19 Μαΐου 2020: 101 χρόνια από την Ποντιακή Γενοκτονία (ηχητικό)

Προσθέστε Εδώ το Κείμενο Επικεφαλίδας σας

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Το χρονικό της Γενοκτονίας, ποια κράτη την έχουν αναγνωρίσει και η συγκλονιστική ιστορία των παππούδων της Προέδρου της Ένωσης Ποντίων Φθιώτιδας, Συμέλας Πατσινακίδου.

Επιμέλεια: Παύλος Σφέτσας

101 χρόνια συμπληρώνονται φέτος αΈνωσηπό τις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Πριν από τον όρο «Γενοκτονία» υπήρχε ο όρος «Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας». Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου.

Συγκεκριμένα, ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και χριστιανοί.

Το χρονικό

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι Τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε πέντε αιώνες, το πέτυχε ο Κεμάλ σε πέντε χρόνια!

Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς, Εμβέρ και Ταλαάτ, σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».

Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας.

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξόριζαν τους Έλληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέπουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων. Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουστούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς, με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν τον γιατρό για ιατρική επιθεώρηση.

Ποιοι αναγνώρισαν τη Γενοκτονία

101 χρόνια μετά κι ακόμη η ανθρωπότητα δεν έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία, παρά μόνο κάποια κράτη. Με αρκετή καθυστέρηση και κατόπιν πρωτοβουλίας του τότε Πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, με ομόφωνη απόφασή της, η Βουλή των Ελλήνων αναγνωρίζει τη Γενοκτονία στις 24 Φεβρουαρίου 1994, καθιερώνοντας την Ημέρα Μνήμης η οποία έγινε νόμος του κράτους.

Ακολούθησαν η Κύπρος με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 19 Μαΐου 1994, η Σουηδία στις 11 Μαρτίου 2010, η Αρμενία στις 24 Μαρτίου 2015 και η Ολλανδία στις 9 Απριλίου 2015.

Πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που αναγνώρισαν τη Γενοκτονία: Νέα Υόρκη 19 Μαΐου 2002, Νιου Τζέρσεϊ 2 Σεπτεμβρίου 2002, Κολούμπια 8 Δεκεμβρίου 2002, Νότια Καρολίνα 10 Ιανουαρίου 2003, Τζόρτζια 3 Φεβρουαρίου 2003, Πενσιλβάνια 12 Δεκεμβρίου 2003, Φλόριντα 20 Απριλίου 2005, Κλίβελαντ 11 Μαΐου 2005, Ρόουντ Άιλαντ 2008, Ιντιάνα Δεκέμβριος 2014, Νότια Ντακότα 26 Φεβρουαρίου 2015 και Δυτική Βιρτζίνια 24 Απριλίου 2016.

Πολιτείες της Αυστραλίας που έχουν προβεί σε αναγνώριση: Νότια Αυστραλία 30 Απριλίου 2009 και Νέα Νότια Ουαλία. Την 1η Μαΐου 2013 η Γερουσία και στις 12 Μαΐου η Βουλή αναγνώρισαν τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Στις 4 Μαΐου 2016 και η πόλη του Τορόντο στον Καναδά προχώρησε στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, κάτι που στις 11 Μαΐου 2015 είχε πράξει και η αυστραλιανή πόλη Γουίλομπι, στην περιοχή του Σίδνεϊ.

Σε αναγνώριση με ψηφίσματά τους έχουν προβεί και θεσμικά όργανα νεολαιών, όπως αυτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), στα τέλη Μαΐου του 2015.

Πόλεις του Καναδά: Μόντρεαλ, Τορόντο, Οτάβα, Λασάλ, Οσάβα και τα διαμερίσματα του Λαβάλ και του Villeray-Saint Michel-Parc Extension, στην ευρύτερη περιοχή του Μόντρεαλ. Επιπλέον τα Δημοτικά Συμβούλια των πόλεων Βανκούβερ και Ρεγγίνας ανακήρυξαν την Παρασκευή 19 Μαΐου του 2017 ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων.

