Σε προηγούμενο κείμενο αφιέρωμα για την αντάρτισσα εβραιοπούλα Σαρίκα Φόρτη του stereanews, αναφέρθηκε ότι έχει φύγει από αυτόν τον κόσμο πρόσφατα. Δυστυχώς αν και είχαμε προσπαθήσει να επικοινωνήσουμε μαζί της στο Ισραήλ, όπου και ζει, στα 91 της περίπου χρόνια, δεν κατέστη δυνατό. Στην εκτενή έρευνά μας ανακαλύψαμε μία είδηση θανάτου, με τα ίδια στοιχεία.
Το stereanews δημοσίευσε το αφιέρωμα, στο οποίο γινόταν αναφορά στην “απώλειά” της. Τελικά αν και στην πλειονότητά του γνώριζε στοιχεία για την προσφορά της στην Ισραηλιτική Κοινότητα Χαλκίδας κατά τον απελευθερωτικό αγώνα, είχε στα χέρια του έναν λανθασμένο, όπως αποδείχτηκε, τίτλο θανάτου.
Με το σημερινό κείμενο- συνέντευξη με την επιζήσασα και θρυλική αυτή μορφή εκείνης της εποχής, Καπετάνισσα Σαρίκα, με την οποία έγινε εφικτή, μετά από πολλές προσπάθειες τηλεφωνική επικοινωνία, μας χάρισε τις αναμνήσεις της από αυτήν την εποχή.
Πριν σας αφήσουμε να διαβάσετε όσα μας είπε, θέλουμε να τονίσουμε ότι έχουμε κατ’ επανάληψη προβάλλει και στηρίξει την Ισραηλιτική Κοινότητα Χαλκίδας σε προγενέστερο χρόνο, μιας και πιστεύουμε ότι αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας στα τόσα χρόνια παρουσίας τους. Και να υπογραμμίσουμε πως είμαστε οι μοναδικοί που το έχουμε κάνει τόσο έντονα. Κάτι που δεν το βλέπουμε από πολλούς ομοθρήσκους της.
Ας αφήσουμε, όμως τους αναγνώστες, να αρδεύσουν ιστορικές πληροφορίες από τα λόγια μίας γυναίκας που πολέμησε για την Ελλάδα.
Μια κυρία δυνατή και πρόσχαρη. Μας προσκάλεσε να πάμε στο Ισραήλ για καφέ και να τα πούμε από κοντά! Ένας άνθρωπος ιστορία, που παρά τις δυσκολίες που πέρασε στη ζωή της δεν έπαψε να χαμογελά και να ελπίζει. Όσο για τη συνωνυμία στην οποία πέσαμε θύματα, ανέφερε: “Σκοπεύω να ζήσω χρόνια ακόμα, ό,τι θέλετε να με ρωτήσετε ακόμα θα είμαι στη διάθεση σας, όποτε θελήσετε. Γιατί τα έζησα και υπάρχουν ακόμα στη μνήμη μου”. Μάλιστα μας είπε πως και στο Ισραήλ έγινε η ίδια ακριβώς παρανόηση, λόγω αυτής της συνωνυμίας.
Συνέντευξη:
Παρακολουθείτε τι γίνεται στην Ελλάδα;
Ενημερώνομαι από εφημερίδες που μου στέλνουν και ακούω ελληνικό ραδιόφωνο.
Τι έχετε να πείτε για εμάς, τη νέα γενιά, που δεν αντιδρούμε;
Έχω φύγει χρόνια από την Ελλάδα και δεν μπορώ να τα ζήσω για να σας πω. Από όταν με έδιωξαν από τη Ελλάδα και ήρθα στο Ισραήλ μαθαίνω νέα, αλλά δεν μπορώ να γνωρίζω ακριβώς πως είναι.
Πως αποφασίσατε να μπείτε στο αντάρτικο;
Όταν ήμουν στο σχολείο υπήρχαν ομάδες αριστεροί και δεξιοί. Εκεί μας έμαθαν πως να δένουμε τραύματα. Σαν εβραιοπούλα που ήμουν στην αρχή ήμουν νοσοκόμα. Μετά πήρα τη μητέρα μου και πήγαμε στα Κούτουρλα. Εκεί δεν έλεγα ότι είμαι Εβραία. Είμαι χριστιανή, έλεγα και δεν έχω να ζήσω τη μητέρα μου. Εκεί έπρεπε να βρω ρούχα, να κρυφτώ. Ήταν δύσκολα, ήταν αγώνας μεγάλος στη αρχή. Γύριζα από χωριό σε χωρίο και έπαθα σταφυλοκοκκίαση. Δεν είχα να βρω αλοιφή. Μου έστειλε από την Αθήνα ο Καπετάν Ορέστης.
Πως ήταν οι σχέσεις σας με τους άντρες αντάρτες;
Ήμουν η μόνη αντάρτισσα Εβραία που ήμουν με τους άντρες νύχτα μέρα. Το μόνο που είχα ζητήσει είναι ένα άλογο. Να μου δώσετε ένα άλογο, είπα. Όταν έμπαινα σε χωριά δεν ήμουν Εβραία. Έμπαινα στις εκκλησίες κανονικά. Ευτυχώς είχα μάθει από το σχολείο πως να κάνω το σταυρό μου και ποια είναι η θρησκεία. Όλοι με ήξεραν σαν τη Σαρίκα την αντάρτισσα. Έγινα αντάρτισσα για να ζήσω. Όσοι έφευγαν για τη Γερμανία δεν γύριζαν πίσω. Ακόμα και μετά με κυνηγούσαν. Οι αντάρτες με ήθελαν πίσω και οι βασιλικοί με κυνηγούσαν. Έπρεπε να φύγω. Ο φρούραρχος της Χαλκίδας μου είπε να πάρω το τρένο να πάω Αθήνα. Έχεις κανέναν να πας; με ρώτησε. Και έφυγα, πήγα στα Πατήσια. Για να περάσω απέναντι από τη γέφυρα πήρα καράβι. Τόσο με κυνηγούσαν. Στην Αθήνα αποφάσισα να τελειώσω το σχολείο. Ακόμα και εκεί με βρήκαν. Είσαι αντάρτισσα μου είπαν. Πέρασα πολλά για να καταφέρω να έρθω στο Ισραήλ. Μία φορά με έψαχναν οι φασίστες. Πήγαν σπίτι και εγώ κρυβόμουν σε ένα δέντρο απέναντι. Η μητέρα μου τους απάντησε: ξέρω που είναι, μα δεν σας λέω. Της έσπασαν τα δόντια. Εγώ τους έβλεπα μα δεν βγήκα… σκεφτείτε πόσο δύσκολο ήταν. Δεν ξεχνά ο άνθρωπος.
Διαβάσαμε πως ψάχνοντας εσάς, σκότωσαν την ξαδέρφη σας που ήταν δασκάλα.
Ναι, η Μέντη είχε πεθάνει. Ο θείος μου από το ξύλο που είχε φάει δεν ήταν εντάξει. Γύριζε και έλεγε με σκότωσαν ζωντανό. Όταν γύρισαν στο Ισραήλ νοσηλεύτηκε σε ψυχιατρική κλινική. Έλεγε πράγματα που εμείς τα καταλαβαίναμε, αλλά οι άλλοι δεν μπορούν να καταλάβουν τι πέρασε. Εγώ πήγα στο σπίτι της Μέντης και τη βρήκα πεθαμένη. Ήμουν ντυμένη χωριατοπούλα, όχι αντάρτισσα. Είδα δύο ανθρώπους σχεδόν πεθαμένους και τη Μέντη νεκρή. Είδα αυτόν που τη σκότωσε στην εκκλησία μία μέρα. Τον αναγνώρισα. Του είπα θέλω να σου πω που κρύβονται οι αντάρτες μα δεν μπορώ εδώ, είναι ο παπάς, είναι ο κόσμος. Περίμενε με εκεί και έρχομαι να σου πω. Δεν θέλω να γυρίζω να θυμάμαι κάποια πράγματα. Ήμουν μικρή και ενστικτωδώς κάποιες φορές ο άνθρωπος κάνει πράγματα που δεν σκέφτεται. Ποτέ δεν μεταχειρίζομαι εύκολα τις λέξεις σκότωμα, όπλο…
Τα παιδιά σας πως νιώθουν που έχετε μια τέτοια ιστορία πίσω σας;
Τα παιδιά μου είναι περήφανα. Τα δισέγγονά μου που είναι σε ηλικία που καταλαβαίνουν πια με ρωτάνε να τους πω τις ιστορίες. Μα πάντα μεταχειρίζομαι τις “εύκολες” λέξεις γι’ αυτά τα πράγματα. Ήταν ένας πόλεμος. Έγινα αντάρτισσα γιατί δεν ήθελα να πάω στη Γερμανία.
