Άντον Τσέχοφ “Κάθε ώρα είναι πολύτιμη” – ένα εμπνευσμένο κείμενο για την αξία του να είσαι άνθρωπος

Το Μάρτιο του 1886, ο πασίγνωστος τότε Ρώσος συγγραφέας και φυσικός Άντον Τσέχοφ, έγραψε αυτή τη συναρπαστική και ειλικρινή συμβουλευτική επιστολή στον μεγαλύτερο αδελφό του Νικολάι, ο οποίος αν και ήταν ήδη στα 28 του γνωστός και ταλαντούχος ζωγράφος

Το Μάρτιο του 1886, ο πασίγνωστος τότε Ρώσος συγγραφέας και φυσικός Άντον Τσέχοφ, έγραψε αυτή τη συναρπαστική και ειλικρινή συμβουλευτική επιστολή στον μεγαλύτερο αδελφό του Νικολάι, ο οποίος αν και ήταν ήδη στα 28 του γνωστός και ταλαντούχος ζωγράφος και συγγραφέας, είχε για πολλά έτη πληγεί από τον αλκοολισμό. Τόσο είχε προχωρήσει ο εθισμός του στο αλκοόλ, που πολλές νύχτες κατέληγε να κοιμάται στους δρόμους, ενώ οι ημέρες του προχωρούσαν με μιαν αίσθηση θολού τοπίου.

Η επιστολή αυτή, συμπεριλαμβάνει τις οκτώ αρετές των καλλιεργημένων ανθρώπων, και συνιστούσε την ύστατη προσπάθεια του Τσέχοφ να επαναφέρει τον αδελφό που έβλεπε ότι σταδιακά έχανε, στην πραγματικότητα και στις αξίες της ζωής.

Δυστυχώς, οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, αφού ο αδελφός του απεβίωσε τρία χρόνια μετά, σε ηλικία μόλις 31 ετών.

Ωστόσο, είναι ένα πραγματικά εμπνευσμένο κείμενο, το οποίο αξίζει την προσοχή μας αφού βρίθει αγάπης και αξιών οι οποίες τείνουν στις μέρες μας να ξεχαστούν.

“Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, πρέπει κατά τη γνώμη μου, να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Σέβονται την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ως εκ τούτου είναι πάντα ευγενείς, ήρεμοι και πρόθυμοι να προσφέρουν στους άλλους.

Δεν προκαλούν διαπληκτισμούς για ένα σφυρί ή για λίγο χαμένο καουτσούκ· αν ζουν μαζί με κάποιον δεν το θεωρούν παραχώρηση, και φεύγοντας δεν λένε «κανείς δε μπορεί να ζήσει μαζί σου».

Συγχωρούν το θόρυβο, το κρύο, το παραμαγειρεμένο κρέας και τις ευφυολογίες και την παρουσία ξένων στα σπίτια τους.

Συμπονούν, και όχι μόνο τους επαίτες και τις γάτες. Οι καρδιές τους πονούν γι’ αυτά που τα δε φαίνονται με γυμνό μάτι. Σέβονται την ιδιοκτησία των άλλων, γι’ αυτό και πληρώνουν τα χρέη τους.

Είναι ειλικρινείς και τρέμουν το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν ψεύδονται ούτε για πραγματικά ασήμαντα θέματα. Το ψέμα προσβάλλει τον ακροατή και τον ταπεινώνει μπροστά στα μάτια του ομιλούντος. Δεν κρατούν «πόζα», φέρονται δημόσια όπως στα σπίτια τους, δεν καυχιούνται μπροστά στους ταπεινούς συντρόφους τους. Δεν παραδίδονται στη φλυαρία και στο να επιβάλλουν στους άλλους τα ανεπιθύμητα μυστικά τους. Από σεβασμό προς τα αυτιά των άλλων ανθρώπων, συχνότερα σιωπούν παρά μιλούν.

Δεν υποτιμούν τους εαυτούς τους επιζητώντας τη λύπηση. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια. Δεν λένε “εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει”, ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Αν κάνουν πράγματα άξια μιας δεκάρας δεν τριγυρνούν με αλαζονεία σαν να έχουν κάνει κάτι άξιο για εκατό ρούβλια, και δεν επιδεικνύονται όταν τους δέχονται κάπου όπου άλλοι έχουν απορριφθεί. Οι αληθινά ταλαντούχοι πάντα κρατούν την ταπεινότητά τους μέσα στο πλήθος και μένουν όσο μπορούν πιο μακριά από την προβολή.

