Η Προσχολική Ηλικία και η Ζωτική Σημασία της

  Ρεπορτάζ: Σταματία Παπαμάρκου Τα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού έχουν ζωτική σημασία για τη σωματική, διανοητική και κοινωνική του ανάπτυξη. Γι’ αυτό θα πρέπει να δοθεί σημασία στην καλλιέργεια των αισθήσεων του και στην απόκτηση εμπειριών, που ενθαρρύνουν την εντύπωση, την έκφραση και την επικοινωνία. Υπό την αιγίδα αυτών των βάσεων, δημιουργήθηκε η Προσχολική […]

2 Μαρτίου 2020

του/της Newsroom

 

Ρεπορτάζ: Σταματία Παπαμάρκου

Τα πρώτα χρόνια ζωής του παιδιού έχουν ζωτική σημασία για τη σωματική, διανοητική και κοινωνική του ανάπτυξη. Γι’ αυτό θα πρέπει να δοθεί σημασία στην καλλιέργεια των αισθήσεων του και στην απόκτηση εμπειριών, που ενθαρρύνουν την εντύπωση, την έκφραση και την επικοινωνία. Υπό την αιγίδα αυτών των βάσεων, δημιουργήθηκε η Προσχολική Αγωγή, η οποία είναι η διαδικασία του προσανατολισμού του παιδιού σε ορισμένες αξίες, στάσεις, δεξιότητες και γνώσεις με σκοπό την κοινωνικοποίησή του. Η φοίτηση του παιδιού στα προσχολικά ιδρύματα προπαρασκευάζει επίσης τη φυσική μετάβασή του από την οικογενειακή ζωή στο σχολικό περιβάλλον, ενώ δίνει παράλληλα τη δυνατότητα να διαγνωστούν εγκαίρως ενδεχόμενες πνευματικές ή σωματικές διαταραχές στην εξέλιξη του, που βελτιώνονται και θεραπεύονται πιο εύκολα, όταν γίνεται η διάγνωσή τους νωρίς.

ΓΝΩΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΝΗΠΙΑΚΗ ΗΛΙΚΙΑ

Η νηπιακή ηλικία χαρακτηρίζεται ως μία μεταβατική περίοδος, οπού συντελούνται σημαντικές αλλαγές σε επίπεδο νοητικό, αντιληπτικό, γλωσσικό κ.α. Αναλυτικότερα, το παιδί έχει την ικανότητα να σχηματίζει λογικές κατηγορίες, να χειρίζεται αριθμητικές έννοιες και να διακρίνει σχέσεις. Μπορεί, για παράδειγμα, να ταξινομήσει διάφορα αντικείμενα με βάση κάποιο κοινό τους χαρακτηριστικό, να συγκρίνει αντικείμενα εντοπίζοντας ομοιότητες και διαφορές ή να χρησιμοποιεί και να συγκρίνει ποσότητες. Κατά τον Piaget, αυτή η περίοδος ονομάζεται διαισθητική γιατί ένα παιδί μπορεί πλέον να έχει μια συνολική θεώρηση ενός προβλήματος και να βρίσκει «διαισθητικά» μία λύση.

Σε γλωσσικό επίπεδο, το νήπιο χρησιμοποιεί σχεδόν επαρκώς τη γλώσσα τόσο σε γραμματικό όσο και σε συντακτικό επίπεδο ενώ η άρθρωση του έχει σχεδόν τελειοποιηθεί. Ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε ένα διάλογο και μπορεί να πάρει ή να δώσει πληροφορίες για συγκεκριμένα θέματα. Σε αυτή τη φάση η χρήση του εγωκεντρικού λόγου αρχίζει να φθίνει και το παιδί υιοθετεί τον κοινωνικοποιημένο λόγο, ο οποίος έχει ως στόχο την ανταλλαγή μηνυμάτων και την αλληλεπίδραση με άλλα πρόσωπα. Η χρήση του εγωκεντρικού λόγου μέχρι τώρα φανέρωνε μη επαρκώς ευέλικτες νοητικές λειτουργίες, οι οποίες δεν επέτρεπαν στο παιδί να λαμβάνει υπόψη του και τις εμπειρίες του άλλου.