Συγκλονίζει η ιστορία της Συμέλας Πατσινακίδου

Για την Ημέρα Μνήμης, τα «Στερεά Νέα» μίλησαν με την Πρόεδρο της Ένωσης Ποντίων Φθιώτιδας, Συμέλα Πατσινακίδου.

Για το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει αυτό το έγκλημα, σημείωσε πως «δεν είναι εύκολη αυτή η αναγνώριση, γι’ αυτό και για δεκαετίες ο ποντιακός χώρος, πρώτα ο ελλαδικός και μετά ο απόδημος, κάνουν αγώνα για την αναγνώριση. Η αναγνώριση πρέπει πρώτα να γίνει από την Τουρκία. Να αναγνωρίσει το μεγάλο και πολύμορφο έγκλημα. Δεν το κάνει γιατί κάθε αναγνώριση έχει τις συνέπειές της, θα πρέπει να αποζημιώσει και να υποστεί πράγματα που αποφεύγει όπως ο διάβολος το θυμίαμα, όπως λέει κι η λαϊκή μας παροιμία».

Πως κρίνει τη στάση της πολιτείας στην κατεύθυνση της διεθνούς αναγνώρισης; «Αυτό που έγινε επί των ημερών του Ανδρέα Παπανδρέου είναι αξιέπαινο. Έγινε η αρχή. Ορίστηκε η 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Έχουμε μια βάση, ότι μ’ αυτόν τον τρόπο το 1994 η ελληνική πολιτεία μπόρεσε και συνειδητοποίησε αυτό το φοβερό έγκλημα, δίνοντας φτερά στον αγωνιζόμενο Ποντιακό Ελληνισμό, έχοντας μια τέτοια βάση να επεκταθεί σε όλον τον κόσμο. Αυτό γίνεται με τον δυναμισμό αυτού του προσφυγικού στοιχείου και παράλληλα, όχι μόνο του Πόντου, αλλά όλων των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο Πόντος μπορεί να υπέφερε πάρα πολλά και να μην γονάτισε, γιατί είχε το αντάρτικό του που δεν ήταν αντάρτικο εκδίκησης, αλλά σωτηρίας», επισήμανε.

Για το αν σ’ αυτά τα μέρη ζουν σήμερα Πόντιοι ή αν εκδιώχθηκαν όλοι ανέφερε: «Ποντιόφωνοι υπάρχουν πάρα πολλοί αλλά η πολιτεία η δική μας είναι η πρώτη που πολεμά τη Γενοκτονία μας. Ας μην ξεχνάμε τις ημέρες του Φίλη. Είναι η θλιβερότερη κατάντια. Λίγοι Καππαδόκες χάθηκαν; Λίγοι Βιθυνοί, Παφλαγόνες; Όλη η Μικρά Ασία είχε Ελληνισμό που γενοκτονήθηκε με τον χειρότερο, τον εγκληματικότερο και βαρβαρότερο τρόπο. Εγκυμονούσες γυναίκες τις ξεκοίλιαζαν οι Τούρκοι με τις λόγχες τους και έκοβαν μαζί με την κοιλιά και τα χέρια του παιδιού που κυοφορούσε. Υπάρχει και Ποντιακό τραγούδι γι’ αυτό, που λέει “οι Τουρκάν έκοψαν μαζί με την κοιλιά της εγκυμονούσας και τα χεράκια του εμβρύου”. Για να αντιληφθείτε την βαρβαρότητα. Δεν ήταν μια απλή απόρριψη του Ελληνισμού, ήταν η καταστροφή μέχρι το τελευταίο έμβρυο που εκυοφορήτο. Αυτά είναι φρικτά πράγματα και μέχρι σήμερα αυτή η χώρα δεν το αναγνωρίζει, γιατί θα έχει τις συνέπειες. Εμείς ζητούμε κι απ’ την παγκόσμια κοινωνία να αποδεχτεί τη Γενοκτονία μας κι απ’ την Τουρκία. Ό,τι έκαναν οι πρόγονοί τους, έκαναν. Εμείς δεν ζητούμε τίποτε άλλο, παρά την αναγνώριση αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας εις βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού και όλου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Αυτό πρέπει να μας ενώνει όλους τους πρόσφυγες της Ανατολής, ότι ο Ελληνισμός χάθηκε, αφανίστηκε».