Αν έχουν ένα ταλέντο, το αντιμετωπίζουν με σεβασμό. Θυσιάζουν σε αυτό την ανάπαυση, τις γυναίκες, το κρασί, τη ματαιοδοξία. Είναι περήφανοι για το ταλέντο τους. Πέρα απ’ αυτά, είναι σχολαστικοί.

Καλλιεργούν στους εαυτούς τους την αγάπη για την καλαισθησία. Δε μπορούν να πλαγιάσουν με τα ρούχα τους, να βλέπουν στους τοίχους ρωγμές γεμάτες έντομα, να αναπνέουν ακάθαρτο αέρα, να περπατούν πάνω σε πάτωμα που κάποιος έχει φτύσει, να μαγειρεύουν το φαγητό τους πάνω από μια σόμπα πετρελαίου.

Επιζητούν όσο το δυνατόν περισσότερο να χαλιναγωγήσουν και να εξευγενίσουν τα σεξουαλικά ένστικτα.  Δεν καταπίνουν τη βότκα όλη μέρα κι όλη νύχτα, ούτε ψάχνουν λαίμαργα στα ντουλάπια γιατί δεν είναι γουρούνια και το γνωρίζουν. Πίνουν μόνο όταν είναι ελεύθεροι και οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Γιατί θέλουν mens sana in corpora sano (νους υγιής εν σώματι υγιεί). Και ούτω καθεξής.

Έτσι είναι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι. Για να είναι κανείς καλλιεργημένος και όχι κατώτερος του περίγυρού του, δεν αρκεί μόνο να έχει διαβάσει «Τα χαρτιά του Πίκγουικ» και να μάθει ένα μονόλογο του «Φάουστ». Αυτό που χρειάζεται είναι συνεχής δουλειά, νυχθημερόν, συνεχές διάβασμα, λεπτομερής μελέτη, άσκηση της θέλησης. Κάθε ώρα είναι πολύτιμη.

Πρέπει να αφήσεις πίσω σου τον παλιό τρόπο ζωής σου και να κάνεις ένα καθαρό νέο ξεκίνημα. Έλα σπίτι. Κάνε θρύψαλα το μπουκάλι με τη βότκα, έλα κάτσε στον καναπέ και άρπαξε ένα βιβλίο. Θα μπορούσες να δοκιμάσεις ακόμα και Τουργκένιεφ, αν θέλεις. Δεν τον έχεις διαβάσει ποτέ.

Πρέπει να εγκαταλείψεις τη ματαιοδοξία σου, δεν είσαι παιδί. Σύντομα θα είσαι τριάντα. Ήρθε η ώρα! Σε περιμένω. Όλοι σε περιμένουμε.”

Το Μάρτιο του 1886, ο πασίγνωστος τότε Ρώσος συγγραφέας και φυσικός Άντον Τσέχοφ, έγραψε αυτή τη συναρπαστική και ειλικρινή συμβουλευτική επιστολή στον μεγαλύτερο αδελφό του Νικολάι, ο οποίος αν και ήταν ήδη στα 28 του γνωστός και ταλαντούχος ζωγράφος και συγγραφέας, είχε για πολλά έτη πληγεί από τον αλκοολισμό. Τόσο είχε προχωρήσει ο εθισμός του στο αλκοόλ, που πολλές νύχτες κατέληγε να κοιμάται στους δρόμους, ενώ οι ημέρες του προχωρούσαν με μιαν αίσθηση θολού τοπίου.

Η επιστολή αυτή, συμπεριλαμβάνει τις οκτώ αρετές των καλλιεργημένων ανθρώπων, και συνιστούσε την ύστατη προσπάθεια του Τσέχοφ να επαναφέρει τον αδελφό που έβλεπε ότι σταδιακά έχανε, στην πραγματικότητα και στις αξίες της ζωής.

Δυστυχώς, οι προσπάθειές του απέβησαν άκαρπες, αφού ο αδελφός του απεβίωσε τρία χρόνια μετά, σε ηλικία μόλις 31 ετών.

Ωστόσο, είναι ένα πραγματικά εμπνευσμένο κείμενο, το οποίο αξίζει την προσοχή μας αφού βρίθει αγάπης και αξιών οι οποίες τείνουν στις μέρες μας να ξεχαστούν.

“Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι, πρέπει κατά τη γνώμη μου, να πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Σέβονται την ανθρώπινη προσωπικότητα, και ως εκ τούτου είναι πάντα ευγενείς, ήρεμοι και πρόθυμοι να προσφέρουν στους άλλους.

Δεν προκαλούν διαπληκτισμούς για ένα σφυρί ή για λίγο χαμένο καουτσούκ· αν ζουν μαζί με κάποιον δεν το θεωρούν παραχώρηση, και φεύγοντας δεν λένε «κανείς δε μπορεί να ζήσει μαζί σου».

Συγχωρούν το θόρυβο, το κρύο, το παραμαγειρεμένο κρέας και τις ευφυολογίες και την παρουσία ξένων στα σπίτια τους.

Συμπονούν, και όχι μόνο τους επαίτες και τις γάτες. Οι καρδιές τους πονούν γι’ αυτά που τα δε φαίνονται με γυμνό μάτι. Σέβονται την ιδιοκτησία των άλλων, γι’ αυτό και πληρώνουν τα χρέη τους.

Είναι ειλικρινείς και τρέμουν το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν ψεύδονται ούτε για πραγματικά ασήμαντα θέματα. Το ψέμα προσβάλλει τον ακροατή και τον ταπεινώνει μπροστά στα μάτια του ομιλούντος. Δεν κρατούν «πόζα», φέρονται δημόσια όπως στα σπίτια τους, δεν καυχιούνται μπροστά στους ταπεινούς συντρόφους τους. Δεν παραδίδονται στη φλυαρία και στο να επιβάλλουν στους άλλους τα ανεπιθύμητα μυστικά τους. Από σεβασμό προς τα αυτιά των άλλων ανθρώπων, συχνότερα σιωπούν παρά μιλούν.

Δεν υποτιμούν τους εαυτούς τους επιζητώντας τη λύπηση. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια. Δεν λένε “εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει”, ούτε “πουλήθηκα για πέντε δεκάρες”, γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.

Αν κάνουν πράγματα άξια μιας δεκάρας δεν τριγυρνούν με αλαζονεία σαν να έχουν κάνει κάτι άξιο για εκατό ρούβλια, και δεν επιδεικνύονται όταν τους δέχονται κάπου όπου άλλοι έχουν απορριφθεί. Οι αληθινά ταλαντούχοι πάντα κρατούν την ταπεινότητά τους μέσα στο πλήθος και μένουν όσο μπορούν πιο μακριά από την προβολή.

Αν έχουν ένα ταλέντο, το αντιμετωπίζουν με σεβασμό. Θυσιάζουν σε αυτό την ανάπαυση, τις γυναίκες, το κρασί, τη ματαιοδοξία. Είναι περήφανοι για το ταλέντο τους. Πέρα απ’ αυτά, είναι σχολαστικοί.

Καλλιεργούν στους εαυτούς τους την αγάπη για την καλαισθησία. Δε μπορούν να πλαγιάσουν με τα ρούχα τους, να βλέπουν στους τοίχους ρωγμές γεμάτες έντομα, να αναπνέουν ακάθαρτο αέρα, να περπατούν πάνω σε πάτωμα που κάποιος έχει φτύσει, να μαγειρεύουν το φαγητό τους πάνω από μια σόμπα πετρελαίου.

Επιζητούν όσο το δυνατόν περισσότερο να χαλιναγωγήσουν και να εξευγενίσουν τα σεξουαλικά ένστικτα.  Δεν καταπίνουν τη βότκα όλη μέρα κι όλη νύχτα, ούτε ψάχνουν λαίμαργα στα ντουλάπια γιατί δεν είναι γουρούνια και το γνωρίζουν. Πίνουν μόνο όταν είναι ελεύθεροι και οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Γιατί θέλουν mens sana in corpora sano (νους υγιής εν σώματι υγιεί). Και ούτω καθεξής.

Έτσι είναι οι καλλιεργημένοι άνθρωποι. Για να είναι κανείς καλλιεργημένος και όχι κατώτερος του περίγυρού του, δεν αρκεί μόνο να έχει διαβάσει «Τα χαρτιά του Πίκγουικ» και να μάθει ένα μονόλογο του «Φάουστ». Αυτό που χρειάζεται είναι συνεχής δουλειά, νυχθημερόν, συνεχές διάβασμα, λεπτομερής μελέτη, άσκηση της θέλησης. Κάθε ώρα είναι πολύτιμη.

Πρέπει να αφήσεις πίσω σου τον παλιό τρόπο ζωής σου και να κάνεις ένα καθαρό νέο ξεκίνημα. Έλα σπίτι. Κάνε θρύψαλα το μπουκάλι με τη βότκα, έλα κάτσε στον καναπέ και άρπαξε ένα βιβλίο. Θα μπορούσες να δοκιμάσεις ακόμα και Τουργκένιεφ, αν θέλεις. Δεν τον έχεις διαβάσει ποτέ.

Πρέπει να εγκαταλείψεις τη ματαιοδοξία σου, δεν είσαι παιδί. Σύντομα θα είσαι τριάντα. Ήρθε η ώρα! Σε περιμένω. Όλοι σε περιμένουμε.”

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *