Πρόσωπο της ημέρας: Άγγελος Σικελιανός – ο ποιητής που κατέβασε τις αιώνιες ιδέες στη γη

Γεννιέται στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα. Είναι το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Ιωάννη Σικελιανού, καθηγητή ιταλικής και γαλλικής γλώσσας στο τοπικό γυμνάσιο και της Χαρίκλειας Σικελιανού, καλλιεργημένης και αρχοντικής γυναίκας. Το 1900 έρχεται στην Αθήνα όπου γράφεται στη Νομική Σχολή, την οποία και εγκαταλείπει πολύ νωρίς για να αφιερωθεί ολόψυχα στην ποιητική […]

15 Μαρτίου 2019

του/της Newsroom

Γεννιέται στις 15 Μαρτίου 1884 στη Λευκάδα. Είναι το τελευταίο από τα πέντε παιδιά του Ιωάννη Σικελιανού, καθηγητή ιταλικής και γαλλικής γλώσσας στο τοπικό γυμνάσιο και της Χαρίκλειας Σικελιανού, καλλιεργημένης και αρχοντικής γυναίκας.

Το 1900 έρχεται στην Αθήνα όπου γράφεται στη Νομική Σχολή, την οποία και εγκαταλείπει πολύ νωρίς για να αφιερωθεί ολόψυχα στην ποιητική δημιουργία, ύστερα από ένα μικρό πέρασμα στο θεατρικό σανίδι ως ηθοποιός, στη Νέα Σκηνή του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου. Τον Αύγουστο του 1906 γνωρίζει την εύπορη και κατά 10 έτη μεγαλύτερή του Εύα Πάλμερ (1874-1952), την οποία και νυμφεύεται τον επόμενο χρόνο.

Το 1907 ταξιδεύει στην Αίγυπτο, όπου εργαζόταν ο μεγαλύτερος του αδελφός και σε μία εκδρομή του στη Λιβυκή Έρημο γράφει την ποιητική σύνθεση «Αλαφροϊσκιωτος», η κυκλοφορία του οποίου το 1909 θα αποτελέσει εκδοτικό γεγονός. Το πρώτο του αυτό έργο είναι ένας αληθινός ύμνος προς την ελληνική φύση, γραμμένος με θαυμαστή δύναμη και με αδρούς πρωτότυπους στίχους.

Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913), στους οποίους συμμετείχε, γράφει πατριωτικά ποιήματα, τα οποία δημοσιεύονται σε εφημερίδες, περιοδικά και στη ποιητική συλλογή «Στίχοι» (1921). Επίσης γράφει και δημοσιεύει από το 1915 έως το 1918 τον «Πρόλογο στη ζωή», αποσπάσματα από το «Πάσχα των Ελλήνων», το «Δελφικό Λόγο» και μελέτες. Έχοντας άφθονα οικονομικά μέσα βρίσκει τη ευκαιρία να μελετά διαρκώς, να γράφει απερίσπαστα και να ταξιδεύει.

Μαζί με την Αμερικανίδα σύζυγό του, ο Σικελιανός συλλαμβάνει το σχέδιο ν’ αναστήσει τη Δελφική Αμφικτιονία. Έτσι οργανώνουν το 1927 και μετά το 1930 με δικά τους έξοδα τις «Δελφικές Εορτές», με παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών, αγώνες και λαϊκές εκθέσεις, που τραβούν την προσοχή του κόσμου.

Η ποιητική έμπνευση του Σικελιανού αυτή την εποχή και αρκετά χρόνια αργότερα αντλεί τα θέματά της από τον αρχαίο ελληνικό κόσμο, τη μυθολογία και το μυστικισμό (ορφισμός κλπ.), καθώς και τη θρησκεία και ιστορία. Χαρακτηριστικές είναι οι τραγωδίες του: «Διθύραμβος του Ρόδου» (1933) και «Ο Δαίδαλος στην Κρήτη», καθώς και πολλά ποιήματα.

Ιδιαίτερη αξία έχει η ποιητική δημιουργία του Σικελιανού, από την εποχή που στον ορίζοντα άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τότε η ποίησή του παίρνει νέο κοινωνικό περιεχόμενο, το οποίο προβάλλεται έντονα μέσα από τις τραγωδίες «Η Σίβυλλα» (1940), «Ο Χριστός στη Ρώμη» (1946), «Ο θάνατος τον Διγενή» (1948) και «Ο Ασκληπιός».

Τον Μάρτιο του 1938 γνωρίζει την Άννα Καραμάνη (1904-2006), σύζυγο του φυματιολόγου Γεωργίου Καραμάνη. Η γνωριμία τους εξελίσσεται σε βαθύ έρωτα και ο Σικελιανός ζητάει από την Εύα να χωρίσουν. Αυτή συναινεί, όπως και ο γιατρός Καραμάνης. Ο γάμος τους τελείται στις 17 Ιουνίου του 1940.

Την περίοδο της Κατοχής γράφει και κυκλοφορεί κρυφά τα «Ακριτικά» (1941-1942), τα οποία αποτελούν μία κραυγή πόνου του σκλαβωμένου Ελληνισμού. Στις 28 Φεβρουαρίου 1943 απαγγέλει στην κηδεία του Κωστή Παλαμά το περίφημο ποίημά του, που ξεκινά με τους στίχους «Ηχήστε οι σάλπιγγες», το οποίο έχει γράψει λίγες ώρες νωρίτερα.

Το 1945 είναι υποψήφιος μαζί με τον καρδιακό του φίλο Νίκο Καζαντζάκη για την Ακαδημία Αθηνών. Αντ’ αυτών όμως εκλέγεται ο Σωτήρης Σκίπης. Το 1946 προτείνεται για το Νόμπελ Λογοτεχνίας, όπως και ο Καζαντζάκης, με πρωτοβουλία σημαντικών προσωπικοτήτων των γραμμάτων (Πολ Ελιάρ, Αντρέ Ζιντ, Χένρι Μίλερ, Ευγένιος Ο’ Νηλ κ.ά.). Η υποψηφιότητά τους όμως τορπιλίζεται από την κυβέρνηση Τσαλδάρη, με το πρόσχημα ότι έτσι θα βραβευόταν η Αριστερά στην Ελλάδα. Το 1947 εκδίδεται συγκεντρωμένο σε τρεις τόμους το ποιητικό του έργο υπό τον τίτλο «Λυρικός Βίος».

«…Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του. Τώρα η Ελλάδα άδειασε…» θα πει ο Καζαντζάκης μετά το θάνατο του Σικελιανού.

Ο αποκαρδιωμένος Σικελιανός πλέον παλεύει με τα σοβαρά προβλήματα της υγείας του καθώς και με την επαιτεία. Στις 4 Ιουνίου 1951 από λάθος της οικιακής βοηθού του αντί για το φάρμακο του λαμβάνει απολυμαντικό, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρά εγκαύματα στα αναπνευστικά του όργανα. Έτσι, στις 19 Ιουνίου 1951 αφήνει την τελευταία του πνοή στην κλινική «Η Παμμακάριστος» της Αθήνας.

Το λογοτεχνικό έργο του Σικελιανού υπηρέτησε τη μεγαλόπνοη κοσμοθεωρία του για το ρόλο του ποιητή ως θιασώτη και ιεραποστόλου μιας θρησκευτικής ιδεολογίας, η οποία ενσωματώνοντας την παράδοση της πορείας του κόσμου μέσα στους αιώνες οραματίζεται την επανασύνδεση του ανθρώπου με τον αρχετυπικό Μύθο της ενιαίας ψυχοσωματικής υπόστασης.

Στο θεωρητικό αυτό στοχασμό ο Σικελιανός υπέταξε τα εκφραστικά του μέσα, υιοθετώντας μια προ- και αντί- λογική έκφραση τόσο στην ποίηση, όσο και στις τραγωδίες του και αφομοιώνοντας ποικίλες πνευματικές επιδράσεις. Στα κείμενά του συνυπάρχουν στοιχεία τα οποία παραπέμπουν στα ρεύματα του ρομαντισμού, του αισθητισμού, του συμβολισμού αλλά και στους αρχαίους Έλληνες ορφικούς και προσωκρατικούς φιλοσόφους.

“Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα! Ένα βουνό

με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,

κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,

ποιόν κλεί, τι κι αν το πεί η δικιά μου γλώσσα;

Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,

Ήρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ’ αστέρια,

μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά

της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ’ τον στα χέρια

γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας

που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,

πες μ’ ένα μόνο ανασασμόν: “Ο Παλαμάς!”,

ν’ αντιβογκήσει τ’ όνομά του η οικουμένη!

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές

σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένας λαός,

σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει…

κι ακέριος φλέγεται ως με τ’ άδυτο ο Ναός,

κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.

Τι πάνωθέ μας, όπου ο άρρητος παλμός

της αιωνιότητας, αστράφτει αυτήν την ώρα

Ορφέας, Ηράκλειτος, Αισχύλος, Σολωμός

την άγια δέχονται ψυχή την τροπαιοφόρα,

που αφού το έργο της θεμέλιωσε βαθιά

στη γην αυτήν με μιαν ισόθεη Σκέψη,

τον τρισμακάριο τώρα πάει ψηλά τον Ίακχο

με τους αθάνατους θεούς για να χορέψει.

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…

Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!”

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

11 Ιουλίου 2026