Συγκλονίζει η κ. Πατσινακίδου, όταν της ζητήσαμε να μας διηγηθεί μια ιστορία εκείνης της εποχής από τους γονείς ή τους παππούδες της. «Θα σας αναφέρω απ’ τους γονείς του πατέρα μου. Ήταν από την Τρίπολη του Πόντου η Συμέλα και ο Θόδωρος, εμπορευόμενοι. Είχαν τέσσερα παιδιά, το μικρότερο 2,5 ετών, ο Σάββας. Όταν άρχισαν οι αναταραχές, κατάλαβαν ότι θα τους διώξουνε, αν δεν τους εξοντώσουν. Είχαν ξεσηκωθεί όλοι, είχαν καταλάβει ότι δεν θα τους αφήσουνε στον τόπο τους. Σαν εμπορευόμενοι, λοιπόν, είχαν δανεικά σε κάποια χωριά και το βράδυ συζήτησαν από ποιους θα πάνε να πάρουν τα δανεικά. Τα μεγαλύτερα παιδιά άκουσαν τα ονόματα των χωριών. Το πρωί, ο παππούς και η γιαγιά μου πήγαν για να πάρουν κάτι, ό,τι είχε ο καθένας να δώσει. Οι Τούρκοι γείτονες, που δεν είδαν τη γιαγιά μου στην αυλή, ρώτησαν τα παιδιά  που είναι οι γονείς κι αυτά, μες στην αφέλειά τους, είπαν τα μέρη. Προς το σούρουπο, μες στην Τρίπολη, αυτοί οι γείτονες παραμόνεψαν και τους επιτέθηκαν -σαν ήρθαν- με μαχαίρια. Κλαίγοντας ο παππούς τους παρακαλούσε “σκοτώστε εμένα, αφήστε τη γυναίκα μου να μαζέψει τα παιδιά”. Η γιαγιά μου έπεσε στα γόνατά τους. Τους αποτελείωσαν, κατακρεουργώντας τους εκεί.

Την επόμενη μέρα βούιξε η Τρίπολη ότι σκότωσαν τον Θόδωρο και τη Συμέλα. Το επίθετό τους ήταν Τουμανίδης. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος το έκανε. Τα μικρότερα παιδιά δεν καταλάβαιναν, τα μεγαλύτερα τρόμαξαν. Πως να χωρέσει ο νους τους ότι σφάξανε τους γονείς τους; Τελικά, ένας απ’ αυτούς τους γείτονες, μες στο καφενείο παρίστανε μπροστά σε Έλληνες και Τούρκους θαμώνες πως έκλαιγε η Συμέλα και παρακαλούσε στα πόδια τους να σκοτώσουν αυτή κι όχι τον άντρα της. Παρίστανε πως έκλαιγε και τους παρακαλούσε ο Θόδωρος να σκοτώσουν αυτόν κι όχι τη γυναίκα του. Παρίστανε και γελούσε! Τότε έγινε γνωστό ποιοι τους σκότωσαν.

Τα παιδιά τα έφερε στην Ελλάδα μια Αμερικανική Υπηρεσία, που βοηθούσε τα θύματα του Ελληνισμού της Ανατολής και δεν τα πήγαν σε ορφανοτροφεία, αλλά ήταν πληροφορημένος ο Ερυθρός Σταυρός πως υπάρχουν συγγενείς τους εγκατεστημένοι στην Πτολεμαΐδα, τα Καϊλάρια της εποχής εκείνης. Έπειτα, ενημέρωσαν την αδερφή της γιαγιάς μου στο Κάτω Θεοδωράκι Κιλκίς και πήρανε τα μεγαλύτερα, τη Δέσποινα και τον πατέρα μου, Θεοφύλακτο. Ο μικρός Σάββας πέθανε απ’ τις κακουχίες».

Με πληροφορίες από pontosnews, sansimera και από το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη «Έλληνες του Πόντου».

Το χρονικό της Γενοκτονίας, ποια κράτη την έχουν αναγνωρίσει και η συγκλονιστική ιστορία των παππούδων της Προέδρου της Ένωσης Ποντίων Φθιώτιδας, Συμέλας Πατσινακίδου.

Επιμέλεια: Παύλος Σφέτσας

101 χρόνια συμπληρώνονται φέτος αΈνωσηπό τις 19 Μαΐου 1919, όταν ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας.

Πριν από τον όρο «Γενοκτονία» υπήρχε ο όρος «Εγκλήματα κατά της Ανθρωπότητας». Η γενοκτονία ως όρος διαμορφώθηκε κυρίως στη δίκη της Νυρεμβέργης το 1945, όπου δικάστηκε η ηγεσία των ναζιστών εγκληματιών του πολέμου.

Συγκεκριμένα, ο όρος σημαίνει τη μεθοδική εξολόθρευση, ολική ή μερική, μιας εθνικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας. Πρόκειται για ένα πρωτογενές έγκλημα, το οποίο δεν έχει συνάρτηση με πολεμικές συγκρούσεις. Ο γενοκτόνος δεν εξοντώνει μια ομάδα για κάτι που έκανε, αλλά για κάτι που είναι. Στην περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου, επειδή ήταν Έλληνες και χριστιανοί.

Το χρονικό

Ένα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανούς δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.

Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.

Το 1908 ήταν μια χρονιά – ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.

Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.

Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.

Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, οι Τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε πέντε αιώνες, το πέτυχε ο Κεμάλ σε πέντε χρόνια!

Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς, Εμβέρ και Ταλαάτ, σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε «Άμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16 έως 60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικόπαιδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης».

Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας. Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλιτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό. Όταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας.

Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».

Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των Γερμανών και Σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.

Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.

Οι Τούρκοι εκτόπιζαν και εξόριζαν τους Έλληνες μέσα στην βαρύτερη κακοκαιρία, χωρίς να τους επιτρέπουν να παραλάβουν ούτε τρόφιμα ούτε στρώματα. Τα κυβερνητικά όργανα που συνόδευαν τους εκτοπιζόμενους δεν επέτρεπαν στα θύματά τους να σταθμεύουν σε κατοικημένα μέρη, αλλά μόνο σε μέρη έρημα και εκτεθειμένα στις χειμερινές συνθήκες. Ο σκοπός ήταν διπλός: πρώτα να μην μπορούν να στεγασθούν και έπειτα να μην μπορούν να αγοράσουν τρόφιμα. Δεν επέτρεπαν για κανένα λόγο να δώσουν βοήθεια στους γέρους γονείς ή στα ανήλικα παιδιά και στους αρρώστους, οι οποίοι εγκαταλείπονταν στα φαράγγια και στα δάση και πέθαιναν από την πείνα ή αποτελειώνονταν από την λόγχη των Τούρκων. Σε διάφορα μέρη της χώρας ιδρύθηκαν λουτρώνες δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Τα κυβερνητικά και αστυνομικά όργανα που οδηγούσαν τους μετατοπιζόμενους εξανάγκαζαν τους δυστυχείς για λόγους δήθεν υγιεινής να λουστούν. Έβαζαν κατά εκατοντάδες άνδρες, γυναίκες και παιδιά στα λουτρά, γυμνούς, με θερμοκρασία 40 βαθμών. Τα ενδύματα των δυστυχών λεηλατούνταν. Όταν έβγαιναν από το λουτρό, τους εξανάγκαζαν να παρατάσσονται στο χιόνι και με θερμοκρασία κάτω του μηδενός και να περιμένουν επίσκεψη του αστυνόμου για καταμέτρηση, ο οποίος ποτέ δεν ερχόταν πριν από μία ώρα. Έπειτα άλλη μία ώρα περίμεναν τον γιατρό για ιατρική επιθεώρηση.

