Χριστόφορος Αχινιώτης: “Δεν νοείται αγροτική ανάπτυξη χωρίς βιώσιμους Συνεταιρισμούς”

Ο πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Πελασγίας μας μιλάει για την δυναμική της αγροτική οικονομίας, τα μυστικά του ελαιολάδου και την αντιμετώπιση του δάκου.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Τα Στερεά Νέα βρέθηκαν στην όμορφη Πελασγία και τον Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό της, έναν από τους πιο παλιούς της Φθιώτιδας στο χώρο της ελιάς, και συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού, κ. Χριστόφορο Αχινιώτη, ο οποίος μας μίλησε για την ιστορία του συνεταιρισμού, την προσπάθεια της διοίκησης να διατηρεί την ποιότητα σε υψηλά επίπεδα, αλλά και για τον απολογισμό της φετινής χρονιάς εν μέσω πανδημίας.

Ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Πελασγίας ιδρύθηκε το έτος 1946 και απαρτίζεται από 160 ενεργά μέλη, των οποίων η συμβολή στην προάσπιση των συμφερόντων των παραγωγών είναι μεγάλη, ανταποκρινόμενη κάθε φορά στις εκάστοτε απαιτήσεις του ανταγωνισμού.

Ο πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Πελασγίας μας μιλάει για την δυναμική της αγροτική οικονομίας, τα μυστικά του ελαιολάδου και την αντιμετώπιση του δάκου.

Κύριε Αχινιώτη σε ποιους τομείς δραστηριοποιείται ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Πελασγίας;

Το συνεταιριστικό κίνημα άνθισε παγκοσμίως στις αρχές του 19ο αιώνα, με σκοπό την εθελοντική και ελεύθερη συμμετοχή, την εκπαίδευση – κατάρτιση, αλλά και πληροφόρηση των μελών. Η πρώτη ενασχόληση του συνεταιρισμού, το 1946, είχε να κάνει με την ελαιοποίηση της ελιάς που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί ως βρώσιμη. Εν συνεχεία, δραστηριοποιήθηκε και σε άλλους τομείς όπως το εμπόριο (φυτοφάρμακα, λιπάσματα κ.α.), αλλά και στον τομέα των Σούπερ Μάρκετ. Το 2008 η Ελλάδα βρέθηκε στον κυκλώνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με τα δυσάρεστα αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε και βιώσαμε. Στην δίνη του κυκλώνα βρέθηκαν και οι συνεταιρισμοί, όπως και ο δικός μας, με αποτέλεσμα να διατηρεί μόνο  τις εγκαταστάσεις του ελαιοτριβείου. Σήμερα έχει σύγχρονες εγκαταστάσεις με όλα τα πρότυπα παραγωγής και θεωρείται ως ένας καθαρός και βιώσιμος συνεταιρισμός.

Μπορούν οι συνεταιρισμοί να συμβάλλουν στην Αγροτική Ανάπτυξη και Οικονομία;

Δεν νοείται αγροτική ανάπτυξη και οικονομία, χωρίς σύγχρονους και βιώσιμους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Θα πρέπει να κρατηθούν τα θετικά σημεία του παρελθόντος, αποβάλλοντας τα αρνητικά, έτσι ώστε, να αποκτηθούν νέες δράσεις που θα βασίζονται στην παραγωγή προϊόντων με σκοπό τη προστασία της υγείας του καταναλωτή, του περιβάλλοντος, αλλά και την παραγωγή εξαιρετικά ποιοτικών προϊόντων. Επιπλέον, εκμεταλλευόμενοι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, θα πρέπει να δημιουργηθούν δίκτυα πωλήσεων προς όφελος Αγρότη – Παραγωγού.

Πώς έκλεισε η φετινή χρονιά και τι προβλήματα δημιούργησε η πανδημία;

Ήταν μια αρκετά δύσκολη περίοδος, από πολλές πλευρές. Η χαμηλή παραγωγή στην περιοχή μας, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες συγκομιδής, εξαιτίας των μέτρων, οδήγησε τους παραγωγούς στην πρώιμη συγκομιδή της ελιάς. Αποτέλεσμα είχε, να φτάσουν μικρές ποσότητες προς ελαιοποίηση, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια χαμένη χρονιά. Σκεφτείτε ότι η παραγωγή φέτος ήταν μόλις 40 τόνοι, ενώ την περσινή χρονιά είχε αγγίξει τους 300 τόνους. Κάνουμε λόγο για τεράστια διαφορά.

Ποιες ποιότητες λαδιού παράγει η περιοχή της Ανατολικής Φθιώτιδας;

Στις εγκαταστάσεις μας, οι μεγαλύτερες ποσότητες που παράγουμε είναι κατηγορίες Έξτρα Παρθένου και ακολουθούν τα παρθένα και τελευταία τα lampante ελαιόλαδα.

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η ποιότητα του ελαιολάδου;

Για να παράγεις εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, αυστηρή προϋπόθεση, είναι ο καρπός που φτάνει στις εγκαταστάσεις μας να είναι φρέσκος και καθαρός από ασθένειες και δάκο. Ο δάκος δημιουργεί προβλήματα στον καρπό που δρομολογείται ως βρώσιμος και επηρεάζει σημαντικά τη γεύση και την οξύτητα του ελαιολάδου.

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με εξιδεικευμένες αναλύσεις, εντάσσουν το ελαιόλαδο στις κατηγορίες που προαναφέραμε. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι αλλάζοντας κατηγορία ποιότητας, αλλάζει και η τιμή πώλησης με την περσινή χρονιά, αλλά και με τα έως τώρα δεδομένα να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, πράγμα που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη λειτουργία τέτοιων μονάδων, αλλά και την πορεία του αγροτικού επαγγέλματος.

Οι χαμηλές πτήσεις τιμών σε συνδυασμό με τα υψηλά έξοδα παραγωγής του προϊόντος, κάνει το ελληνικό ελαιόλαδο μη ανταγωνιστικό σε σχέση με άλλες χώρες που διατηρούν γραμμικούς ελαιώνες και εντελώς διαφορετικά κόστη παραγωγής.

Ο δάκος είναι ο σοβαρότερος εχθρός της ελιάς στην χώρα μας και ειδικότερα στην περιοχή μας. Η καταπολέμησή του θεωρείται αναγκαία, διαφορετικά όπως αναφέρατε απειλείται η παραγωγή, στην οποία το λάδι αποτελεί κύριο αγροτικό προϊόν, και για πολλούς αγρότες το μοναδικό που αποδίδει έσοδα για την επιβίωσή τους. Παρά, λοιπόν, το γεγονός πως μιλάμε για ένα γνωστό πρόβλημα και όχι για ένα αναπάντεχο φαινόμενο, η Περιφέρεια το έχει αφήσει στην τύχη του ή επαρκούν τα μέτρα που έχουν ληφθεί;

Σίγουρα πρωταρχικό ρόλο παίζουν οι καιρικές συνθήκες για την ανάπτυξη και εξάπλωση του δάκου. Οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό του, γι’ αυτό και οι ψεκασμοί πρέπει να γίνονται έγκαιρα στο σωστό χρονικό διάστημα. Όμως, και από την πλευρά των αγροτών χρειάζεται προσοχή στο να ελέγχουν τα συνεργεία καταπολέμησης, να γίνονται σωστά, γιατί έχει παρατηρηθεί και αυτό. Η έλλειψη γνώσης και εμπειρίας του περιφερειακού μηχανισμού, καθιστά αδυναμίες στην ετοιμότητα και την προστασία της ελιάς, γι’ αυτό και εντείνεται κάθε χρόνο το πρόβλημα με το δάκο. Ακόμη και οι έκτακτοι ψεκασμοί δεν έχουν καμία απολύτως επίδραση, από τη στιγμή που τα δέντρα έχουν ήδη προσβληθεί.

 

 

 

Τα Στερεά Νέα βρέθηκαν στην όμορφη Πελασγία και τον Αγροτικό Ελαιουργικό Συνεταιρισμό της, έναν από τους πιο παλιούς της Φθιώτιδας στο χώρο της ελιάς, και συναντήθηκαν με τον πρόεδρο του συνεταιρισμού, κ. Χριστόφορο Αχινιώτη, ο οποίος μας μίλησε για την ιστορία του συνεταιρισμού, την προσπάθεια της διοίκησης να διατηρεί την ποιότητα σε υψηλά επίπεδα, αλλά και για τον απολογισμό της φετινής χρονιάς εν μέσω πανδημίας.

Ο Αγροτικός Ελαιουργικός Συνεταιρισμός Πελασγίας ιδρύθηκε το έτος 1946 και απαρτίζεται από 160 ενεργά μέλη, των οποίων η συμβολή στην προάσπιση των συμφερόντων των παραγωγών είναι μεγάλη, ανταποκρινόμενη κάθε φορά στις εκάστοτε απαιτήσεις του ανταγωνισμού.

Ο πρόεδρος του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Πελασγίας μας μιλάει για την δυναμική της αγροτική οικονομίας, τα μυστικά του ελαιολάδου και την αντιμετώπιση του δάκου.

Κύριε Αχινιώτη σε ποιους τομείς δραστηριοποιείται ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Πελασγίας;

Το συνεταιριστικό κίνημα άνθισε παγκοσμίως στις αρχές του 19ο αιώνα, με σκοπό την εθελοντική και ελεύθερη συμμετοχή, την εκπαίδευση – κατάρτιση, αλλά και πληροφόρηση των μελών. Η πρώτη ενασχόληση του συνεταιρισμού, το 1946, είχε να κάνει με την ελαιοποίηση της ελιάς που δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί ως βρώσιμη. Εν συνεχεία, δραστηριοποιήθηκε και σε άλλους τομείς όπως το εμπόριο (φυτοφάρμακα, λιπάσματα κ.α.), αλλά και στον τομέα των Σούπερ Μάρκετ. Το 2008 η Ελλάδα βρέθηκε στον κυκλώνα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης με τα δυσάρεστα αποτελέσματα που όλοι γνωρίζουμε και βιώσαμε. Στην δίνη του κυκλώνα βρέθηκαν και οι συνεταιρισμοί, όπως και ο δικός μας, με αποτέλεσμα να διατηρεί μόνο  τις εγκαταστάσεις του ελαιοτριβείου. Σήμερα έχει σύγχρονες εγκαταστάσεις με όλα τα πρότυπα παραγωγής και θεωρείται ως ένας καθαρός και βιώσιμος συνεταιρισμός.

Μπορούν οι συνεταιρισμοί να συμβάλλουν στην Αγροτική Ανάπτυξη και Οικονομία;

Δεν νοείται αγροτική ανάπτυξη και οικονομία, χωρίς σύγχρονους και βιώσιμους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Θα πρέπει να κρατηθούν τα θετικά σημεία του παρελθόντος, αποβάλλοντας τα αρνητικά, έτσι ώστε, να αποκτηθούν νέες δράσεις που θα βασίζονται στην παραγωγή προϊόντων με σκοπό τη προστασία της υγείας του καταναλωτή, του περιβάλλοντος, αλλά και την παραγωγή εξαιρετικά ποιοτικών προϊόντων. Επιπλέον, εκμεταλλευόμενοι τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας, θα πρέπει να δημιουργηθούν δίκτυα πωλήσεων προς όφελος Αγρότη – Παραγωγού.

Πώς έκλεισε η φετινή χρονιά και τι προβλήματα δημιούργησε η πανδημία;

Ήταν μια αρκετά δύσκολη περίοδος, από πολλές πλευρές. Η χαμηλή παραγωγή στην περιοχή μας, σε συνδυασμό με τις δυσκολίες συγκομιδής, εξαιτίας των μέτρων, οδήγησε τους παραγωγούς στην πρώιμη συγκομιδή της ελιάς. Αποτέλεσμα είχε, να φτάσουν μικρές ποσότητες προς ελαιοποίηση, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα πως πρόκειται για μια χαμένη χρονιά. Σκεφτείτε ότι η παραγωγή φέτος ήταν μόλις 40 τόνοι, ενώ την περσινή χρονιά είχε αγγίξει τους 300 τόνους. Κάνουμε λόγο για τεράστια διαφορά.

Ποιες ποιότητες λαδιού παράγει η περιοχή της Ανατολικής Φθιώτιδας;

Στις εγκαταστάσεις μας, οι μεγαλύτερες ποσότητες που παράγουμε είναι κατηγορίες Έξτρα Παρθένου και ακολουθούν τα παρθένα και τελευταία τα lampante ελαιόλαδα.

Σε ποιους παράγοντες οφείλεται η ποιότητα του ελαιολάδου;

Για να παράγεις εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα, αυστηρή προϋπόθεση, είναι ο καρπός που φτάνει στις εγκαταστάσεις μας να είναι φρέσκος και καθαρός από ασθένειες και δάκο. Ο δάκος δημιουργεί προβλήματα στον καρπό που δρομολογείται ως βρώσιμος και επηρεάζει σημαντικά τη γεύση και την οξύτητα του ελαιολάδου.

Όλα τα παραπάνω σε συνδυασμό με εξιδεικευμένες αναλύσεις, εντάσσουν το ελαιόλαδο στις κατηγορίες που προαναφέραμε. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε ότι αλλάζοντας κατηγορία ποιότητας, αλλάζει και η τιμή πώλησης με την περσινή χρονιά, αλλά και με τα έως τώρα δεδομένα να κυμαίνονται σε χαμηλά επίπεδα, πράγμα που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη λειτουργία τέτοιων μονάδων, αλλά και την πορεία του αγροτικού επαγγέλματος.

Οι χαμηλές πτήσεις τιμών σε συνδυασμό με τα υψηλά έξοδα παραγωγής του προϊόντος, κάνει το ελληνικό ελαιόλαδο μη ανταγωνιστικό σε σχέση με άλλες χώρες που διατηρούν γραμμικούς ελαιώνες και εντελώς διαφορετικά κόστη παραγωγής.

Ο δάκος είναι ο σοβαρότερος εχθρός της ελιάς στην χώρα μας και ειδικότερα στην περιοχή μας. Η καταπολέμησή του θεωρείται αναγκαία, διαφορετικά όπως αναφέρατε απειλείται η παραγωγή, στην οποία το λάδι αποτελεί κύριο αγροτικό προϊόν, και για πολλούς αγρότες το μοναδικό που αποδίδει έσοδα για την επιβίωσή τους. Παρά, λοιπόν, το γεγονός πως μιλάμε για ένα γνωστό πρόβλημα και όχι για ένα αναπάντεχο φαινόμενο, η Περιφέρεια το έχει αφήσει στην τύχη του ή επαρκούν τα μέτρα που έχουν ληφθεί;

Σίγουρα πρωταρχικό ρόλο παίζουν οι καιρικές συνθήκες για την ανάπτυξη και εξάπλωση του δάκου. Οι υψηλές θερμοκρασίες ευνοούν την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό του, γι’ αυτό και οι ψεκασμοί πρέπει να γίνονται έγκαιρα στο σωστό χρονικό διάστημα. Όμως, και από την πλευρά των αγροτών χρειάζεται προσοχή στο να ελέγχουν τα συνεργεία καταπολέμησης, να γίνονται σωστά, γιατί έχει παρατηρηθεί και αυτό. Η έλλειψη γνώσης και εμπειρίας του περιφερειακού μηχανισμού, καθιστά αδυναμίες στην ετοιμότητα και την προστασία της ελιάς, γι’ αυτό και εντείνεται κάθε χρόνο το πρόβλημα με το δάκο. Ακόμη και οι έκτακτοι ψεκασμοί δεν έχουν καμία απολύτως επίδραση, από τη στιγμή που τα δέντρα έχουν ήδη προσβληθεί.

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