Α. Εξαδάκτυλος: “Τα μέτρα “τρέχουν”, αλλά ο ιός κινείται γρηγορότερα”

Τα μέτρα αποδίδουν, αλλά σίγουρα δεν έχουμε τα αποτελέσματα που θα θέλαμε

Έπειτα από τη μακράς διαρκείας ισχύ περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας, η κούραση της κοινωνίας και οι οικονομικές επιπτώσεις είναι πολύ μεγάλες. Αυτός είναι και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που δεν πάρθηκε απόφαση καθολικού απαγορευτικού στην χώρα, όπως είχε συμβεί και τον προηγούμενο Μάρτιο. Το ενδεχόμενο γενικού lockdown, είχε εξετασθεί, καθώς πολλοί ήταν οι ειδικοί και οι επιστήμονες που το είχαν εισηγηθεί, όμως η κυβέρνηση μαζί με τους λοιμωξιολόγους αποφάσισαν να εφαρμόσουν μέτρα, που θα επιφέρουν μείωση της κινητικότητας των πολιτών, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στο τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Παράλληλα αυξήθηκε το επίπεδο συναγερμού σε περιοχές με σημαντική επιβάρυνση του επιδημικού φορτίου. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της επιτροπής, η πίεση στα νοσοκομεία κατά κύριο λόγο της πρωτεύουσας λόγω της έξαρσης της πανδημίας και του τρίτου λεγόμενου κύματος, είναι ασφυκτική, όμως το ιικό φορτίο στην Αττική έχει σταθεροποιηθεί.

Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τον νέο κορωνοϊό, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος,«πρέπει να ξέρουμε ότι ζούμε σε μια εποχή που η κούραση έχει επηρεάσει την κρίση όλων. Έχουμε την αίσθηση ότι τα μέτρα δεν αποδίδουν. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην Αττική, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων εδώ και δέκα ημέρες έχει σταθεροποιηθεί, αν και υπάρχει σαφής επιβάρυνση στο σύστημα υγείας, η οποία πάντα έπεται των νέων διαγνώσεων. Αναλογικά με τον πληθυσμό της, η Αττική δεν είναι το μέγιστο σε αυτή την πανδημία. Τον περασμένο Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη είχαμε 900 κρούσματα ημερησίως. Σε αυτό το επίπεδο, αναλογικά, η Αττική δεν έφτασε ποτέ. Επίσης, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι παλεύουμε πλέον έναν ιό που κινείται πιο γρήγορα (σ.σ. λόγω του βρετανικού στελέχους). Οπότε, τα μέτρα αποδίδουν, αλλά σίγουρα δεν έχουμε τα αποτελέσματα που θα θέλαμε».

Σύμφωνα με τον κ. Εξαδάκτυλο, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι παράλληλα με την “επίθεση” που δέχεται η Αττική από τον κορωνοϊό από τις αρχές του προηγούμενου μήνα, η αύξηση των κρουσμάτων σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας είναι άκρως ανησυχητική, αποτέλεσμα του “κοκκινίσματος” του επιδημιολογικού χάρτη όλης της χώρας, γεγονός που επέφερε και τα αυστηρότερα μέτρα.

«Η Θεσσαλονίκη σήμερα, κατ’ αναλογίαν πληθυσμού, είναι στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται η Αττική. Δεν πρέπει λοιπόν να είμαστε στο σημείο να προσπαθούμε να “θεραπεύσουμε” μία περιοχή και να χειροτερεύει κάποια άλλη. Και θα πρέπει να φροντίσουμε ώστε και το σύστημα υγείας να έχει υποστήριξη. Εάν δηλαδή η πληρότητα φτάσει στο 100% στις μονάδες COVID-19 στην Αττική, να μπορούν να διακομισθούν περιστατικά σε άλλες περιοχές». «Το θέμα είναι η εφαρμογή των μέτρων στον μέγιστο δυνατό βαθμό για μερικές εβδομάδες», σημείωσε ο καθηγητής Ιατρικής και πρύτανης του ΕΚΠΑ, Αθανάσιος Δημόπουλος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ. Οπως είπε, «το ΕΣΥ αναγκάζεται καθημερινά να ανοίγει νέες κλίνες COVID, νέες κλίνες ΜΕΘ. Δεν είναι απλή υπόθεση αυτό. Πέραν του κρεβατιού και του εξοπλισμού, χρειάζεται ιατρικό προσωπικό, και οι γιατροί είναι στα όριά τους».

