Στις 23 Απριλίου 1821 η μάχη της Αλαμάνας

Μία από τις σημαντικότερες και πρώτες μάχες του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα δόθηκε στις 23 Απριλίου 1821 (κάποιοι απομνημονευματογράφοι λένε στις 22) στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας στον Σπερχειό, πλησίον των Θερμοπυλών. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως οι Θερμοπύλες

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Μία από τις σημαντικότερες και πρώτες μάχες του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα δόθηκε στις 23 Απριλίου 1821 (κάποιοι απομνημονευματογράφοι λένε στις 22) στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας στον Σπερχειό, πλησίον των Θερμοπυλών. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως οι Θερμοπύλες του 1821, καθώς συνδέθηκε με τον ηρωισμό του Αθανασίου Διάκου, ο οποίος έμελλε να έχει μαρτυρικό θάνατο.

Ρεπορτάζ: Παύλος Σφέτσας

Το χρονικό της Μάχης

Στις αρχές του Απρίλη του 1821 οι Έλληνες επαναστατούσαν σε Ρούμελη και Μοριά. Ο Διάκος υπήρξε πρωτοστάτης των επαναστατικών ενεργειών στην Ανατολική Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα), καταλαμβάνοντας τη Λιβαδειά, τη Θήβα και την Αταλάντη, όχι όμως και το διοικητικό κέντρο της περιοχής, τη Λαμία (τότε Ζητούνι).

Ο Διοικητής της Πελοποννήσου, Χουρσίτ Πασάς, μαθαίνει τα άσχημα νέα από την Ήπειρο, και διατάζει τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ να συνθλίψουν αρχικά τους επαναστάτες της Ρούμελης κι έπειτα να κατευθυνθούν στον Μοριά, για την άρση των σχεδίων του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά.

Στις 17 Απριλίου οι δυο τους στρατοπεδεύουν με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς στο Λιανοκλάδι. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί συσκέπτονται στις 20 Απριλίου στις Κομποτάδες και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού ποταμού (Αλαμάνας), διαμοιράζοντας τους 1500 άνδρες που διαθέτουν, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Ο Γιάννης Δυοβουνιώτης προτείνει να αντιμετωπίσουν από κοινού τους Τούρκους στον Γοργοπόταμο, αλλά το σχέδιο απορρίπτεται. Έτσι, ο Πανουργιάς Πανουργιάς οχυρώνεται στα υψώματα της Χαλκωμάτας με 600 άνδρες, ο Δυοβουνιώτης καταλαμβάνει τη χαράδρα του Γοργοποτάμου με 400 και ο Διάκος με 500 θα αντιμετώπιζε τον εχθρό στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας.

Η Γέφυρα της Αλαμάνας και ο θάνατος του Αθανασίου Διάκου. Π. Ζωγράφος – Ι. Μακρυγιάννης. (Γενάδειος Βιβλιοθήκη).

Στις 23 Απριλίου το πρωί οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα και στα τρία σώματα των επαναστατών, πριν προλάβουν οι επαναστάτες να οργανωθούν. Οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης υποχωρούν, προ των υπέρτερων δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, με αποτέλεσμα ο κύριος όγκος των Οθωμανών -υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ- να επιπέσει επί του Διάκου στην Αλαμάνα. Αυτός αρνείται να φύγει και να σωθεί, όπως τον προέτρεψαν οι συμπολεμιστές του και ως άλλος Λεωνίδας με μόνο 48 άνδρες μένει και πολεμά μέχρις εσχάτων. Κατά τη διάρκεια της μάχης το σπαθί του σπάει κι ένα εχθρικό βόλι τον τραυματίζει στον δεξιό ώμο, στο οποίο κρατούσε το πιστόλι. Πέντε Τουρκαλβανοί ορμούν στο χαράκωμά του και τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο.

Η μάχη στοίχισε τη ζωή σε 200 Έλληνες και 500 Οθωμανούς κι ο επίλογός της γράφτηκε στις 24 Απριλίου. Ο Διάκος μεταφέρθηκε στη Λαμία σιδηροδέσμιος, με ανοιχτές και αιμάσσουσες τις πληγές του, για να τιμωρηθεί παραδειγματικά δια ανασκολοπισμού. Ο μαρτυρικός του θάνατος Διάκου ατσάλωσε τους επαναστάτες, παρά την ήττα και την καταστροφή στην Αλαμάνα.

Οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς τους στόχους, παρά τη νίκη τους, καθώς η καθυστέρηση στην Αλαμάνα έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στον Οδυσσέα Ανδρούτσο να οργανώσει την αντίσταση στο χάνι της Γραβιάς και να εκδικηθεί τη θυσία του Διάκου και των συμπολεμιστών του.

Ο ήρωας της Αλαμάνας, Αθανάσιος Διάκος, σε πίνακα του Διονύσιου Τσόκου.

Ένας Διάκονος μάρτυρας, αλλά όχι Άγιος

«Καλός επαναστάτης, αλλά όχι και για άγιος», έκρινε το 2003 η Ιερά Σύνοδος για τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος λίγο έως καθόλου τιμήθηκε και τιμάται από τον τόπο που μαρτύρησε.

Γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) ή τη γειτονική Αρτοτίνα, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.

Νεαρός εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο και έμεινε γνωστός στην ιστορία.

Το 1814 εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, τον οποίο ο Διάκος ακολούθησε όταν διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Στις 27 Μαρτίου 1821, πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά). Στις 30 Μαρτίου οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς όμως επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός, Μήτσος Κοντογιάννης, αρνείται να βοηθήσει γιατί θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

Ο θάνατος του Διάκου

(Fauriel ΙΙ 34-36, ελλ. έκδ. σ. 212-3)

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,

ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:

– Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,

δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες

γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,

όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,

στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια.

-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,

ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους.

Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,

τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια,

και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε,

έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες.

Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα

κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.

Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι’ [ο] Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:

– Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης,

να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης,

Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:

-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,

εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω.

Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,

μόνο πέντ’ έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,

όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:

-Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω κι’ ακόμα πεντακόσια,

το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,

ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,

Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε.

Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

– Εμέν’ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,

ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας,

αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι.

Η επάργυρη πιστόλα του Αθανασίου Διάκου εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στη παλαιά Βουλή. Διασώθηκε μετά την μάχη της Αλαμάνας από το πρωτοπαλήκαρό του. Φέρει ιδιόχειρη εγχάρακτη υπογραφή «θανάσις διάκος».

«Φρικώδης, αποκρουστική και εξευτελιστική ποινή επεβλήθη εις τον γενναίον αγωνιστήν», γράφει ο Γεώργιος Α. Πλατής για τον οδυνηρό του θάνατο.

Αναλυτικότερα: «…Διετάχθη ο Λαμιεύς μαραγκός Φίλων Αλεξίου, όπως ετοιμάσει το σουβλί, το οποίον μάλιστα έδωσαν στο θύμα να κρατή κατά την μεταβασή του εις τον τόπο του μαρτυρίου, το οποίον όμως ο Διάκος αμέσως επέταξε, λέγων πρός τους γύρω του ευρισκομένους Αλβανούς «δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει;»

Τον οδήγησαν σε ένα μέρος γεμάτο κοπριά εις ένα χάνι, εκεί που είναι σήμερα το κενοταφιόν του, επί της οδού Καλύβα Μπακογιάννη. Του έδεσαν τα χέρια, τον έριξαν ανάσκελα επάνω εις ένα σαμάρι και του πέρασαν το σουβλί το οποίον εξήλθεν άνωθεν της δεξιάς ωμοπλάτης… Ζωντανός ο ετοιμοθάνατος ετοποθετείτο ανάσκελα εις ένα αναποδογυρισμένο σαμάρι, με δεμένα χέρια και πόδια.

Δύο ρωμαλέοι δήμιοι εκάθηντο επάνω στο κορμί του, ο τρίτος εστήριζε στα οπίσθια του θύματος μια ξύλινη σούβλα ομοίαν με εκείνας για το ψήσιμο των αρνιών, και τέταρτος με ένα σιδηρούν η ξύλινον σφυρί κτυπούσε το πίσω μέρος της σούβλας μέχρις ότου η μύτη της εξήρχετο έκ της κεφαλής του κατάδίκου “η από την μία η” εκ των δύο ωμοπλατών του…

Στον Διάκο το σουβλί δεν το επέρασαν δια μέσου των σπλάχνων του διότι θα απέθνησκε αμέσως, αλλά κάτωθεν του δέρματος δέσαντες συνάμα το σώμα δια να μην πέσει. Επειτα τον εσήκωσαν όρθιον με το σουβλί το οποίον εστήριξαν εις τον τοίχον, εβύθισαν το κάτω μέρος της σούβλας, μέσα εις την κόπρον μέχρι του σημείου, ώστε τα πόδια του να εγγίζουν την γήν, και τον εγύρισαν πρός τα δυτικά δια να τον ταλαιπωρεί ο ήλιος. Γύρω του και επάνω εις την κόπρον ετοποθέτησαν 80 περίπου κεφάλια των συμπολεμιστών του, μεταξύ των οποίων ήσαν και τα κεφάλια του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα και του αδελφού του, του Μπακογιάννη και του Καλύβα και του αδελφού του Διάκου Μασαβέτα.

Έτσι εις εκείνον τον άθλιον, τον ακάθαρτον χώρον, έμεινε μόνος ο Διάκος ορθός, στητός, και πολύ υψηλότερα, βλέπων γύρω του τα γδαρμένα κεφάλια των συμπολεμιστών του, σκηνικόν απαίσιον. Παρ’ όλα αυτά δεν έχασε το θάρρος του αλλά ύβριζε την πίστη των δημίων του. Όσον εβράδιαζε οι δυνάμεις του ηλατούντο, και επεζήτει τον θάνατον…»

Πίνακας της Λαμιώτισσας λαϊκής ζωγράφου, Ιωάννας Ξέρα, με την Αλαμάνα. Στο βάθος διακρίνεται η Ι.Μ. Δαμάστας.

Με πληροφορίες από sansimera.gr

Μία από τις σημαντικότερες και πρώτες μάχες του Εθνικού Απελευθερωτικού Αγώνα δόθηκε στις 23 Απριλίου 1821 (κάποιοι απομνημονευματογράφοι λένε στις 22) στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας στον Σπερχειό, πλησίον των Θερμοπυλών. Θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως οι Θερμοπύλες του 1821, καθώς συνδέθηκε με τον ηρωισμό του Αθανασίου Διάκου, ο οποίος έμελλε να έχει μαρτυρικό θάνατο.

Ρεπορτάζ: Παύλος Σφέτσας

Το χρονικό της Μάχης

Στις αρχές του Απρίλη του 1821 οι Έλληνες επαναστατούσαν σε Ρούμελη και Μοριά. Ο Διάκος υπήρξε πρωτοστάτης των επαναστατικών ενεργειών στην Ανατολική Ρούμελη (Στερεά Ελλάδα), καταλαμβάνοντας τη Λιβαδειά, τη Θήβα και την Αταλάντη, όχι όμως και το διοικητικό κέντρο της περιοχής, τη Λαμία (τότε Ζητούνι).

Ο Διοικητής της Πελοποννήσου, Χουρσίτ Πασάς, μαθαίνει τα άσχημα νέα από την Ήπειρο, και διατάζει τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ να συνθλίψουν αρχικά τους επαναστάτες της Ρούμελης κι έπειτα να κατευθυνθούν στον Μοριά, για την άρση των σχεδίων του Κολοκοτρώνη για την Τριπολιτσά.

Στις 17 Απριλίου οι δυο τους στρατοπεδεύουν με 8.000 πεζικό και 900 ιππείς στο Λιανοκλάδι. Οι τοπικοί οπλαρχηγοί συσκέπτονται στις 20 Απριλίου στις Κομποτάδες και αποφασίζουν και υπερασπιστούν όλες τις διαβάσεις του Σπερχειού ποταμού (Αλαμάνας), διαμοιράζοντας τους 1500 άνδρες που διαθέτουν, ώστε να αποκόψουν την πρόσβαση των Τούρκων προς τα Σάλωνα (Άμφισσα) και τη Λιβαδειά.