Από ένα νήπιο επίσης αναμένουμε να είναι αυτόνομο σε αρκετές δραστηριότητες της καθημερινότητάς του και να μπορεί να παίρνει πρωτοβουλίες σε θέματα που το αφορούν χωρίς πάντα να χρειάζεται ενίσχυση ή παρότρυνση από το οικογενειακό του περιβάλλον. Σε αυτήν την περίοδο της έντονης φαντασίας το παιδί δοκιμάζει και εξερευνά τον κόσμο χωρίς να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για το αποτέλεσμα αυτών των δοκιμών που κάνει. Αν αυτές οι πρωτοβουλίες, που παίρνει το παιδί είναι οριοθετημένες από τους γονείς μέσα στα πλαίσια των ικανοτήτων του, τότε θα νιώσει ασφαλές και θα συνεχίσει να εξερευνά και να εξελίσσεται παίρνοντας πρωτοβουλίες.

ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ

Με τον όρο σχολική ετοιμότητα εννοούμε την ωρίμανση του παιδιού, η οποία περιλαμβάνει τη σωματική και την πνευματική ανάπτυξη που θα συμβάλλουν στη διαδικασία της μάθησης. Ουσιαστικά, είναι η κατάσταση στην οποία πλέον το παιδί έχει τις απαραίτητες δεξιότητες για να μπορέσει να αποκτήσει μια νέα γνώση ή δεξιότητα.

Πιο συγκεκριμένα, αναμένουμε ένα καλά ανεπτυγμένο προφορικό λόγο, προαναγνωστικές, προγραφικές και προμαθηματικές δεξιότητες, φωνολογική ενημερότητα και ψυχοσυναισθηματική ετοιμότητα. Με τον όρο ψυχοσυναισθηματική ετοιμότητα αναφερόμαστε στην εικόνα που έχει το παιδί για τον εαυτό του, τις δεξιότητες και τις δυσκολίες του αλλά και στις κοινωνικές του δεξιότητες, οι οποίες θα το βοηθήσουν να αναπτύξει και να διατηρήσει επαρκείς σχέσεις.

ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ

Όταν ένα παιδί παρουσιάζει  μεγάλη απόκλιση στην ανάπτυξη των σωματικών, επικοινωνιακών, συναισθηματικών και κοινωνικών του δεξιοτήτων χρησιμοποιούμε τον όρο αναπτυξιακή καθυστέρηση.

Συνήθως πριν τη διάγνωση της αναπτυξιακής καθυστέρησης οι γονείς έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται διάφορα ελλείμματα στην ανάπτυξη του παιδιού τους κυρίως συγκρίνοντας τα με άλλα παιδιά αντίστοιχης ηλικίας είτε από το οικογενειακό, είτε από το σχολικό περιβάλλον. Είναι σημαντικό, ωστόσο να επισημανθεί ότι το κάθε παιδί έχει το δικό του ρυθμό ανάπτυξης και πως η οποιαδήποτε απόκλιση δε σημαίνει απαραιτήτως και αναπτυξιακή καθυστέρηση. Σε οποιαδήποτε περίπτωση οι γονείς χρειάζεται να απευθυνθούν σε εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας.

Η διάγνωση της αναπτυξιακής καθυστέρησης συνήθως γίνεται είτε από παιδοψυχίατρο είτε από αναπτυξιολόγο λαμβάνοντας πλήρες ιατρικό και οικογενειακό ιστορικό και αναπτυξιακή εκτίμηση. Στη συνέχεια αυτοί θα κατευθύνουν τους γονείς για το είδος της παρέμβασης που είναι κατάλληλο για τις δυσκολίες του παιδιού τους.

Αξίζει να σημειωθεί η σημαντικότητα της πρώιμης παρέμβασης. Η έγκαιρη διάγνωση ενός προβλήματος και η άμεση ένταξη του παιδιού σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για να μπορέσει το παιδί να εξελίξει και να χρησιμοποιήσει στο μέγιστο τις ικανότητές του και να είναι λειτουργικό και μέσα στην οικογένεια αλλά και στα υπόλοιπα περιβάλλοντα που βρίσκεται.

Τέλος και η ίδια η οικογένεια χρειάζεται να αναζητά και να επιδιώκει σε συνεργασία με τους εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας την κατάλληλη υποστήριξη και καθοδήγηση.

ΠΡΟΚΛΗΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

Στην περίπτωση που δεν αναφερόμαστε σε μία εναντιωματική προκλητική διαταραχή ή σε μία διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας είναι σημαντικό να εξετάσουμε γιατί ένα παιδί εκδηλώνει μία προκλητική συμπεριφορά, γίνεται ανυπάκουο ή αρνείται συχνά ό,τι του ζητούν οι γονείς του.

Συχνά η ανυπακοή μπορεί να είναι δείγμα μετάβασης και προσωπικής εξέλιξης του παιδιού. Είναι η προσπάθειά του να ξεπεράσει κάποια όρια για να ικανοποιήσει κάποιες επιθυμίες και ανάγκες του. Σε αυτήν την περίπτωση οι γονείς καλούνται να αναρωτηθούν αν τα όρια που έχουν θέσει στο παιδί είναι υπερβολικά, οπότε η υπερπροστατευτικότητά τους μπορεί να προκαλεί τις εκρήξεις στο παιδί. Ή σε άλλη περίπτωση τα όρια να είναι πολύ χαλαρά και το παιδί να αισθάνεται φόβο και ανασφάλεια.

Άλλοτε, τέτοιου είδους συμπεριφορά μπορεί να είναι ένας τρόπος του παιδιού να αναζητήσει την προσοχή των γονέων του. Και σε αυτήν την περίπτωση οι γονείς χρειάζεται να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση και την επικοινωνία που έχουν με το παιδί και να αναζητήσουν τρόπους να το ανακουφίσουν.

Επίσης, οι προκλητικές συμπεριφορές μπορεί να είναι ένδειξη ενός άσχημου κλίματος στο σπίτι ή μιας αλλαγής την οποία το παιδί δυσκολεύεται να διαχειριστεί. Οι κακές σχέσεις μεταξύ των γονέων, οικονομικά άγχη ή ακόμη και ο ερχομός ενός καινούριου μέλους στην οικογένεια μπορεί να είναι αιτίες για τέτοιες συμπεριφορές.

Το σημαντικότερο, λοιπόν, είναι οι γονείς από μικρή ηλικία να οικοδομήσουν μία καλή σχέση με τα παιδιά βοηθώντας τα να αναγνωρίζουν, να κατανοούν και να λεκτικοποιούν τα συναισθήματά τους. Ο γονιός καλείται να δώσει νόημα στις συμπεριφορές του παιδιού και να αποκωδικοποιήσει που μπορεί να οφείλονται και εν συνεχεία να το βοηθήσει να διαχειριστεί τα συναισθήματά του. Οι γονείς δεν πρέπει να ξεχνούν ότι τα παιδιά μαθαίνουν μέσα από τη μίμηση, οπότε αν οι ίδιοι δεν μπορούν να ελέγξουν το θυμό του ή προβάλλουν τα δικά τους συναισθήματα στα παιδιά, δεν γίνεται να αναμένουν από τα παιδιά να χρησιμοποιήσουν το διάλογο.

Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά, για τις πολύτιμες πληροφορίες και φωτογραφίες, τις Νηπιαγωγούς του 1o Νηπιαγωγείου Μαλεσίνας, την κ.Ελένη Λιλίτση (Ψυχολόγος) σε συνδυασμό με το Επί-λεκτον (Κέντρο Λογοθεραπείας Ειδικής Αγωγής και Αυτισμού Λειβαδιάς).

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