Ποιοι αναγνώρισαν τη Γενοκτονία

101 χρόνια μετά κι ακόμη η ανθρωπότητα δεν έχει αναγνωρίσει τη Γενοκτονία, παρά μόνο κάποια κράτη. Με αρκετή καθυστέρηση και κατόπιν πρωτοβουλίας του τότε Πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, με ομόφωνη απόφασή της, η Βουλή των Ελλήνων αναγνωρίζει τη Γενοκτονία στις 24 Φεβρουαρίου 1994, καθιερώνοντας την Ημέρα Μνήμης η οποία έγινε νόμος του κράτους.

Ακολούθησαν η Κύπρος με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων στις 19 Μαΐου 1994, η Σουηδία στις 11 Μαρτίου 2010, η Αρμενία στις 24 Μαρτίου 2015 και η Ολλανδία στις 9 Απριλίου 2015.

Πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής που αναγνώρισαν τη Γενοκτονία: Νέα Υόρκη 19 Μαΐου 2002, Νιου Τζέρσεϊ 2 Σεπτεμβρίου 2002, Κολούμπια 8 Δεκεμβρίου 2002, Νότια Καρολίνα 10 Ιανουαρίου 2003, Τζόρτζια 3 Φεβρουαρίου 2003, Πενσιλβάνια 12 Δεκεμβρίου 2003, Φλόριντα 20 Απριλίου 2005, Κλίβελαντ 11 Μαΐου 2005, Ρόουντ Άιλαντ 2008, Ιντιάνα Δεκέμβριος 2014, Νότια Ντακότα 26 Φεβρουαρίου 2015 και Δυτική Βιρτζίνια 24 Απριλίου 2016.

Πολιτείες της Αυστραλίας που έχουν προβεί σε αναγνώριση: Νότια Αυστραλία 30 Απριλίου 2009 και Νέα Νότια Ουαλία. Την 1η Μαΐου 2013 η Γερουσία και στις 12 Μαΐου η Βουλή αναγνώρισαν τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Στις 4 Μαΐου 2016 και η πόλη του Τορόντο στον Καναδά προχώρησε στην αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, κάτι που στις 11 Μαΐου 2015 είχε πράξει και η αυστραλιανή πόλη Γουίλομπι, στην περιοχή του Σίδνεϊ.

Σε αναγνώριση με ψηφίσματά τους έχουν προβεί και θεσμικά όργανα νεολαιών, όπως αυτή του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (ΕΛΚ), στα τέλη Μαΐου του 2015.

Πόλεις του Καναδά: Μόντρεαλ, Τορόντο, Οτάβα, Λασάλ, Οσάβα και τα διαμερίσματα του Λαβάλ και του Villeray-Saint Michel-Parc Extension, στην ευρύτερη περιοχή του Μόντρεαλ. Επιπλέον τα Δημοτικά Συμβούλια των πόλεων Βανκούβερ και Ρεγγίνας ανακήρυξαν την Παρασκευή 19 Μαΐου του 2017 ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων.

Συγκλονίζει η ιστορία της Συμέλας Πατσινακίδου

Για την Ημέρα Μνήμης, τα «Στερεά Νέα» μίλησαν με την Πρόεδρο της Ένωσης Ποντίων Φθιώτιδας, Συμέλα Πατσινακίδου.

Για το γεγονός ότι η ανθρωπότητα δεν έχει ακόμη αναγνωρίσει αυτό το έγκλημα, σημείωσε πως «δεν είναι εύκολη αυτή η αναγνώριση, γι’ αυτό και για δεκαετίες ο ποντιακός χώρος, πρώτα ο ελλαδικός και μετά ο απόδημος, κάνουν αγώνα για την αναγνώριση. Η αναγνώριση πρέπει πρώτα να γίνει από την Τουρκία. Να αναγνωρίσει το μεγάλο και πολύμορφο έγκλημα. Δεν το κάνει γιατί κάθε αναγνώριση έχει τις συνέπειές της, θα πρέπει να αποζημιώσει και να υποστεί πράγματα που αποφεύγει όπως ο διάβολος το θυμίαμα, όπως λέει κι η λαϊκή μας παροιμία».

Πως κρίνει τη στάση της πολιτείας στην κατεύθυνση της διεθνούς αναγνώρισης; «Αυτό που έγινε επί των ημερών του Ανδρέα Παπανδρέου είναι αξιέπαινο. Έγινε η αρχή. Ορίστηκε η 19η Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού. Έχουμε μια βάση, ότι μ’ αυτόν τον τρόπο το 1994 η ελληνική πολιτεία μπόρεσε και συνειδητοποίησε αυτό το φοβερό έγκλημα, δίνοντας φτερά στον αγωνιζόμενο Ποντιακό Ελληνισμό, έχοντας μια τέτοια βάση να επεκταθεί σε όλον τον κόσμο. Αυτό γίνεται με τον δυναμισμό αυτού του προσφυγικού στοιχείου και παράλληλα, όχι μόνο του Πόντου, αλλά όλων των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Ο Πόντος μπορεί να υπέφερε πάρα πολλά και να μην γονάτισε, γιατί είχε το αντάρτικό του που δεν ήταν αντάρτικο εκδίκησης, αλλά σωτηρίας», επισήμανε.

Για το αν σ’ αυτά τα μέρη ζουν σήμερα Πόντιοι ή αν εκδιώχθηκαν όλοι ανέφερε: «Ποντιόφωνοι υπάρχουν πάρα πολλοί αλλά η πολιτεία η δική μας είναι η πρώτη που πολεμά τη Γενοκτονία μας. Ας μην ξεχνάμε τις ημέρες του Φίλη. Είναι η θλιβερότερη κατάντια. Λίγοι Καππαδόκες χάθηκαν; Λίγοι Βιθυνοί, Παφλαγόνες; Όλη η Μικρά Ασία είχε Ελληνισμό που γενοκτονήθηκε με τον χειρότερο, τον εγκληματικότερο και βαρβαρότερο τρόπο. Εγκυμονούσες γυναίκες τις ξεκοίλιαζαν οι Τούρκοι με τις λόγχες τους και έκοβαν μαζί με την κοιλιά και τα χέρια του παιδιού που κυοφορούσε. Υπάρχει και Ποντιακό τραγούδι γι’ αυτό, που λέει “οι Τουρκάν έκοψαν μαζί με την κοιλιά της εγκυμονούσας και τα χεράκια του εμβρύου”. Για να αντιληφθείτε την βαρβαρότητα. Δεν ήταν μια απλή απόρριψη του Ελληνισμού, ήταν η καταστροφή μέχρι το τελευταίο έμβρυο που εκυοφορήτο. Αυτά είναι φρικτά πράγματα και μέχρι σήμερα αυτή η χώρα δεν το αναγνωρίζει, γιατί θα έχει τις συνέπειες. Εμείς ζητούμε κι απ’ την παγκόσμια κοινωνία να αποδεχτεί τη Γενοκτονία μας κι απ’ την Τουρκία. Ό,τι έκαναν οι πρόγονοί τους, έκαναν. Εμείς δεν ζητούμε τίποτε άλλο, παρά την αναγνώριση αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας εις βάρος του Ποντιακού Ελληνισμού και όλου του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας. Αυτό πρέπει να μας ενώνει όλους τους πρόσφυγες της Ανατολής, ότι ο Ελληνισμός χάθηκε, αφανίστηκε».

Συγκλονίζει η κ. Πατσινακίδου, όταν της ζητήσαμε να μας διηγηθεί μια ιστορία εκείνης της εποχής από τους γονείς ή τους παππούδες της. «Θα σας αναφέρω απ’ τους γονείς του πατέρα μου. Ήταν από την Τρίπολη του Πόντου η Συμέλα και ο Θόδωρος, εμπορευόμενοι. Είχαν τέσσερα παιδιά, το μικρότερο 2,5 ετών, ο Σάββας. Όταν άρχισαν οι αναταραχές, κατάλαβαν ότι θα τους διώξουνε, αν δεν τους εξοντώσουν. Είχαν ξεσηκωθεί όλοι, είχαν καταλάβει ότι δεν θα τους αφήσουνε στον τόπο τους. Σαν εμπορευόμενοι, λοιπόν, είχαν δανεικά σε κάποια χωριά και το βράδυ συζήτησαν από ποιους θα πάνε να πάρουν τα δανεικά. Τα μεγαλύτερα παιδιά άκουσαν τα ονόματα των χωριών. Το πρωί, ο παππούς και η γιαγιά μου πήγαν για να πάρουν κάτι, ό,τι είχε ο καθένας να δώσει. Οι Τούρκοι γείτονες, που δεν είδαν τη γιαγιά μου στην αυλή, ρώτησαν τα παιδιά  που είναι οι γονείς κι αυτά, μες στην αφέλειά τους, είπαν τα μέρη. Προς το σούρουπο, μες στην Τρίπολη, αυτοί οι γείτονες παραμόνεψαν και τους επιτέθηκαν -σαν ήρθαν- με μαχαίρια. Κλαίγοντας ο παππούς τους παρακαλούσε “σκοτώστε εμένα, αφήστε τη γυναίκα μου να μαζέψει τα παιδιά”. Η γιαγιά μου έπεσε στα γόνατά τους. Τους αποτελείωσαν, κατακρεουργώντας τους εκεί.

Την επόμενη μέρα βούιξε η Τρίπολη ότι σκότωσαν τον Θόδωρο και τη Συμέλα. Το επίθετό τους ήταν Τουμανίδης. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει ποιος το έκανε. Τα μικρότερα παιδιά δεν καταλάβαιναν, τα μεγαλύτερα τρόμαξαν. Πως να χωρέσει ο νους τους ότι σφάξανε τους γονείς τους; Τελικά, ένας απ’ αυτούς τους γείτονες, μες στο καφενείο παρίστανε μπροστά σε Έλληνες και Τούρκους θαμώνες πως έκλαιγε η Συμέλα και παρακαλούσε στα πόδια τους να σκοτώσουν αυτή κι όχι τον άντρα της. Παρίστανε πως έκλαιγε και τους παρακαλούσε ο Θόδωρος να σκοτώσουν αυτόν κι όχι τη γυναίκα του. Παρίστανε και γελούσε! Τότε έγινε γνωστό ποιοι τους σκότωσαν.

Τα παιδιά τα έφερε στην Ελλάδα μια Αμερικανική Υπηρεσία, που βοηθούσε τα θύματα του Ελληνισμού της Ανατολής και δεν τα πήγαν σε ορφανοτροφεία, αλλά ήταν πληροφορημένος ο Ερυθρός Σταυρός πως υπάρχουν συγγενείς τους εγκατεστημένοι στην Πτολεμαΐδα, τα Καϊλάρια της εποχής εκείνης. Έπειτα, ενημέρωσαν την αδερφή της γιαγιάς μου στο Κάτω Θεοδωράκι Κιλκίς και πήρανε τα μεγαλύτερα, τη Δέσποινα και τον πατέρα μου, Θεοφύλακτο. Ο μικρός Σάββας πέθανε απ’ τις κακουχίες».

Με πληροφορίες από pontosnews, sansimera και από το βιβλίο του Βλάση Αγτζίδη «Έλληνες του Πόντου».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