Έπειτα από τη μακράς διαρκείας ισχύ περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας, η κούραση της κοινωνίας και οι οικονομικές επιπτώσεις είναι πολύ μεγάλες. Αυτός είναι και ένας από τους σημαντικότερους λόγους που δεν πάρθηκε απόφαση καθολικού απαγορευτικού στην χώρα, όπως είχε συμβεί και τον προηγούμενο Μάρτιο. Το ενδεχόμενο γενικού lockdown, είχε εξετασθεί, καθώς πολλοί ήταν οι ειδικοί και οι επιστήμονες που το είχαν εισηγηθεί, όμως η κυβέρνηση μαζί με τους λοιμωξιολόγους αποφάσισαν να εφαρμόσουν μέτρα, που θα επιφέρουν μείωση της κινητικότητας των πολιτών, δίνοντας ιδιαίτερη βάση στο τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας. Παράλληλα αυξήθηκε το επίπεδο συναγερμού σε περιοχές με σημαντική επιβάρυνση του επιδημικού φορτίου. Σύμφωνα με τα λεγόμενα της επιτροπής, η πίεση στα νοσοκομεία κατά κύριο λόγο της πρωτεύουσας λόγω της έξαρσης της πανδημίας και του τρίτου λεγόμενου κύματος, είναι ασφυκτική, όμως το ιικό φορτίο στην Αττική έχει σταθεροποιηθεί.

Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Ιατρικού Συλλόγου, μέλος της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για τον νέο κορωνοϊό, Αθανάσιος Εξαδάκτυλος,«πρέπει να ξέρουμε ότι ζούμε σε μια εποχή που η κούραση έχει επηρεάσει την κρίση όλων. Έχουμε την αίσθηση ότι τα μέτρα δεν αποδίδουν. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Στην Αττική, ο αριθμός των νέων κρουσμάτων εδώ και δέκα ημέρες έχει σταθεροποιηθεί, αν και υπάρχει σαφής επιβάρυνση στο σύστημα υγείας, η οποία πάντα έπεται των νέων διαγνώσεων. Αναλογικά με τον πληθυσμό της, η Αττική δεν είναι το μέγιστο σε αυτή την πανδημία. Τον περασμένο Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη είχαμε 900 κρούσματα ημερησίως. Σε αυτό το επίπεδο, αναλογικά, η Αττική δεν έφτασε ποτέ. Επίσης, θα πρέπει να θυμόμαστε ότι παλεύουμε πλέον έναν ιό που κινείται πιο γρήγορα (σ.σ. λόγω του βρετανικού στελέχους). Οπότε, τα μέτρα αποδίδουν, αλλά σίγουρα δεν έχουμε τα αποτελέσματα που θα θέλαμε».

Σύμφωνα με τον κ. Εξαδάκτυλο, ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι παράλληλα με την “επίθεση” που δέχεται η Αττική από τον κορωνοϊό από τις αρχές του προηγούμενου μήνα, η αύξηση των κρουσμάτων σε πολλές άλλες περιοχές της χώρας είναι άκρως ανησυχητική, αποτέλεσμα του “κοκκινίσματος” του επιδημιολογικού χάρτη όλης της χώρας, γεγονός που επέφερε και τα αυστηρότερα μέτρα.

«Η Θεσσαλονίκη σήμερα, κατ’ αναλογίαν πληθυσμού, είναι στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται η Αττική. Δεν πρέπει λοιπόν να είμαστε στο σημείο να προσπαθούμε να “θεραπεύσουμε” μία περιοχή και να χειροτερεύει κάποια άλλη. Και θα πρέπει να φροντίσουμε ώστε και το σύστημα υγείας να έχει υποστήριξη. Εάν δηλαδή η πληρότητα φτάσει στο 100% στις μονάδες COVID-19 στην Αττική, να μπορούν να διακομισθούν περιστατικά σε άλλες περιοχές». «Το θέμα είναι η εφαρμογή των μέτρων στον μέγιστο δυνατό βαθμό για μερικές εβδομάδες», σημείωσε ο καθηγητής Ιατρικής και πρύτανης του ΕΚΠΑ, Αθανάσιος Δημόπουλος, μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό ΣΚΑΪ. Οπως είπε, «το ΕΣΥ αναγκάζεται καθημερινά να ανοίγει νέες κλίνες COVID, νέες κλίνες ΜΕΘ. Δεν είναι απλή υπόθεση αυτό. Πέραν του κρεβατιού και του εξοπλισμού, χρειάζεται ιατρικό προσωπικό, και οι γιατροί είναι στα όριά τους».

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *