Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος αποκαλύπτεται

Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπου του φθιωτικού ποδοσφαίρου. Αποτέλεσε μέλος της ομάδας του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1979 απέναντι στην πρωταθλήτρια ΑΕΚ. Ως προπονητής πλέον, έχει να επιδείξει, εκτός των τίτλων το πολύ

Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπου του φθιωτικού ποδοσφαίρου. Αποτέλεσε μέλος της ομάδας του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1979 απέναντι στην πρωταθλήτρια ΑΕΚ. Ως προπονητής πλέον, έχει να επιδείξει, εκτός των τίτλων το πολύ όμορφο θέαμα και τη μαχητικότητα που παρουσιάζουν οι ομάδες του.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν «μασά» τα λόγια του και εκφράζει τη γνώμη του ακόμη και για θέματα που δεν αφορούν το ποδόσφαιρο. Αυτό θα διαπιστώσετε διαβάζοντας τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, στην οποία μιλά για την ομάδα εκείνη του Πανιωνίου, αλλά και όσα ταλανίζουν το ποδόσφαιρο σε τοπικό και όχι μόνο επίπεδο.

Συνέντευξη στον Παύλο Σφέτσα

Από πότε ξεκινά η σχέση σου με το ποδόσφαιρο και με ποιο τρόπο;

Από πιτσιρικάς είχα πάθος με το ποδόσφαιρο και στα 15 εντάχθηκα στον Παμμωλιακό. Ήμουν και μαθητής στο Γυμνάσιο Μώλου. Μετά από ένα χρόνο πήγα στον Άγιο Κωνσταντίνο, όπου κάθισα τρία χρόνια κι ακολούθησε για ένα χρόνο η Λαμία της Β’ Εθνικής. Έπειτα κατευθείαν στον Πανιώνιο.

Σε είδαν δλδ. από τον Πανιώνιο, που είναι γνωστή και η ανάδειξη των ταλέντων από τις τάξεις του…

Ναι και πήγα την περίοδο 1976-1977.

Τι θυμάσαι από εκείνη την ομάδα του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1979;

Τα πολύ έντονα συναισθήματα που διακατείχαν όλους όσους κατακτήσαμε τον πρώτο τίτλο στην ιστορία του Πανιωνίου, κάτι που δεν είχαν καταφέρει πριν από μας πολύ πιο σπουδαίοι παίχτες. Η ομάδα αυτή έχει βγάλει την «αφρόκρεμα» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Κερδίσαμε, ίσως, την καλύτερη ΑΕΚ όλων των εποχών! Με Μαύρο, Μπάγεβιτς, Δομάζο, που είχε πάρει μεταγραφή απ’ τον Παναθηναϊκό, Νικολούδη, Νικολάου… Ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά.

Προπονητής πλέον εδώ και πολλά χρόνια σε ομάδες της Φθιώτιδας. Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας προπονητής σ’ αυτό το επίπεδο;

Οργανωτικά θέματα, που αναγκάζουν κάποιες φορές τον προπονητή να έχει έναν σύνθετο ρόλο, να κάνει κάποιες φορές τον φροντιστή, τον γιατρό κι ό,τι άλλο προκύψει. Υπάρχουν και τα γηπεδικά θέματα που απασχολούν τον προπονητή, που θα κάνει προπόνηση να μην ταλαιπωρήσει το δικό του γήπεδο. Θέματα που υπάρχουν στην καθημερινότητα ενός προπονητή.

Πως κρίνεις το επίπεδο του τοπικού ποδοσφαίρου στη Φθιώτιδα στο πέρασμα των χρόνων; Πως ήταν παλιότερα και πως σήμερα; Απ’ ό,τι καταλαβαίνω υφίστανται πολλά προβλήματα ακόμη…

Υφίστανται ναι, αλλά έχουν καλυτερεύσει κάποια πράγματα. Πλέον όλα τα γήπεδα είναι με χόρτο κι αυτό αποτελεί ερέθισμα για τα παιδιά να ασχοληθούν με το άθλημα, εκτός του ότι βοηθά να παίξεις καλύτερο ποδόσφαιρο. Το επίπεδο γενικά είναι καλό, αν εξαιρέσουμε τη φετινή χρονιά, που έχουν παρουσιαστεί προβλήματα με αποχωρήσεις ομάδων. Με λίγες ομάδες να συμμετέχουν στην Α’ και Β’ κατηγορία Φθιώτιδας. Είδα ένα πολύ λυπηρό για μένα γεγονός, δεν κατέβηκε η Στυλίδα να αγωνιστεί για κάποιους λόγους στο Μαρτίνο. Φέτος εκ των πραγμάτων είναι πιο πεσμένο το επίπεδο. Τα προηγούμενα χρόνια διεξάγονταν καλά πρωταθλήματα με καλές ομάδες, που είχαν στόχους και τους διεκδικούσαν στον αγωνιστικό χώρο. Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει μια νέα προσπάθεια για να βρει και πάλι τα πατήματά του το φθιωτικό ποδόσφαιρο. Να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο ομάδες που ήταν πάντα παραδοσιακές δυνάμεις του ποδοσφαίρου στο νομό. Βλέπουμε αυτή τη στιγμή τον Άγιο Κωνσταντίνο να μην είναι σε καλή κατάσταση. Παίζει με πολύ μικρά παιδιά που έχουν μεν ταλέντο, αλλά όχι την ικανότητα να οδηγήσουν τον Άρη εκεί που πρέπει λόγω της ηλικίας.

Θεωρείς ότι όλα αυτά που αναφέρεις έχουν να κάνουν και με όσα συμβαίνουν στην ΕΠΣΦ;

Αυτά που συνέβησαν φέτος στην Ένωση τα θεωρώ το λιγότερο θλιβερά και πρέπει, όσους αγαπάμε πραγματικά το ποδόσφαιρο, να μας προβληματίσουν και να μας φέρουν προ των ευθυνών μας. Αν το αγαπάμε πραγματικά… Κάποιοι άνθρωποι δεν αγαπούν το ποδόσφαιρο, αλλά κοιτούν την προσωπική τους προβολή. Η Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων πρέπει να αποτελείται από ανθρώπους που κατέχουν το άθλημα και το αγαπάνε πραγματικά. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Πρέπει να θέλουν να προσφέρουν σ’ αυτό που λέγεται αθλητισμός και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο ποδόσφαιρο. Ευελπιστώ και πιστεύω… Δεν βρίσκω και τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσω την απογοήτευση που νοιώθω για όλα αυτά που συνέβησαν…

Οι ομάδες σου, πάντως, χαρακτηρίζονται απ’ το καλό ποδόσφαιρο και δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι είσαι ένας προπονητής που καλείται στα δύσκολα. Ποιο είναι το μυστικό κι οι ομάδες σου παρουσιάζουν αυτό το πρόσωπο;

Κάθε προπονητής έχει τη φιλοσοφία του. Αν έχεις τη φιλοσοφία να παίξεις καλό ποδόσφαιρο, προπονείς την ομάδα γι’ αυτό και προσπαθείς να της την περάσεις. Πιστεύω ότι σε βάθος χρόνου θα βγει. Κάποιες φορές δεν βγαίνει, αλλά αν έχεις αυτή τη φιλοσοφία, στα 10 παιχνίδια τα 8 θα είναι καλά.

Δουλεύεις και προσωπικά να βελτιωθείς και τι κάνεις γι’ αυτό;

Αν ο προπονητής δεν δουλέψει και για την προσωπική του βελτίωση, δεν θα κάνει τίποτα. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση να διαβάζεις, να ενημερώνεσαι. Παλιότερα ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα όσον αφορά την ενημέρωση. Τώρα, με τα ηλεκτρονικά μέσα, έχεις ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία κι ένας προπονητής πρέπει να έχει πρώτο μέλημα τη βελτίωση. Θέλει πάρα πολύ διάβασμα, να ασχολείσαι πολλές ώρες με το αντικείμενό σου, αν θες να προσφέρεις πράγματα στις ομάδες τις οποίες δουλεύεις.

Πως διαχειρίζεσαι την πίεση του επαγγέλματος;

Όταν έχεις παίξει ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο, δεν είναι απαραίτητο ότι θα είσαι και καλός προπονητής. Όμως έχεις μια σημαντική κληρονομιά. Μια προίκα, ότι βρέθηκες σε αποδυτήρια με πίεση κι οι παραστάσεις αυτές σε ακολουθούν σε όλη σου τη ζωή. Αν ασχοληθείς με την προπονητική, αυτές οι παραστάσεις σε βοηθάνε να την αντέξεις, γιατί έχεις ζήσει καταστάσεις με πολύ μεγαλύτερη πίεση. Αυτό με έχει βοηθήσει να αντιμετωπίζω τα δύσκολα που παρουσιάζονται. Μπορεί να κατακτήσαμε έναν τίτλο, αλλά περάσαμε και δυο αγώνες μπαράζ και δεν θέλαμε με εμάς ο Πανιώνιος να πέσει.

Ο στόχος της Αταλάντης ποιος είναι στον 3ο όμιλο της Γ’ Εθνικής;

Για φέτος αποκλειστικά η παραμονή. Αν το πετύχουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα πολύ σπουδαίο επίτευγμα! Πέφτουν πολλοί κι αν αναλογιστούμε ότι η ομάδα μας αντιμετώπισε πολλά προβλήματα τραυματισμών παικτών, πάνω στους οποίους «χτίσαμε» την ομάδα, πραγματικά θα είναι κάτι πολύ σπουδαίο.

Τα πράγματα δεν είναι καλά σε επίπεδο πρώτης Εθνικής κατηγορίας, στο οποίο αγωνίστηκες. Βλέπουμε έναν επιχειρηματικό και οπαδικό πόλεμο, με την κυβέρνηση να αναμειγνύεται στο αυτοδιοίκητο του ποδοσφαίρου. Πως τα κρίνεις όλα αυτά;

Όταν αυτή τη στιγμή στο ποδόσφαιρο τα επιχειρηματικά συμφέροντα έχουν τον πρώτιστο και κυρίαρχο ρόλο, οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούν τους οπαδικούς στρατούς των ομάδων για να καλύψουν και ατασθαλίες και την αδιαφάνεια που υπάρχει στον χώρο. Να ελέγξουν την ΕΠΟ και τα Μέσα Ενημέρωσης, γιατί κάποιοι είναι ολιγάρχες. Δυστυχώς αυτό αποβαίνει εις βάρος του ποδοσφαίρου κι αν δεν ληφθούν απ’ την κυβέρνηση δραστικά μέτρα και δεν σταθεί απέναντί τους, δυστυχώς το άθλημα κινδυνεύει να έχει και νεκρούς, όπως έχουμε ήδη δει. Υπάρχει ένας φανατισμός που δεν οδηγεί πουθενά, ένας φανατισμός που καλλιεργείται από τα Μέσα αυτών των ολιγαρχών και μια κυβέρνηση που εκβιάζεται απ’ αυτούς τους ανθρώπους, υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος.

Και φτάνουμε σε κάθε αγωνιστική μόνο για ποδόσφαιρο να μη μιλάμε…

Ακριβώς. Πιο πολύ μιλάμε για παρασκήνιο, παρά για ποδόσφαιρο. Βέβαια αν είχαν τολμήσει οι κυβερνήσεις τόσα χρόνια να ασχοληθούν με τη διαφθορά που υπάρχει και την οποία καλλιεργούν συγκεκριμένοι κύκλοι, θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για ένα πιο «καθαρό» ποδόσφαιρο. Δυστυχώς διατηρήθηκε μια αρρωστημένη κατάσταση και πλέον φτάσαμε στο μη περαιτέρω.

Σ’ αυτή πάντως την κατηγορία συμμετέχουν οι δύο ομάδες που αγωνίστηκες, η Λαμία κι ο Πανιώνιος. Ποια είναι τα συναισθήματά σου βλέποντάς τες;

Έπαιξα σε δύο επαγγελματικές ομάδες, τη Λαμία και τον Πανιώνιο. Με τον Πανιώνιο έζησα έντονες στιγμές, 7 χρόνια καταξίωσης, μπήκα στη δουλειά μου απ’ αυτόν κι είναι για μένα ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Τον παρακολουθώ και θέλω να πηγαίνει πάντα καλά. Η Λαμία από την πρώτη φορά που έπαιξα άκουγα πάντα πότε θα ανέβει στην Α’. Το κατάφερε, έχοντας έναν ισχυρό άντρα στο θώκο της, κι είμαι πολύ χαρούμενος που τη βλέπω να καθιερώνεται σε επίπεδο Σούπερ Λίγκας.

Είσαι ένας άνθρωπος που τοποθετείσαι δημόσια για πολλά πράγματα που αφορούν την κοινωνία αλλά και την πολιτική. Πως κρίνεις την πολιτικοοικονομική κατάσταση στη χώρα;

Αυτό που είπαμε για το ποδόσφαιρο, που είναι μια προέκταση της κοινωνικής ζωής, λέει πολλά πράγματα. Η διαφθορά που υπάρχει στο ποδόσφαιρο, υπάρχει και στην πολιτική. Η Ελλάδα πέρασε δύσκολα τα τελευταία χρόνια, άνθρωποι έχασαν περιουσίες, αυτοκτόνησαν, οικογένειες διαλύθηκαν. Για όλα αυτά κάποιοι ήταν υπεύθυνοι. Δυστυχώς γι’ αυτό δεν πλήρωσε κανείς. Υπάρχει μια γενικότερη ατιμωρησία που δημιουργεί ένα αίσθημα αδικίας στον μέσο άνθρωπο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι κι εμείς οι πολίτες. Είμαστε υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις που εκλέγουμε. Βέβαια υπάρχει μια τεράστια χειραγώγηση της κοινής γνώμης από τα Μέσα Ενημέρωσης, κάτι που έχει καταντήσει χυδαίο.

Οι Έλληνες προπονητές τυγχάνουν της αναγνώρισης που τους αξίζει ή οι παράγοντες διακατέχονται από ξενομανία, όπως και στους ποδοσφαιριστές;

Γενικά υπάρχει μια ξενομανία, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι. Υπάρχουν αξιόλογοι Έλληνες προπονητές, οι οποίοι διαθέτουν την προσωπικότητα και τη γνώση να σταθούν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Το ποδόσφαιρο όμως έχει μπει σε κάποιους άλλους ρυθμούς. Όλοι ζητούν τα γρήγορα αποτελέσματα, δεν εμπιστεύονται ούτε τον Έλληνα ποδοσφαιριστή, ούτε τον Έλληνα προπονητή. Ακόμη κι οι φίλαθλοι όταν παίζει ένας πιτσιρικάς Έλληνας , πάντα είναι επιφυλακτικοί απέναντί του, ενώ πιο εύκολα αποδέχονται έναν ξένο ποδοσφαιριστή. Έτσι δεν μπορούμε να στηρίξουμε και τις Εθνικές μας Ομάδες. Δυστυχώς διστάζουν κι οι προπονητές να προωθήσουν νέα παιδιά, γιατί όλοι ζητάνε άμεσα αποτελέσματα. Το να προωθήσεις έναν νεαρό ποδοσφαιριστή έχει κι ένα κόστος. Θέλει τον χρόνο του να ενσωματωθεί και να δείξει τι πραγματικά αξίζει. Το ότι ζητάνε γρήγορα αποτελέσματα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην προώθηση νέων παιδιών.

Απ’ την άλλη το επίπεδο των Ελλήνων ποδοσφαιριστών πως το βλέπεις;

Αν πάρουμε τον Έλληνα ποδοσφαιριστή στην πρωτογενή του μορφή και δούμε τις δεξιότητές του με τη μπάλα από μικρός σε σχέση με έναν Ευρωπαίο, θα εκπλαγούμε από τις δυνατότητες που έχει. Τεχνικά θα δούμε ότι έχει ένα ταλέντο. Ο Ευρωπαίος όμως θα το δουλέψει, ενώ ο Έλληνας θα παραμείνει εσαεί ταλέντο. Αυτό είναι τεράστιο πρόβλημα για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου μας.

Το οποίο έχει αντίκτυπο εν τέλει στην Εθνική Ομάδα…

Ακριβώς. Ταλέντο πάντως υπάρχει.

Ποια είναι η χειρότερη και ποια η καλύτερή σου στιγμή σαν ποδοσφαιριστής και σαν προπονητής;

Σαν ποδοσφαιριστής, για τη γενιά που παίξαμε τότε στον Πανιώνιο, ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου, ενώ σαν προπονητής όταν βάζω έναν στόχο και τον επιτυγχάνω. Κάποιοι τίτλοι που έχουμε πάρει, όταν βλέπω την εξέλιξη κάποιων παιδιών που έχω δουλέψει. Αυτές είναι καλές στιγμές που μου δίνουν και την ώθηση να συνεχίσω. Η χειρότερη στιγμή όταν έπαιζα ποδόσφαιρο ήταν όταν είχα τραυματισμούς κι είχα πολλούς. Είναι το χειρότερο για έναν ποδοσφαιριστή. Προπονητικά όταν δεν βρίσκω τις συνθήκες να δουλέψω ώστε να φανεί αυτό που κάνω. Νομίζω αυτό είναι ντεσαβαντάζ για κάθε προπονητή.

Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία στις 15 Φεβρουαρίου 1956 και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην ομάδα του Παμμωλιακού. Ακολούθησε ο Άρης Αγίου Κωνσταντίνου, η Λαμία και ο Πανιώνιος, στον οποίο αγωνίστηκε ως το 1984 στη θέση του δεξιού αμυντικού. Πολλές είναι και οι επιτυχίες του σε προπονητικό επίπεδο, με τις ομάδες του Αγρότη Λιανοκλαδίου και του Οπούντιου Μαρτίνου να ξεχωρίζουν. Η φετινή χρονιά τον βρίσκει στον πάγκο της Αταλάντης, στο δύσκολο πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής.

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα «Στερεά Νέα» του Σαββάτου 8 Φεβρουαρίου 2020.

Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος δεν είναι ένας τυχαίος άνθρωπου του φθιωτικού ποδοσφαίρου. Αποτέλεσε μέλος της ομάδας του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1979 απέναντι στην πρωταθλήτρια ΑΕΚ. Ως προπονητής πλέον, έχει να επιδείξει, εκτός των τίτλων το πολύ όμορφο θέαμα και τη μαχητικότητα που παρουσιάζουν οι ομάδες του.

Πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν «μασά» τα λόγια του και εκφράζει τη γνώμη του ακόμη και για θέματα που δεν αφορούν το ποδόσφαιρο. Αυτό θα διαπιστώσετε διαβάζοντας τη συνέντευξη που μας παραχώρησε, στην οποία μιλά για την ομάδα εκείνη του Πανιωνίου, αλλά και όσα ταλανίζουν το ποδόσφαιρο σε τοπικό και όχι μόνο επίπεδο.

Συνέντευξη στον Παύλο Σφέτσα

Από πότε ξεκινά η σχέση σου με το ποδόσφαιρο και με ποιο τρόπο;

Από πιτσιρικάς είχα πάθος με το ποδόσφαιρο και στα 15 εντάχθηκα στον Παμμωλιακό. Ήμουν και μαθητής στο Γυμνάσιο Μώλου. Μετά από ένα χρόνο πήγα στον Άγιο Κωνσταντίνο, όπου κάθισα τρία χρόνια κι ακολούθησε για ένα χρόνο η Λαμία της Β’ Εθνικής. Έπειτα κατευθείαν στον Πανιώνιο.

Σε είδαν δλδ. από τον Πανιώνιο, που είναι γνωστή και η ανάδειξη των ταλέντων από τις τάξεις του…

Ναι και πήγα την περίοδο 1976-1977.

Τι θυμάσαι από εκείνη την ομάδα του Πανιωνίου που κατέκτησε το Κύπελλο Ελλάδας το 1979;

Τα πολύ έντονα συναισθήματα που διακατείχαν όλους όσους κατακτήσαμε τον πρώτο τίτλο στην ιστορία του Πανιωνίου, κάτι που δεν είχαν καταφέρει πριν από μας πολύ πιο σπουδαίοι παίχτες. Η ομάδα αυτή έχει βγάλει την «αφρόκρεμα» του ελληνικού ποδοσφαίρου. Κερδίσαμε, ίσως, την καλύτερη ΑΕΚ όλων των εποχών! Με Μαύρο, Μπάγεβιτς, Δομάζο, που είχε πάρει μεταγραφή απ’ τον Παναθηναϊκό, Νικολούδη, Νικολάου… Ομάδα που κατέκτησε το πρωτάθλημα εκείνη τη χρονιά.

Προπονητής πλέον εδώ και πολλά χρόνια σε ομάδες της Φθιώτιδας. Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας προπονητής σ’ αυτό το επίπεδο;

Οργανωτικά θέματα, που αναγκάζουν κάποιες φορές τον προπονητή να έχει έναν σύνθετο ρόλο, να κάνει κάποιες φορές τον φροντιστή, τον γιατρό κι ό,τι άλλο προκύψει. Υπάρχουν και τα γηπεδικά θέματα που απασχολούν τον προπονητή, που θα κάνει προπόνηση να μην ταλαιπωρήσει το δικό του γήπεδο. Θέματα που υπάρχουν στην καθημερινότητα ενός προπονητή.

Πως κρίνεις το επίπεδο του τοπικού ποδοσφαίρου στη Φθιώτιδα στο πέρασμα των χρόνων; Πως ήταν παλιότερα και πως σήμερα; Απ’ ό,τι καταλαβαίνω υφίστανται πολλά προβλήματα ακόμη…

Υφίστανται ναι, αλλά έχουν καλυτερεύσει κάποια πράγματα. Πλέον όλα τα γήπεδα είναι με χόρτο κι αυτό αποτελεί ερέθισμα για τα παιδιά να ασχοληθούν με το άθλημα, εκτός του ότι βοηθά να παίξεις καλύτερο ποδόσφαιρο. Το επίπεδο γενικά είναι καλό, αν εξαιρέσουμε τη φετινή χρονιά, που έχουν παρουσιαστεί προβλήματα με αποχωρήσεις ομάδων. Με λίγες ομάδες να συμμετέχουν στην Α’ και Β’ κατηγορία Φθιώτιδας. Είδα ένα πολύ λυπηρό για μένα γεγονός, δεν κατέβηκε η Στυλίδα να αγωνιστεί για κάποιους λόγους στο Μαρτίνο. Φέτος εκ των πραγμάτων είναι πιο πεσμένο το επίπεδο. Τα προηγούμενα χρόνια διεξάγονταν καλά πρωταθλήματα με καλές ομάδες, που είχαν στόχους και τους διεκδικούσαν στον αγωνιστικό χώρο. Θεωρώ ότι πρέπει να γίνει μια νέα προσπάθεια για να βρει και πάλι τα πατήματά του το φθιωτικό ποδόσφαιρο. Να αναλάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο ομάδες που ήταν πάντα παραδοσιακές δυνάμεις του ποδοσφαίρου στο νομό. Βλέπουμε αυτή τη στιγμή τον Άγιο Κωνσταντίνο να μην είναι σε καλή κατάσταση. Παίζει με πολύ μικρά παιδιά που έχουν μεν ταλέντο, αλλά όχι την ικανότητα να οδηγήσουν τον Άρη εκεί που πρέπει λόγω της ηλικίας.

Θεωρείς ότι όλα αυτά που αναφέρεις έχουν να κάνουν και με όσα συμβαίνουν στην ΕΠΣΦ;

Αυτά που συνέβησαν φέτος στην Ένωση τα θεωρώ το λιγότερο θλιβερά και πρέπει, όσους αγαπάμε πραγματικά το ποδόσφαιρο, να μας προβληματίσουν και να μας φέρουν προ των ευθυνών μας. Αν το αγαπάμε πραγματικά… Κάποιοι άνθρωποι δεν αγαπούν το ποδόσφαιρο, αλλά κοιτούν την προσωπική τους προβολή. Η Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων πρέπει να αποτελείται από ανθρώπους που κατέχουν το άθλημα και το αγαπάνε πραγματικά. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Πρέπει να θέλουν να προσφέρουν σ’ αυτό που λέγεται αθλητισμός και στη συγκεκριμένη περίπτωση στο ποδόσφαιρο. Ευελπιστώ και πιστεύω… Δεν βρίσκω και τις κατάλληλες λέξεις για να εκφράσω την απογοήτευση που νοιώθω για όλα αυτά που συνέβησαν…

Οι ομάδες σου, πάντως, χαρακτηρίζονται απ’ το καλό ποδόσφαιρο και δεν θα ήταν υπερβολή να πω ότι είσαι ένας προπονητής που καλείται στα δύσκολα. Ποιο είναι το μυστικό κι οι ομάδες σου παρουσιάζουν αυτό το πρόσωπο;

Κάθε προπονητής έχει τη φιλοσοφία του. Αν έχεις τη φιλοσοφία να παίξεις καλό ποδόσφαιρο, προπονείς την ομάδα γι’ αυτό και προσπαθείς να της την περάσεις. Πιστεύω ότι σε βάθος χρόνου θα βγει. Κάποιες φορές δεν βγαίνει, αλλά αν έχεις αυτή τη φιλοσοφία, στα 10 παιχνίδια τα 8 θα είναι καλά.

Δουλεύεις και προσωπικά να βελτιωθείς και τι κάνεις γι’ αυτό;

Αν ο προπονητής δεν δουλέψει και για την προσωπική του βελτίωση, δεν θα κάνει τίποτα. Είναι απαραίτητη προϋπόθεση να διαβάζεις, να ενημερώνεσαι. Παλιότερα ήταν πιο δύσκολα τα πράγματα όσον αφορά την ενημέρωση. Τώρα, με τα ηλεκτρονικά μέσα, έχεις ευκολότερη πρόσβαση στην πληροφορία κι ένας προπονητής πρέπει να έχει πρώτο μέλημα τη βελτίωση. Θέλει πάρα πολύ διάβασμα, να ασχολείσαι πολλές ώρες με το αντικείμενό σου, αν θες να προσφέρεις πράγματα στις ομάδες τις οποίες δουλεύεις.

Πως διαχειρίζεσαι την πίεση του επαγγέλματος;

Όταν έχεις παίξει ποδόσφαιρο σε υψηλό επίπεδο, δεν είναι απαραίτητο ότι θα είσαι και καλός προπονητής. Όμως έχεις μια σημαντική κληρονομιά. Μια προίκα, ότι βρέθηκες σε αποδυτήρια με πίεση κι οι παραστάσεις αυτές σε ακολουθούν σε όλη σου τη ζωή. Αν ασχοληθείς με την προπονητική, αυτές οι παραστάσεις σε βοηθάνε να την αντέξεις, γιατί έχεις ζήσει καταστάσεις με πολύ μεγαλύτερη πίεση. Αυτό με έχει βοηθήσει να αντιμετωπίζω τα δύσκολα που παρουσιάζονται. Μπορεί να κατακτήσαμε έναν τίτλο, αλλά περάσαμε και δυο αγώνες μπαράζ και δεν θέλαμε με εμάς ο Πανιώνιος να πέσει.

Ο στόχος της Αταλάντης ποιος είναι στον 3ο όμιλο της Γ’ Εθνικής;

Για φέτος αποκλειστικά η παραμονή. Αν το πετύχουμε, θα έχουμε πραγματοποιήσει ένα πολύ σπουδαίο επίτευγμα! Πέφτουν πολλοί κι αν αναλογιστούμε ότι η ομάδα μας αντιμετώπισε πολλά προβλήματα τραυματισμών παικτών, πάνω στους οποίους «χτίσαμε» την ομάδα, πραγματικά θα είναι κάτι πολύ σπουδαίο.

