σκηνή, προσπαθεί να εξασφαλίσει πόρους για να δημιουργήσει το κράτος υποδομών που ονειρεύεται και να εμπεδώσει σταθερότητα και ασφάλεια στους πολίτες. Ο Συγγρός από τη μία μεσολαβεί σε ξένους επενδυτές για τη σύναψη δανείων με την κυβέρνηση και από την άλλη, «χτυπάει» δημόσια έργα, που γνωρίζει ότι θα γεμίσουν τα ταμεία των εταιριών του. Ο Τρικούπης τον γνωρίζει πια σαν την παλάμη του. Ξέρει ότι τροφοδοτείται από τέτοιους είδους… συναλλαγές, αλλά δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Άλλωστε, ξέρει καλά ότι η μηχανή δεν δουλεύει όταν δεν λαδώνεται… Η χώρα χρειάζεται υποδομή και χρήμα δεν υπάρχει. Το παγκόσμιο σκηνικό είναι σε αναστάτωση και η αντιπαράθεση των αντίπαλων στρατοπέδων μέσα στη Βουλή αποσταθεροποιούν διαρκώς την πολιτική σκηνή της Ελλάδας. Ο βασιλιάς κατευθύνεται από τα συμφέροντά του, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται και ο λαός άγεται και φέρεται από τις εκάστοτε διεθνείς και εθνικές πολιτικές συγκυρίες. Η κατάσταση έχει κουράσει τους πολίτες και έχει τελματώσει την οποιαδήποτε πρόοδο. Κι αυτός ο ιδιόρρυθμος Χιώτης, που από τη μία ευεργετεί με δωρεές και από την άλλη δείχνει φιλοχρήματος, αλλά απολαμβάνει και να τζογάρει, έχει μία ξεκάθαρη φιλοσοφία, την οποία διατυπώνει κάποτε σε συμπατριώτη του όταν αυτός ο τελευταίος του ζητά να βοηθήσει το νησί τους στην κατασκευή λιμανιού, διαθέτοντας ένα κεφάλαιο με μικρό τόκο. «Τι εννοείς με μικρό τόκο; Η φιλοπατρία χαρίζει όταν θέλη, δεν δανείζει όμως ειμή όταν πρόκειται να ικανοποιηθεί το συμφέρον της, είτε εν τη απολαύσει ωφελειών χονδρών, με ανάλογους κινδύνους, είτε ωφελειών σχετικώς μικρών, αλλά τότε απαιτεί πληρεστάτην ασφάλειαν!» του λέγει.

Κάθε Δευτέρα δέχεται στο μέγαρό του για απογευματινό τσάι την υψηλή κοινωνία και ταυτόχρονα εξασκεί και το… χόμπι του, που είναι τα συνοικέσια. Ουκ ολίγα ειδύλλια μπλέκονται στα πολυτελή σαλόνια του ζεύγους Συγγρού κι εκείνος το απολαμβάνει…

Τον Μάρτιο του 1881, σε μια λαμπρή τελετή στην οποία παρίστανται και οι βασιλείς, θεμελιώνεται ο «Ευαγγελισμός» με την οικονομική συνδρομή των συνεταίρων εμπόρων και τραπεζιτών Συγγρού και Κορωνιού (11.200 και 16.800 δρχ. αντίστοιχα), του βασιλιά (11.200 δρχ.) και άλλων μικρότερων χορηγών, που ανταποκρίθηκαν στο αίτημα της επιτροπής Κυριών «υπέρ της ανέγερσης του θεραπευτηρίου». Μόλις ολοκληρωθεί το κεντρικό κτήριο, ο Συγγρός θα επανέλθει με μία νέα γενναιότερη προσφορά 125.000 δραχμών για την ανέγερση της αριστερής πτέρυγας. Είναι η χρονιά που η Θεσσαλία προσαρτάται στο ελληνικό κράτος και ο Συγγρός με τη συμμετοχή της Εθνικής Τράπεζας ιδρύει την Τράπεζα της Ηπειροθεσσαλίας.

«Εις το χαρίζειν είμαι ευκολώτερος του δανείζειν» διακηρύσσει όταν του ζητούν δάνειο και μπαίνει στο στόχαστρο του Τύπου όταν γίνεται γνωστό από… καραμπόλα ότι μέλος της Χιώτικης οικογένειας Σκυλίτση προσέφερε διακριτικά μεγάλο ποσό για την ανοικοδόμηση των σχολείων του νησιού, που έχουν καταστραφεί από μεγάλο σεισμό. «Έτσι εννοούμε τη φιλανθρωπίαν, χωρίς διατυμπανισμούς και τρικούβερτη ρεκλάμα» «καρφώνει» σε δημοσίευμά της εφημερίδα… Αλλά ο μέγιστος εφιάλτης του Συγγρού αυτή την εποχή, είναι ο Σουρής. Μέσα από εμπνευσμένους στίχους του ο σατιρικός ποιητής δεν χάνει την ευκαιρία να λοιδορεί τον βίο και τα έργα του τραπεζίτη. Αλλά ο Σουρής έχει κι ένα προσωπικό θέμα. Ο Συγγρός έχει εναντιωθεί στον γάμο του με τη Μαρία Κωνσταντινίδου, το γένος Ροδοκανάκη, επειδή ο ποιητής είναι «φτωχός με αβέβαιο μέλλον…». Σύντομα ο Χιώτης θα μετανιώσει πικρά για τη εκείνη τη συμβουλή του. Η Μαρία θα παντρευτεί τον καλό της και εκείνος θα συνεχίσει να χτυπάει αλύπητα τον Συγγρό, ώσπου τον αναγκάζει να αναθεωρήσει. «Τελικά το μικρό σου κεφαλάκι ήταν πολύ σοφότερο από τα δικά μας τα μεγάλα και πήρες τον άνθρωπο που σου χάρισε αθάνατο όνομα» λέει στη Μαρία, παρουσία του συζύγου της, και ο Σουρής κατεβάζει τον… βαρύ οπλισμό.

«ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΑΝΩΤΕΡΟΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΦΑΙΝΕΣΑΙ» – Η «ΑΠΟΚΛΗΡΩΣΙΣ» ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ…

Με το έναν ή με τον άλλον τρόπο, με εταιρείες δικές του ή ανώνυμες στις οποίες συμμετέχει, ο Συγγρός είναι παντού. Σε έργα, σε τράπεζες, σε ναυπηγεία… Οι συγκυρίες ευνοούν τις προβλέψεις του, το κύρος του είναι αδιαπραγμάτευτο, η υψηλή κοινωνία τον υπολογίζει και οι πολιτικοί, όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση τον στηρίζουν και όταν γίνονται αντιπολίτευση τον κατακεραυνώνουν. Άσε που με τις διεθνείς γνωριμίες του ουκ ολίγες φορές «ξελασπώνει» τη χώρα από διακρατικές εμπλοκές που υπονομεύουν την ασφάλειά της. Του έχουν απονεμηθεί παράσημα. Αλλά κοπιάζει για να διατηρήσει το πρεστίζ του. Όταν ο μεγαλέμπορος, εφοπλιστής και τραπεζίτης Βαλλιάνος προσφέρει στην κυβέρνηση ένα εκατομμύριο φράγκα για την ανέγερση της Εθνικής Βιβλιοθήκης, ο Συγγρός στάζει δηλητήριο… «Δεν μπορεί κανείς να ζήσει σε αυτόν τον τόπο! Τόσα χρόνια να εργάζεσαι να αποκτήσεις τον τίτλο του φιλογενούς και να σου έρχεται ένας απ΄ έξω με το εκατομμύριο και να σου χαλά ό,τι εδούλευες»!

Ο Τρικούπης τον πιέζει να πάρει ρόλο στην πολιτική σκηνή. Εκείνος διστάζει, όχι τόσο επειδή δεν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά κυρίως επειδή θεωρεί ότι δεν έχει το σωστό «λέγειν» για να υποστηρίξει μέσα στη Βουλή και να μην υπονομεύσει την εικόνα που με τόσο κόπο έχτιζε. Πολλές φορές, άλλωστε, έχει δηλώσει ότι «δεν αρκεί μόνο να είσαι για να κερδίζεις τον κόσμο, πρέπει και να φαίνεσαι. Έτσι μόνο καταλαβαίνει την ανωτερότητά σου…». Εντέλει, ο Τρικούπης τον πείθει. Θα κατέβει στη Σύρο και μάλιστα ανεξάρτητος, χωρίς να ενταχθεί σε κανένα κόμμα. Οι κακές γλώσσες ξαναπιάνουν δουλειά… «Ο Συγγρός κατέρχεται εις τον αγώνα εν Σύρω, φέρων αντί παντός εκλογικού προγράμματος, το έμβλημα “ισχύς μου η αγάπη του… χρυσού μου”».

Το αποτέλεσμα των εκλογών της 7ης Απριλίου του 1885 είναι για τον Συγγρό η καλύτερη απάντηση στα κακά σχόλια. Εκλέγεται. Είναι πλέον ένας ανεξάρτητος βουλευτής σε κυβέρνηση Δηλιγιάννη. Τα οικονομικά της χώρας είναι κακά, η εμπιστοσύνη των ξένων έχει κλονισθεί, δανειστές πρόθυμοι δεν υπάρχουν, ο Συγγρός, με τη επιρροή του, προσπαθεί να πείσει ότι η Ελλάδα έχει παρουσιάσει έργο την τελευταία τριετία, αλλά ο πρωθυπουργός δεν είναι και ιδιαίτερα δημοφιλής στους κεφαλαιούχους της διεθνούς αγοράς. Ο Δηλιγιάννης καταφεύγει σε εσωτερικό δανεισμό με μικρή επιτυχία και στο μεταξύ ένας πόλεμος προοιωνίζεται στα βόρεια της χώρας. Η υπό τουρκική κατοχή Ανατολική Ρωμυλία επαναστατεί και κηρύσσει την ένωσή της με τη Βουλγαρία. Με παρέμβαση του Γεωργίου, η Ελλάδα κρατιέται μακριά από το πολεμικό πεδίο, αλλά το όλο σκηνικό είναι βούτυρο στο ψωμί του Συγγρού. Οι ομολογίες των δανείων πέφτουν κι όποιος έχει χρήμα αγοράζει τώρα αξίες και περιμένει… Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Δηλιγιάννης παραιτείται και αναλαμβάνει εκ νέου ο Τρικούπης, ο οποίος δηλώνει πως «η Ελλάς θέλει να ζήσει και θα ζήσει» προχωρώντας χωρίς καθυστέρηση σε δανεισμό από τις τοπικές τράπεζες και προκηρύσσοντας εκλογές για την ανάδειξη μιας κυβέρνησης με σαφή και σταθερή εντολή. Οι δωρεές του Συγγρού συνεχίζονται, αντίστοιχα και τα δώρα στον βασιλιά και το διάδοχό του, που ενηλικιώνεται. Ο κόσμος της υψηλής αριστοκρατίας είναι ένα άλλο σύμπαν, παράλληλο με τη χώρα, που αναστενάζει. Στο μεταξύ, ο Χιώτης τραπεζίτης χρηματοδοτεί την αποπεράτωση του δημοτικού θεάτρου, αλλά με δικαίωμα εκμετάλλευσής του για 25 χρόνια.

Στις δημοτικές εκλογές της 5ης Ιουλίου 1887 και αφού η βουλευτική του θητεία έχει παρέλθει, ο Συγγρός κατεβαίνει για δήμαρχος Αθηναίων. Εκείνος λείπει στο εξωτερικό, αλλά η υποψηφιότητά του κατατίθεται δι αντιπροσώπων φίλων του! Εξ αυτού ακυρώνεται και η νίκη του. Κατά την προεκλογική περίοδο, κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης φωτογραφία του τραπεζίτη υποψηφίου, κάτω από την οποία παρατίθενται μία προς μία δωρεές και αγαθοεργίες του. Πτωχοκομεία, «Ευαγγελισμός», φυλακές, το Αμαλίειο Οργανοτροφείο, το θέατρο, πεζοδρόμια, το Μουσείο της Αρχαίας Ολυμπίας κ.α. «Είναι εξ εκείνων οίτινες δίδουν μίαν ελιά και λαμβάνουν ένα τουλούμι λάδι» σχολιάζει ο Τύπος. «Είναι υπερόπτης και εγωιστής» ψιθυρίζουν «εμπιστευτικά» συνεργάτες του. Αλλά ό,τι κι αν είναι, για όποιους λόγους κι αν προσφέρει, ο Συγγρός έχει πια ριζωθεί στη ζωή του τόπου ως ο κυματοθραύστης των δεινών. «Ακόμα κι αν προσπαθεί να καταλαγιάσει την ένοχή συνείδησή του, έχει δωρίσει στην Ελλάδα υποδομές, που δεν θα μπορούσε από τα δικά της ισχνά ταμεία να αποκτήσει» αντιπαραθέτουν οι υποστηρικτές του.

Στο μεταξύ, το μεγάλο έργο της διάνοιξης της διώρυγας της Κορίνθου, που έχει ανατεθεί σε ξένη εταιρεία από το 1882 και αποτελεί σημαντικό κομμάτι της αναπτυξιακής πολιτικής του Τρικούπη παρουσιάζει εμπλοκή. Η «Διεθνής Εταιρεία Διώρυγας Κορίνθου», που «τρέχει» το έργο εφτά χρόνια τώρα, αντιμετωπίζει πρόβλημα με το ελληνικό Δημόσιο και κηρύσσει στάση πληρωμών. Ο Συγγρός ζητάει από τον Τρικούπη να επέμβει κι εκείνος συμφωνεί. Το σχέδιό του Χιώτη, αυτή τη φορά, είναι να συστηθεί μία ελληνική εταιρεία στην οποία θα παραχωρηθούν όλα τα δικαιώματα της υπάρχουσας και η οποία θα αναλάβει την ολοκλήρωση αντί έκδοσης και πώλησης ομολογιών με υποθήκη τη διώρυγα. Με την αποπεράτωση του έργου και τη λειτουργία του θα πληρώνονται οι τόκοι των ομολογιών και του κεφαλαίου και από ό,τι περισσεύει ποσοστό 75% θα δίνεται στην παλιά εταιρεία και 25% στη νέα, πρόεδρος της οποίας είναι ο Συγγρός. Ανακατεύοντας και… μαγειρεύοντας ο δαιμόνιος τραπεζίτης παραδίδει το έργο ολοκληρωμένο, αλλά μετρά και ένα όχι ευκαταφρόνητο κέρδος στο ταμείο του. Σπεύδουν να τον καταχερίσουν οι εφημερίδες, αλλά οι συγκυρίες τις προλαβαίνουν… Μία μεγάλη φωτιά τον Σεπτέμβριο του 1890 στη Θεσσαλονίκη προκαλεί τεράστιες καταστροφές. Ο Γεώργιος ζητά από τον φίλο του να βάλει βαθιά το χέρι στην τσέπη. Ο Συγγρός ανοικοδομεί το νοσοκομείο και το μητροπολιτικό μέγαρο. Ο βασιλιάς του προσφέρει την αναγνώριση που ονειρευόταν. Τον Μεγαλόσταυρο.

Η αλληλοβοήθεια κράτους και Συγγρού συνεχίζεται. Τον μίτο των δωρεών και ευεργεσιών έχει πιάσει και η Ιφιγένεια, που προεδρεύει του Ευαγγελισμού και χρηματοδοτεί κάμποσες δράσεις υπέρ ορφανών και πτωχών. Ο Συγγρός ακούει τη σύζυγό του και ανοίγει το… πουγκί. Κάποτε, της εκμυστηρεύεται ότι θα ήθελε να προσφέρει στην πόλη έναν δρόμο, που να φέρει το όνομα του και να τον θυμίζει στις επόμενες γενιές. (Η οδός θα χαραχτεί το 1876, επί δημαρχίας Π. Κυριακού και η Ιφιγένεια θα φροντίσει να παραδοθεί σε κυκλοφορία μετά τον θάνατο του συζύγου της, το 1904, με μόνο όρο στη δωρεά: να φέρει ισοβίως το όνομα «Λεωφόρος Ανδρέα Συγγρού»).

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του γράφει τα απομνημονεύματά του και ετοιμάζει τη διαθήκη του. Παραπονιέται στην Ιφιγένεια ότι όσα κι αν έκανε για τον τόπο, δεν του αναγνωρίστηκε η προσφορά του. Με τη διαθήκη του, όμως, ουδείς, θα αμφισβητήσει τις ευεργεσίες του! Ακόμα και στο τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του, ο Συγγρός επιδιώκει υστεροφημία με μία εντυπωσιακή ανταγωνιστική διάθεση! Έχει αποφασίσει ότι θα είναι ο πρώτος και ο μόνος που θα αφήσει στον τόπο του τέτοιο πλούτο!

Στις 12 Φεβρουαρίου του 1896 παραδίδει στον συμβολαιογράφο τη διαθήκη του. Αφήνει στην Ιφιγένεια την κατοικία τους πλάι στ΄ ανάκτορα, ένα σπίτι που εσχάτως αγόρασε επί της οδού Ακαδημίας και το σεβαστό ποσό των 60.000 αγγλικών λιρών. Κληροδοτεί χρήματα στους βασιλόπαιδες, στην αδελφή του Τρικούπη, Σοφία, στους υπηρέτες του και σε συγγενείς του και μία τεράστια κτηματική έκταση στον βασιλιά Γεώργιο. Στον γιο που δεν αναγνώρισε ποτέ, αφήνει χρήματα και ισόβια επικαρπία των κτημάτων του στην Εύβοια και τη Θεσσαλία. Επιπλέον, αφήνει σημαντικά ποσά στις δομές, που έχει χτίσει, στο Πτωχοκομείο, το Δημοτικό Νοσοκομείο, το εργαστήριο απόρων γυναικών, το ορφανοτροφείο Χατζηκώστα, το Αμαλίειο Ορφανοτροφείο, το Δρομοκραΐτειο και το Ωδείο Αθηνών. Τέλος, κληροδοτεί στο κράτος κτήματα και χρήματα για να χτιστούν σχολεία και να βελτιωθούν οι φυλακές. Από το σύνολο της περιουσίας του κληροδοτεί περί τα 24 εκατ. φράγκα τα οποία εντέλει θα αυξηθούν, καθώς το Δημόσιο κληρονομεί και τα ελληνικά χρεόγραφα, που σε δύσκολες περιόδους είχε αγοράσει εκείνος αντί ισχνών ποσών και αργότερα απέκτησαν μεγάλη αξία.

Αλλά η ζωή κρύβει εκπλήξεις και μια τέτοια επιφυλάσσει για τον Συγγρό έναν χρόνο μετά τη σύνταξη της διαθήκης του. Εκείνος βέβαια θα την ερμηνεύσει ως μέγιστο μάθημα ζωής και τέτοιο θα είναι. Αρχές του 1897, λοιπόν, και το Κρητικό Ζήτημα είναι εξέλιξη. Ο τραπεζίτης βρίσκεται στο παλάτι και συζητά με τον Γεώργιο. Του λέει ότι, κατά τη δική του εκτίμηση, καλό θα ήταν να μπει επικεφαλής του στρατού και να διεκδικήσει ό,τι ανήκε στη χώρα. Τότε ο Γεώργιος θιγμένος του απαντά: «Είναι αύθαδες, εσύ, ένας απλούς πολίτης, να δίνεις συμβουλές στον βασιλέα σου!».

Την επομένη κιόλας ο Συγγρός συντάσσει έναν κωδίκελλο με τον οποίο συμπληρώνει, ή καλύτερα διορθώνει, τη διαθήκη του. Με αυτόν, ακυρώνει όλα τα κληροδοτήματα προς τη βασιλική οικογένεια, σημειώνοντας «μετά ωριμωτέραν σκέψιν εθεώρησα αύθαδες εκ μέρους μου να κληροδοτώ εγώ, ένας απλούς πολίτης, Βασιλικάς Υψηλότητας»!

Φεύγει από τη ζωή στις 13 Φεβρουαρίου του 1899 πλήρης εμπειριών, δράσης και προσφοράς, αλλά επισήμως άκληρος και γι αυτό μόνο παραπονούμενος. Την ημέρα της αποδημίας του κλείνουν τα σχολεία και στην κηδεία του παρίσταται σύσσωμος ο πολιτικός κόσμος της χώρας, άπαντες οι οικονομικοί παράγοντες και πλήθος κόσμου. Σε βαρύ κλίμα πένθους τον συνοδεύουν όλοι μαζί στην ύστατη κατοικία του, στο Α΄ Νεκροταφείο.

Ό,τι κι αν έκανε, ό,τι κι αν προκάλεσε, ο νεκρός δεδικαίωται. Κι όταν ανοίγει πια η διαθήκη του, ο Σουρής δημοσιεύει:

«Τι διαθήκη πάνσοφος, τι διαθήκη πρώτη του ζάμπλουτου του Χιώτη… Κάθε δύστυχος ζητιάνος και καλύβι πτωχικό έχει στου Συγγρού τα πλούτη το δικό του μερδικό. Να το χρυσάφι σαν βροχή κι η λίρα σαν χαλάζι να πλούτος, όπου βάλσαμο παρηγοριάς σταλλάζει… Τρέχουν χείμαρροι χρυσοί… Θεός σχωρέστον είπαν όλοι, Θεός σχωρέστον πες κι εσύ».

Κανείς δεν θα μάθει πόσοι τον συγχώρεσαν. Μετά την κηδεία, όμως, φάνηκε πως πολλοί δεν είχαν συγχωρήσει τον δήμαρχο, τον Καλλιφρονά. Επειδή δεν θεώρησε απαραίτητο να ντύσει με μαύρα κρέπια τους φανούς…

ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΩΝ

ΟΙ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – Αντ. Μακρυδημήτρης (Εκδ. Ι.ΣΙΔΕΡΗΣ-Αθήνα, 1997)

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ – ΝΕΩΤΕΡΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ 1881-1910 (Εκδ. ΔΟΜΗ – Αθήνα)

ΠΕΡΙΓΕΛΩΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ – Λ. Λούβη (Εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΟΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. – Αθήνα, 2002)

ΑΝΔΡΕΣ ΣΥΓΓΡΟΣ – Γ. Μπαζίλη (Εκδ. Δημιουργία – Αθήνα, 1996)

ΑΘΗΝΑ, Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την ιστορία και τη λογοτεχνία – Θ.Γιοχάλα/Τ.Καφετζάκη (Εκδ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ Ι.Δ.ΚΟΛΛΑΡΟΥ & ΣΙΑΣ Α.Ε. – Αθήνα, 2021)

«ΕΘΝΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ – Τα πλούτη του έθνους», Εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – ΙΟΣ, 1997

ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ» – ψηφιακό αρχείο

Ε.Λ.Ι.Α. – Επιστολές Συγγρού προς Σκουλούδη και Καράβα

Γεννάδειος Βιβλιοθήκη

Εθνική Πινακοθήκη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

20 Μαρτίου 2023