Ο Γιάννης Δυοβουνιώτης προτείνει να αντιμετωπίσουν από κοινού τους Τούρκους στον Γοργοπόταμο, αλλά το σχέδιο απορρίπτεται. Έτσι, ο Πανουργιάς Πανουργιάς οχυρώνεται στα υψώματα της Χαλκωμάτας με 600 άνδρες, ο Δυοβουνιώτης καταλαμβάνει τη χαράδρα του Γοργοποτάμου με 400 και ο Διάκος με 500 θα αντιμετώπιζε τον εχθρό στην ξύλινη γέφυρα της Αλαμάνας.

Η Γέφυρα της Αλαμάνας και ο θάνατος του Αθανασίου Διάκου. Π. Ζωγράφος – Ι. Μακρυγιάννης. (Γενάδειος Βιβλιοθήκη).

Στις 23 Απριλίου το πρωί οι Τούρκοι επιτίθενται ταυτόχρονα και στα τρία σώματα των επαναστατών, πριν προλάβουν οι επαναστάτες να οργανωθούν. Οι Πανουργιάς και Δυοβουνιώτης υποχωρούν, προ των υπέρτερων δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη, με αποτέλεσμα ο κύριος όγκος των Οθωμανών -υπό τον Κιοσέ Μεχμέτ- να επιπέσει επί του Διάκου στην Αλαμάνα. Αυτός αρνείται να φύγει και να σωθεί, όπως τον προέτρεψαν οι συμπολεμιστές του και ως άλλος Λεωνίδας με μόνο 48 άνδρες μένει και πολεμά μέχρις εσχάτων. Κατά τη διάρκεια της μάχης το σπαθί του σπάει κι ένα εχθρικό βόλι τον τραυματίζει στον δεξιό ώμο, στο οποίο κρατούσε το πιστόλι. Πέντε Τουρκαλβανοί ορμούν στο χαράκωμά του και τον συλλαμβάνουν αιχμάλωτο.

Η μάχη στοίχισε τη ζωή σε 200 Έλληνες και 500 Οθωμανούς κι ο επίλογός της γράφτηκε στις 24 Απριλίου. Ο Διάκος μεταφέρθηκε στη Λαμία σιδηροδέσμιος, με ανοιχτές και αιμάσσουσες τις πληγές του, για να τιμωρηθεί παραδειγματικά δια ανασκολοπισμού. Ο μαρτυρικός του θάνατος Διάκου ατσάλωσε τους επαναστάτες, παρά την ήττα και την καταστροφή στην Αλαμάνα.

Οι Ομέρ Βρυώνης και Κιοσέ Μεχμέτ δεν πέτυχαν τους αντικειμενικούς τους στόχους, παρά τη νίκη τους, καθώς η καθυστέρηση στην Αλαμάνα έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στον Οδυσσέα Ανδρούτσο να οργανώσει την αντίσταση στο χάνι της Γραβιάς και να εκδικηθεί τη θυσία του Διάκου και των συμπολεμιστών του.

Ο ήρωας της Αλαμάνας, Αθανάσιος Διάκος, σε πίνακα του Διονύσιου Τσόκου.

Ένας Διάκονος μάρτυρας, αλλά όχι Άγιος

«Καλός επαναστάτης, αλλά όχι και για άγιος», έκρινε το 2003 η Ιερά Σύνοδος για τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος λίγο έως καθόλου τιμήθηκε και τιμάται από τον τόπο που μαρτύρησε.

Γεννήθηκε το 1788 στην Άνω Μουσουνίτσα της Φωκίδας (σημερινός Αθανάσιος Διάκος) ή τη γειτονική Αρτοτίνα, τόπο καταγωγής της μητέρας του. Το πραγματικό του όνομα ήταν Αθανάσιος Γραμματικός.

Νεαρός εντάχθηκε ως πρωτοπαλίκαρο στο σώμα του οπλαρχηγού Γούλα Σκαλτσά. Τότε έλαβε και το προσωνύμιο Διάκος, με το οποίο και έμεινε γνωστός στην ιστορία.

Το 1814 εντάχθηκε στη σωματοφυλακή του Αλή Πασά στα Ιωάννινα, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, τον οποίο ο Διάκος ακολούθησε όταν διορίστηκε αρχηγός στο αρματολίκι της Λιβαδειάς. Μετά την αποχώρηση του Ανδρούτσου, ο Διάκος ανακηρύχθηκε καπετάνιος του καζά (θρησκευτικού λειτουργού) της πόλης τον Οκτώβριο του 1820, ενώ την ίδια περίοδο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Στις 27 Μαρτίου 1821, πρωτοστατεί στην κήρυξη της Επανάστασης στην Ανατολική Στερεά (Μονή Οσίου Λουκά). Στις 30 Μαρτίου οργανώνει την κατάληψη της Αταλάντης (31 Μαρτίου) και της Θήβας (1 Απριλίου), ενώ λίγο αργότερα κυριεύει το ισχυρό φρούριο της Μπουδουνίτσας (Μενδενίτσας). Ακολούθως, επιχειρεί να καταλάβει το Ζητούνι και το Πατρατζίκι (Υπάτη), χωρίς όμως επιτυχία, καθότι ο τοπικός οπλαρχηγός, Μήτσος Κοντογιάννης, αρνείται να βοηθήσει γιατί θεωρεί άκαιρο τον ξεσηκωμό.

Ο θάνατος του Διάκου

(Fauriel ΙΙ 34-36, ελλ. έκδ. σ. 212-3)

Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα,

καν ο Καλύβας έρχεται, καν ο Λεβεντογιάννης.

-Ουδ’ ο Καλύβας έρχεται, ουδ’ ο Λεβεντογιάννης,

Ομέρ-Βρυώνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Ο Διάκος σαν τ’αγρίκησε, πολύ του κακοφάνη,

ψιλή φωνή ν’ εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει:

– Το στράτευμά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,

δωσ’ τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις φούχτες

γλήγορα και να πιάσωμε κάτω στην Αλαμάνα,

όπου ταμπούρια δυνατά έχει και μετερίζια.

Επήραν τ’ αλαφρά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,

στην Αλαμάναν’ έφτασαν κι’ έπιασαν τα ταμπούρια.

-Καρδιά, παιδιά μου, φώναξε, παιδιά μη φοβηθήτε,

ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθήτε!

Εκείνοι εφοβήθηκαν κι’ εσκόρπισαν στους λόγγους.

Έμειν’ ο Διάκος στη φωτιά με δεκοχτώ λεβέντες,

τρεις ώρες επολέμαε με δεκοχτώ χιλιάδες.

Σκίστηκε το τουφέκι του κι’ εγίνηκε κομμάτια,

και το σπαθί του έσυρε και στη φωτιά ν’ εμπήκε,

έκοψε Τούρκους άπειρους κι’ εφτά μπουλουκμπασάδες.

Πλην το σπαθί του έσπασε ν’απάν’ από τη χούφτα

κι’ έπεσ’ ο Διάκος ζωντανός εις των εχθρών τα χέρια.

Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω.

Κι’ [ο] Ομέρ Βριώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:

– Γένεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστη σου ν’ αλλάξης,

να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιά ν’ αφήσης,

Κι’ εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμό του λέει:

-Πάτε κι’ εσείς και’ η πίστη σας, μουρτάτες να χαθήτε,

εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θελ’ απεθάνω.

Αν θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες,

μόνο πέντ’ έξι ημερών ζωή να μου χαρίστε,

όσο να φτάσ’ ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βάγιας.

Σαν τ’ άκουσ’ ο Χαλίλμπεης με δάκρυα φωνάζει:

-Χίλια πουγγιά σας δίνω ’γω κι’ ακόμα πεντακόσια,

το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,

ότι θα σβήση την Τουρκιά και όλο το Δοβλέτι.

Το Διάκο τον επήρανε και στο σουβλί τον βάλαν,

Ολόρθο τον εστήσανε, κι’ αυτός χαμογελούσε.

Την πίστη τους τους έβριζε, τους έλεγε μουρτάτες.

– Εμέν’ αν εσουβλίσετε, ένας Γραικός εχάθη,

ας είν’ καλά ο Οδυσσεύς κι’ ο καπιτάν Νικήτας,

αυτοί θα κάψουν την Τουρκιά κι’ όλο σας το Δοβλέτι.

Η επάργυρη πιστόλα του Αθανασίου Διάκου εκτίθεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στη παλαιά Βουλή. Διασώθηκε μετά την μάχη της Αλαμάνας από το πρωτοπαλήκαρό του. Φέρει ιδιόχειρη εγχάρακτη υπογραφή «θανάσις διάκος».

«Φρικώδης, αποκρουστική και εξευτελιστική ποινή επεβλήθη εις τον γενναίον αγωνιστήν», γράφει ο Γεώργιος Α. Πλατής για τον οδυνηρό του θάνατο.

Αναλυτικότερα: «…Διετάχθη ο Λαμιεύς μαραγκός Φίλων Αλεξίου, όπως ετοιμάσει το σουβλί, το οποίον μάλιστα έδωσαν στο θύμα να κρατή κατά την μεταβασή του εις τον τόπο του μαρτυρίου, το οποίον όμως ο Διάκος αμέσως επέταξε, λέγων πρός τους γύρω του ευρισκομένους Αλβανούς «δεν βρίσκεται από σας κανένα παλληκάρι να με σκοτώσει;»

Τον οδήγησαν σε ένα μέρος γεμάτο κοπριά εις ένα χάνι, εκεί που είναι σήμερα το κενοταφιόν του, επί της οδού Καλύβα Μπακογιάννη. Του έδεσαν τα χέρια, τον έριξαν ανάσκελα επάνω εις ένα σαμάρι και του πέρασαν το σουβλί το οποίον εξήλθεν άνωθεν της δεξιάς ωμοπλάτης… Ζωντανός ο ετοιμοθάνατος ετοποθετείτο ανάσκελα εις ένα αναποδογυρισμένο σαμάρι, με δεμένα χέρια και πόδια.

Δύο ρωμαλέοι δήμιοι εκάθηντο επάνω στο κορμί του, ο τρίτος εστήριζε στα οπίσθια του θύματος μια ξύλινη σούβλα ομοίαν με εκείνας για το ψήσιμο των αρνιών, και τέταρτος με ένα σιδηρούν η ξύλινον σφυρί κτυπούσε το πίσω μέρος της σούβλας μέχρις ότου η μύτη της εξήρχετο έκ της κεφαλής του κατάδίκου “η από την μία η” εκ των δύο ωμοπλατών του…

Στον Διάκο το σουβλί δεν το επέρασαν δια μέσου των σπλάχνων του διότι θα απέθνησκε αμέσως, αλλά κάτωθεν του δέρματος δέσαντες συνάμα το σώμα δια να μην πέσει. Επειτα τον εσήκωσαν όρθιον με το σουβλί το οποίον εστήριξαν εις τον τοίχον, εβύθισαν το κάτω μέρος της σούβλας, μέσα εις την κόπρον μέχρι του σημείου, ώστε τα πόδια του να εγγίζουν την γήν, και τον εγύρισαν πρός τα δυτικά δια να τον ταλαιπωρεί ο ήλιος. Γύρω του και επάνω εις την κόπρον ετοποθέτησαν 80 περίπου κεφάλια των συμπολεμιστών του, μεταξύ των οποίων ήσαν και τα κεφάλια του Επισκόπου Σαλώνων Ησαΐα και του αδελφού του, του Μπακογιάννη και του Καλύβα και του αδελφού του Διάκου Μασαβέτα.

Έτσι εις εκείνον τον άθλιον, τον ακάθαρτον χώρον, έμεινε μόνος ο Διάκος ορθός, στητός, και πολύ υψηλότερα, βλέπων γύρω του τα γδαρμένα κεφάλια των συμπολεμιστών του, σκηνικόν απαίσιον. Παρ’ όλα αυτά δεν έχασε το θάρρος του αλλά ύβριζε την πίστη των δημίων του. Όσον εβράδιαζε οι δυνάμεις του ηλατούντο, και επεζήτει τον θάνατον…»

Πίνακας της Λαμιώτισσας λαϊκής ζωγράφου, Ιωάννας Ξέρα, με την Αλαμάνα. Στο βάθος διακρίνεται η Ι.Μ. Δαμάστας.

Με πληροφορίες από sansimera.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