Τα πράγματα δεν είναι καλά σε επίπεδο πρώτης Εθνικής κατηγορίας, στο οποίο αγωνίστηκες. Βλέπουμε έναν επιχειρηματικό και οπαδικό πόλεμο, με την κυβέρνηση να αναμειγνύεται στο αυτοδιοίκητο του ποδοσφαίρου. Πως τα κρίνεις όλα αυτά;

Όταν αυτή τη στιγμή στο ποδόσφαιρο τα επιχειρηματικά συμφέροντα έχουν τον πρώτιστο και κυρίαρχο ρόλο, οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιούν τους οπαδικούς στρατούς των ομάδων για να καλύψουν και ατασθαλίες και την αδιαφάνεια που υπάρχει στον χώρο. Να ελέγξουν την ΕΠΟ και τα Μέσα Ενημέρωσης, γιατί κάποιοι είναι ολιγάρχες. Δυστυχώς αυτό αποβαίνει εις βάρος του ποδοσφαίρου κι αν δεν ληφθούν απ’ την κυβέρνηση δραστικά μέτρα και δεν σταθεί απέναντί τους, δυστυχώς το άθλημα κινδυνεύει να έχει και νεκρούς, όπως έχουμε ήδη δει. Υπάρχει ένας φανατισμός που δεν οδηγεί πουθενά, ένας φανατισμός που καλλιεργείται από τα Μέσα αυτών των ολιγαρχών και μια κυβέρνηση που εκβιάζεται απ’ αυτούς τους ανθρώπους, υπολογίζοντας το πολιτικό κόστος.

Και φτάνουμε σε κάθε αγωνιστική μόνο για ποδόσφαιρο να μη μιλάμε…

Ακριβώς. Πιο πολύ μιλάμε για παρασκήνιο, παρά για ποδόσφαιρο. Βέβαια αν είχαν τολμήσει οι κυβερνήσεις τόσα χρόνια να ασχοληθούν με τη διαφθορά που υπάρχει και την οποία καλλιεργούν συγκεκριμένοι κύκλοι, θα μπορούσαμε τώρα να μιλάμε για ένα πιο «καθαρό» ποδόσφαιρο. Δυστυχώς διατηρήθηκε μια αρρωστημένη κατάσταση και πλέον φτάσαμε στο μη περαιτέρω.

Σ’ αυτή πάντως την κατηγορία συμμετέχουν οι δύο ομάδες που αγωνίστηκες, η Λαμία κι ο Πανιώνιος. Ποια είναι τα συναισθήματά σου βλέποντάς τες;

Έπαιξα σε δύο επαγγελματικές ομάδες, τη Λαμία και τον Πανιώνιο. Με τον Πανιώνιο έζησα έντονες στιγμές, 7 χρόνια καταξίωσης, μπήκα στη δουλειά μου απ’ αυτόν κι είναι για μένα ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου. Τον παρακολουθώ και θέλω να πηγαίνει πάντα καλά. Η Λαμία από την πρώτη φορά που έπαιξα άκουγα πάντα πότε θα ανέβει στην Α’. Το κατάφερε, έχοντας έναν ισχυρό άντρα στο θώκο της, κι είμαι πολύ χαρούμενος που τη βλέπω να καθιερώνεται σε επίπεδο Σούπερ Λίγκας.

Είσαι ένας άνθρωπος που τοποθετείσαι δημόσια για πολλά πράγματα που αφορούν την κοινωνία αλλά και την πολιτική. Πως κρίνεις την πολιτικοοικονομική κατάσταση στη χώρα;

Αυτό που είπαμε για το ποδόσφαιρο, που είναι μια προέκταση της κοινωνικής ζωής, λέει πολλά πράγματα. Η διαφθορά που υπάρχει στο ποδόσφαιρο, υπάρχει και στην πολιτική. Η Ελλάδα πέρασε δύσκολα τα τελευταία χρόνια, άνθρωποι έχασαν περιουσίες, αυτοκτόνησαν, οικογένειες διαλύθηκαν. Για όλα αυτά κάποιοι ήταν υπεύθυνοι. Δυστυχώς γι’ αυτό δεν πλήρωσε κανείς. Υπάρχει μια γενικότερη ατιμωρησία που δημιουργεί ένα αίσθημα αδικίας στον μέσο άνθρωπο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν είμαστε υπεύθυνοι κι εμείς οι πολίτες. Είμαστε υπεύθυνοι για τις κυβερνήσεις που εκλέγουμε. Βέβαια υπάρχει μια τεράστια χειραγώγηση της κοινής γνώμης από τα Μέσα Ενημέρωσης, κάτι που έχει καταντήσει χυδαίο.

