Από τη Γενεύη στην αρχαία Ερέτρια

Τα χέρια του έχουν σκάψει χώμα ελληνικό. Η αγάπη για την κλασική αρχαιότητα εξελίχθηκε σε σχέση ζωής με την χώρα

6 Φεβρουαρίου 2024

του/της Θεοφανία Μίγκου

Η σιδερένια καγκελόπορτα του αρχοντικού άνοιξε αυτόματα για να μπει το αυτοκίνητο στο λευκό στρώμα από χαλίκι.

Πρόλαβα να ρίξω μια κλεφτή ματιά στον καταπληκτικό κήπο, περιποιημένο με ελβετική τελειομανία, μια και ο Πιερ Ντικρέ στεκόταν ήδη στο κατώφλι του Ιδρύματος Hardt για να μας υποδεχθεί με ένα πλατύ χαμόγελο. Ευθυτενής, παρά τα 86 του χρόνια, θεωρείται ο κορυφαίος αρχαιολόγος στη χώρα του με εκτεταμένο επιστημονικό και διδακτικό έργο.

Aλλωστε πέρασε πολλά χρόνια στην πατρίδα μας ως μέλος αρχικά της Γαλλικής Aρχαιολογικής Σχολής και ύστερα επικεφαλής της Ελβετικής – τα χέρια του έχουν σκάψει το χώμα μας. Πρόκειται για μια ψυχική σύνδεση τόσο ισχυρή που δύσκολα συγκρίνεται με κάτι άλλο, όπως μας δηλώνει από την αρχή και ο ίδιος. Από τo 2005 είναι επικεφαλής του ιδρύματος που δημιούργησε ο Γερμανός βαρώνος Φον Χαρντ το 1950 στη Γενεύη για να αποτελέσει στέγη της μελέτης της κλασικής αρχαιότητας. Με τον πρόξενο της Ελλάδος, Αλέξανδρο Γεννηματά, που είχε την καλοσύνη να μου κανονίσει τη συνέντευξη, ο Ντικρέ μας οδήγησε μέσα από σάλες με δρύινα πατώματα που έτριζαν, εισπνεύσαμε τη νοσταλγική μυρωδιά των παλαιών βιβλίων και βολευτήκαμε σε ένα δωμάτιο με τζάκι και θέα τα δένδρα που περικύκλωναν το οικοδόμημα.

«Τσάι, καφέ; Γλυκό;», μας ρώτησε ο καθηγητής σε άπταιστα ελληνικά καθώς μας ξεναγούσε στις βιβλιοθήκες. «Η γνωριμία μου με την Ελλάδα έγινε όταν ήμουν 12 ετών και επέλεξα να μάθω αρχαία στο σχολείο. Μετά το ένα έφερε το άλλο και κατέληξα να κάνω κλασικές σπουδές. Το 1955 πραγματοποιήσαμε το πρώτο ταξίδι με τους γονείς μου στην Ελλάδα. Είδα τους Δελφούς, την Κόρινθο και τις Μυκήνες. Επισκέφθηκα και την Ακρόπολη με πανσέληνο, έλαμπε τόσο το φεγγάρι που περπατήσαμε με άνεση στον Iερό Bράχο μόνοι μας. Τότε βέβαια δεν υπήρχε ούτε περίφραξη ούτε φύλακας. Αλλες εποχές…».

Αναρωτήθηκα αν αυτή ήταν η στιγμή που τον έκανε η Ελλάδα να την ερωτευθεί, όπως ερωτεύεσαι έναν άνθρωπο και θυμάσαι ακριβώς το πρώτο καρδιοχτύπι. «Οχι. Δεν ήταν μόνον ο Παρθενώνας αλλά και η Δήλος, η Κνωσός, όλα όσα είδα. Ο,τι είχα διαβάσει στα βιβλία τα αντίκρισα ζωντανά μπροστά μου. Ηταν μια μαγική εικόνα. Ομως η αγάπη μου προς την κλασική αρχαιότητα ήρθε τόσο φυσιολογικά, σαν να μην υπήρχε ποτέ περίπτωση να ασχοληθώ με κάτι άλλο στη ζωή μου. Και φυσικά δεν ασχολήθηκα».

Πέρα από το παρελθόν της χώρας σας, ανακά- λυψα και αγάπησα τους σύγχρονους Ελληνες.

«Ωστόσο χρειάστηκε να περιμένω έως το 1967, Γενάρη μήνα, που βρέθηκα πια εργαζόμενος στην Αθήνα ως ξένο μέλος της Γαλλικής Σχολής», συμπληρώνει. «Μια από τις πρώτες μου εμπειρίες ήταν η χούντα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την 21η Απριλίου όταν προσπάθησα να πάω από το Ψυχικό, όπου έμενα, στο γραφείο στο κέντρο της Αθήνας. Περνώντας τους Αμπελοκήπους έπεσα πάνω στα τανκς! Παντού στρατός. Τρομερή σκηνή για έναν Ελβετό. Εκείνα τα πρώτα χρόνια δούλεψα στην Κρήτη και στους Φιλίππους, όμως πέρα από το παρελθόν της χώρας σας, ανακάλυψα και αγάπησα τους σύγχρονους Ελληνες».

Σε αντίθεση με κάποιους άλλους ξένους αρχαιολόγους που βλέπουν μόνο αρχαία μπροστά τους, ο Ντικρέ μοιάζει να ταυτίστηκε με τους ανθρώπους που γνώρισε, έκανε φιλίες και συνεργάστηκε. «Σήμερα έχουν περάσει 57 ολόκληρα χρόνια, η πατρίδα σας είναι ένα τεράστιο κομμάτι της ζωής μου με εξαιρετικές αναμνήσεις. Δεν ήταν όλα ακύμαντα. Θυμάμαι το 1981 όταν με την έλευση του ΠΑΣΟΚ έλεγαν ότι θα κλείσουν τις ξένες αρχαιολογικές σχολές. Είχε έρθει στην Ερέτρια ένας συνεργάτης του υπουργείου Πολιτισμού και μου είπε: “Δεν θεωρείτε άδικο να σκάβετε εσείς που είσαστε ξένοι στο δικό μας έδαφος;”. “Εχετε δίκιο, αλλά ίσως να είναι καλό να μείνουμε να σας βοηθήσουμε. Αν δεν θέλετε, μπορούμε να φύγουμε”, του απάντησα. Δύσκολα χρόνια τότε. Οι Ελβετοί αρχαιολόγοι άρχισαν να ανασκάπτουν τα σπαράγματα της αρχαίας Ερέτριας στην Εύβοια. Πάντα λέγαμε ότι θέλουμε να εργαστούμε για την Ελλάδα, για την ακτινοβολία της Ιστορίας και του πολιτισμού της. Μέσα σε 60 χρόνια, εκατοντάδες Ελβετοί αρχαιολόγοι έχουν περάσει από την Ερέτρια και έχουν αγαπήσει βαθιά την Ελλάδα, είναι αυτό που εγώ αποκαλώ “νέος φιλελληνισμός”».

Από τη Γενεύη στην αρχαία Ερέτρια-1
«Μέσα σε 60 χρόνια, εκατοντάδες Ελβετοί αρχαιολόγοι έχουν περάσει από την Ερέτρια και έχουν αγαπήσει βαθιά την Ελλάδα· είναι αυτό που εγώ αποκαλώ “νέος φιλελληνισμός”» λέει ο Πιερ Ντικρέ, στο γραφείο του, στο Ιδρυμα Hardt στη Γενεύη. 

Ο Ντικρέ με «εξώθησε» και δεν μπόρεσα να μην τον ρωτήσω ποια είναι η στάση του στο θέμα της επιστροφής των Γλυπτών: «Φυσικά και πρέπει να επιστρέψουν, το Μουσείο της Ακρόπολης είναι υπέροχο. Θα συμπληρώσω πως το έχει κτίσει και ένας Ελβετός, ο Μπερνάρ Τσούμι, με πρώτο μέλημα να συνδέσει, οπτικά τουλάχιστον, τον ναό με τα Γλυπτά. Ομως πρέπει ίσως να αναρωτηθούμε γιατί οι Ελληνες ζητούν μόνο από τους Αγγλους τον λογαριασμό στο θέμα της επιστροφής. Μπορούμε να σκεφθούμε και άλλους ελληνικούς θησαυρούς σε διάφορα ξένα μουσεία».

Ακουγα με προσοχή τον Ντικρέ και διέκρινα αυτή την ικανότητα που έχουν οι Ελβετοί να μπορούν να αποστασιοποιούνται χάριν της ουδετερότητάς τους από την υπόλοιπη Ευρώπη και να βλέπουν τα πράγματα από άλλη σκοπιά. Βέβαια η ελληνική πλευρά στην παρούσα φάση έχει δώσει τη μεγαλύτερη βαρύτητα στην επανένωση των Γλυπτών με τον Παρθενώνα για να ξαναδημιουργηθεί ένα ακέραιο σύνολο στον Ιερό Βράχο.

Η ανασκαφή

Ο κ. Ντικρέ αισθάνεται μεγάλη υπερηφάνεια για το έργο της Ελβετικής Αρχαιολογικής Σχολής στην πατρίδα μας. Η Ερέτρια ήταν άλλωστε μια από τις πόλεις που συνέβαλαν στο μεγαλείο της αρχαίας Ελλάδας με καταλυτικό ρόλο στη διάδοση του αλφαβήτου αλλά και στη σύνδεση με τον κόσμο της Μεσογείου τον 8ο αιώνα π.Χ. «Οταν σκάβει κανείς σε τέτοιες πόλεις δεν μπορεί παρά να αισθάνεται συγκίνηση και ενθουσιασμό με κάθε εύρημα. Αλλωστε νομίζω πως αυτή είναι η ανταμοιβή του αρχαιολόγου, να μπορεί να κατανοεί με μικρά θραύσματα ολόκληρη την πορεία του ανθρώπου. Η Ερέτρια ήταν ένα μεγάλο σχολείο για εμάς που περάσαμε από εκεί αλλά και για τις νέες γενιές των συναδέλφων συμπατριωτών μου που έχουν το προνόμιο να εργάζονται εκεί. Το 2024 κλείνουμε 60 χρόνια παρουσίας».

Με κάποιον τρόπο οι Ελληνες είναι πιο ανοιχτοί στη ζωή

Οση ώρα μιλούσαμε έβλεπα τους πίνακες, τα γλυπτά, τα παλιά έπιπλα, που έκαναν το σαλόνι του ιδρύματος με τον γαλήνιο κήπο ένα μοναδικό μέρος για να μελετήσει κανείς την αρχαιότητα. Κυριαρχούσε μια αφάνταστη ηρεμία, άκουγες έως και τα τιτιβίσματα των πουλιών. Τι κρίμα που στην Ελλάδα δεν έχουμε κάτι αντίστοιχο. Ενα μέρος, δηλαδή, που να σε κάνει να πιστεύεις αν είσαι φοιτητής ή μελετητής, ότι ασχολείσαι με κάτι εξαιρετικά σπουδαίο διότι το ίδιο το περιβάλλον όπου εργάζεσαι επιβάλλει αυτή την αίσθηση.

Προτού φύγω ρώτησα τον Ντικρέ τι του έχει μείνει από αυτά τα 57 χρόνια επαφής με την πατρίδα μας: «Κάποιες φιλίες που κάναμε με ανθρώπους όπως η Βάνα Χατζημιχάλη. Το 1970 που ήταν φυλακισμένος ο Παναγούλης, η Φλέμινγκ με τον άνδρα της Βάνας, τον Νίκο, προσπαθούσαν να οργανώσουν την απόδρασή του. Οι χουντικοί τους πήραν χαμπάρι και συνέλαβαν τη Φλέμινγκ, αλλά ο Νίκος διέφυγε. Ολο αυτό το ζήσαμε από κοντά με τη γυναίκα μου, μάλιστα για ένα μικρό χρονικό διάστημα κρατήσαμε εμείς το παιδί τους, τον Νικήτα, που ήταν 10 ετών, επειδή η κατάσταση ήταν δύσκολη. Φαίνεται πάντως ότι η αγάπη για την Ελλάδα είναι κληρονομική. Η κόρη μου έχει κάνει παιδί με έναν Ελληνα, έχω μια εγγονή μισή Ελληνίδα. Μου αρέσει πολύ η Ορθοδοξία, έχω πάει στο Αγιον Ορος. Σε σχέση με τη δική μας θρησκεία, την καλβινιστική ή τον καθολικισμό, δεν φορτώνει τους ανθρώπους με τόσο βάρος του προπατορικού αμαρτήματος. Νομίζω ότι οι Ελληνες είναι πιο ελεύθεροι, με κάποιον τρόπο είναι πιο ανοιχτοί στη ζωή, τη χαίρονται περισσότερο.

Από την άλλη, η ελευθερία αυτή ίσως δεν έχει καλά αποτελέσματα όταν συνδυάζεται και με την έλλειψη εφαρμογής των νόμων. Αν υπάρχει μια πινακίδα που να λέει π.χ. «Απαγορεύεται η στάθμευση», θα είναι αόρατη για τους Ελληνες οδηγούς που θα παρκάρουν ακριβώς από κάτω. Και βέβαια δεν θα εμφανιστεί ουδείς αστυνομικός να τους κόψει κλήση… Εδώ στην Ελβετία έχουμε το αντίθετο φαινόμενο. Παρκάρεις παράνομα και μπορεί οι ίδιοι οι πολίτες να έρθουν να σε επιπλήξουν. Ολοι οι Ελβετοί είναι λίγο αστυνομικοί. Ούτε αυτό είναι ωραίο. Μπορεί η τελειότητα να βρίσκεται κάπου στη μέση κι εγώ στη ζωή μου να έχω βρεθεί στα δύο άκρα. Ακόμη κι έτσι, όμως, θεωρώ τον εαυτό μου πολύ τυχερό που έζησα μέσα σ’ αυτή την αντίθεση».

Αποχαιρετήσαμε τον Ντικρέ με αναμνηστικές φωτογραφίες και τη βεβαιότητα πως όλοι αυτοί οι ξένοι αρχαιολόγοι που υπηρέτησαν στην Ελλάδα υπήρξαν οι καλύτεροι «πρεσβευτές» της Ιστορίας μας στη διεθνή κοινότητα.

Η συνάντηση

Το Ιδρυµα Hardt έχει τη δική του κουζίνα όπου ετοιμάζονται γεύματα για τους εργαζομένους, αλλά καθώς εμείς είχαμε ήδη φάει, ο κ. Ντικρέ μάς προσέφερε καφέ και βέβαια «ό,τι καλύτερο φτιάχνει η Ελβετία», δηλαδή κάτι λαχταριστά σοκολατάκια. Φυσικά συζητήσαμε και για τις διαφορετικές διατροφικές συνήθειες των δύο λαών. Οι Ελληνες θα βγουν για φαγητό δέκα το βράδυ, ενώ οι Ελβετοί, σκεπτόμενοι πάντα την αυριανή πρωινή εργασία, μπορεί να φάνε 2-3 φρούτα και να πέσουν για ύπνο…

Από τη Γενεύη στην αρχαία Ερέτρια-2

 

 

Πηγή: Καθημερινή

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

21 Φεβρουαρίου 2024