Οι Έλληνες προπονητές τυγχάνουν της αναγνώρισης που τους αξίζει ή οι παράγοντες διακατέχονται από ξενομανία, όπως και στους ποδοσφαιριστές;

Γενικά υπάρχει μια ξενομανία, αν μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι. Υπάρχουν αξιόλογοι Έλληνες προπονητές, οι οποίοι διαθέτουν την προσωπικότητα και τη γνώση να σταθούν σε πολύ υψηλό επίπεδο. Το ποδόσφαιρο όμως έχει μπει σε κάποιους άλλους ρυθμούς. Όλοι ζητούν τα γρήγορα αποτελέσματα, δεν εμπιστεύονται ούτε τον Έλληνα ποδοσφαιριστή, ούτε τον Έλληνα προπονητή. Ακόμη κι οι φίλαθλοι όταν παίζει ένας πιτσιρικάς Έλληνας , πάντα είναι επιφυλακτικοί απέναντί του, ενώ πιο εύκολα αποδέχονται έναν ξένο ποδοσφαιριστή. Έτσι δεν μπορούμε να στηρίξουμε και τις Εθνικές μας Ομάδες. Δυστυχώς διστάζουν κι οι προπονητές να προωθήσουν νέα παιδιά, γιατί όλοι ζητάνε άμεσα αποτελέσματα. Το να προωθήσεις έναν νεαρό ποδοσφαιριστή έχει κι ένα κόστος. Θέλει τον χρόνο του να ενσωματωθεί και να δείξει τι πραγματικά αξίζει. Το ότι ζητάνε γρήγορα αποτελέσματα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα στην προώθηση νέων παιδιών.

Απ’ την άλλη το επίπεδο των Ελλήνων ποδοσφαιριστών πως το βλέπεις;

Αν πάρουμε τον Έλληνα ποδοσφαιριστή στην πρωτογενή του μορφή και δούμε τις δεξιότητές του με τη μπάλα από μικρός σε σχέση με έναν Ευρωπαίο, θα εκπλαγούμε από τις δυνατότητες που έχει. Τεχνικά θα δούμε ότι έχει ένα ταλέντο. Ο Ευρωπαίος όμως θα το δουλέψει, ενώ ο Έλληνας θα παραμείνει εσαεί ταλέντο. Αυτό είναι τεράστιο πρόβλημα για την εξέλιξη του ποδοσφαίρου μας.

Το οποίο έχει αντίκτυπο εν τέλει στην Εθνική Ομάδα…

Ακριβώς. Ταλέντο πάντως υπάρχει.

Ποια είναι η χειρότερη και ποια η καλύτερή σου στιγμή σαν ποδοσφαιριστής και σαν προπονητής;

Σαν ποδοσφαιριστής, για τη γενιά που παίξαμε τότε στον Πανιώνιο, ήταν η κατάκτηση του Κυπέλλου, ενώ σαν προπονητής όταν βάζω έναν στόχο και τον επιτυγχάνω. Κάποιοι τίτλοι που έχουμε πάρει, όταν βλέπω την εξέλιξη κάποιων παιδιών που έχω δουλέψει. Αυτές είναι καλές στιγμές που μου δίνουν και την ώθηση να συνεχίσω. Η χειρότερη στιγμή όταν έπαιζα ποδόσφαιρο ήταν όταν είχα τραυματισμούς κι είχα πολλούς. Είναι το χειρότερο για έναν ποδοσφαιριστή. Προπονητικά όταν δεν βρίσκω τις συνθήκες να δουλέψω ώστε να φανεί αυτό που κάνω. Νομίζω αυτό είναι ντεσαβαντάζ για κάθε προπονητή.

Ο Μάκης Ζαχαρόπουλος γεννήθηκε στη Λαμία στις 15 Φεβρουαρίου 1956 και ξεκίνησε την ποδοσφαιρική του καριέρα στην ομάδα του Παμμωλιακού. Ακολούθησε ο Άρης Αγίου Κωνσταντίνου, η Λαμία και ο Πανιώνιος, στον οποίο αγωνίστηκε ως το 1984 στη θέση του δεξιού αμυντικού. Πολλές είναι και οι επιτυχίες του σε προπονητικό επίπεδο, με τις ομάδες του Αγρότη Λιανοκλαδίου και του Οπούντιου Μαρτίνου να ξεχωρίζουν. Η φετινή χρονιά τον βρίσκει στον πάγκο της Αταλάντης, στο δύσκολο πρωτάθλημα της Γ’ Εθνικής.

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στα «Στερεά Νέα» του Σαββάτου 8 Φεβρουαρίου 2020.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *