Ηλεκτρονικές αποδείξεις: Ποιοι απαλλάσσονται για το 2020

Γλιτώνουν τον έξτρα φόρο 22% για τις αποδείξεις που δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το προηγούμενο έτος οι φορολογούμενοι ηλικίας άνω των 60 ετών, οι εργαζόμενοι που τέθηκαν σε καθεστώς αναστολής και οι επαγγελματίες που ανήκαν στους πληττόμενους ΚΑΔ ή

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Γλιτώνουν τον έξτρα φόρο 22% για τις αποδείξεις που δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το προηγούμενο έτος οι φορολογούμενοι ηλικίας άνω των 60 ετών, οι εργαζόμενοι που τέθηκαν σε καθεστώς αναστολής και οι επαγγελματίες που ανήκαν στους πληττόμενους ΚΑΔ ή έκλεισαν με κρατική εντολή.

Για τους υπόλοιπους φορολογουμένους, σύμφωνα με την απόφαση της ΑΑΔΕ, το μέτρο της συγκέντρωσης αποδείξεων ίσες με το 30% του πραγματικού εισοδήματος επιβάλλεται με εκπτώσεις, οι οποίες ενεργοποιούνται ανάλογα με το ύψος των αποδείξεων που συγκέντρωσαν. Για όσους συγκέντρωσαν αποδείξεις πάνω από το 20% του πραγματικού εισοδήματος και κάτω από 30% επιβάλλεται πέναλτι με συντελεστή 11% αντί 22% που προβλέπει η νομοθεσία. Για όσους συγκέντρωσαν ακόμα μικρότερο ποσοστό αποδείξεων εφαρμόζεται ένα μεικτό σύστημα. Με τις αλλαγές στις οποίες προχώρησε το οικονομικό επιτελείο επί της ουσίας:

α) Αν κάποιος έχει καλύψει με ηλεκτρονικές αποδείξεις μεταξύ 20% και 30% του εισοδήματος εφαρμόζεται συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ ποσού που κάλυψε και απαιτούμενου ποσού (30%). Για παράδειγμα αν κάλυψε 25%, εφαρμόζεται συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ 25% και 30% του εισοδήματος, δηλαδή ουσιαστικά στο 5% του εισοδήματος.

β) Αν κάποιος έχει καλύψει κάτω από 20%, εφαρμόζεται:

• Συντελεστής 22% στη διαφορά μεταξύ ποσού που κάλυψε και του ποσού που αντιστοιχεί στο 20% του εισοδήματος.
• Συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ 20% και 30% του εισοδήματος, δηλαδή ουσιαστικά στο 10% του εισοδήματος.

Ειδικότερα:

1. Για τις περιπτώσεις που το δηλωθέν ποσό δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εντός του φορολογικού έτους 2020 με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής είναι μεν χαμηλότερο του απαιτούμενου 30% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά είναι υψηλότερο του 20% αυτού, ο φόρος που προκύπτει προσαυξάνεται κατά 11% (αντί 22% που ίσχυε μέχρι πρότινος) επί της διαφοράς μεταξύ απαιτούμενου και δηλωθέντος ποσού δαπανών που πραγματοποιήθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα ίσο με 15.000 ευρώ, απαιτείται να δηλώσει πραγματοποιηθείσες εντός του φορολογικού έτους 2020 δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής ποσού τουλάχιστον 4.500 ευρώ (15.000*30%=4.500). Εάν αυτός δηλώσει δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής που ανέρχονται στο 25% (ανώτερο του 20%, αλλά υπολειπόμενου του απαιτούμενου 30%) του πραγματικού τους εισοδήματος (15.000*25% = 3.750 ευρώ), τότε η προσαύξηση του φόρου θα είναι ίση με 82,5 ευρώ (4.500-3.750*11% = 82,5).

2. Για τις περιπτώσεις, όπου το δηλωθέν ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020 υπολείπεται του 20% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, τότε η προσαύξηση του φόρου που αποτελείται από το άθροισμα δύο επιμέρους ποσών υπολογίζεται: α) ως το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του 20% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα και του δηλωθέντος ποσού δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 22% και, επιπροσθέτως, β) από το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του 20% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 11%. Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα ίσο με 19.000 ευρώ και δηλωθείσες δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020 ίσες με 1.850 ευρώ (οι απαιτούμενες δαπάνες είναι 19.000*30% = 5.700 ευρώ), θα επιβαρυνθεί με προσαύξηση του φόρου που προκύπτει ίση με 638 ευρώ (429 ευρώ+209 ευρώ). Το πρώτο μέρος της προσαύξησης των 429 ευρώ αντιστοιχεί στο 22% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του 20% του πραγματικού εισοδήματος και του δηλωθέντος ποσού δαπανών (20%*19.000-1850* 22% = 429 ευρώ). Το δεύτερο μέρος της προσαύξησης των 209 ευρώ αντιστοιχεί στο 11% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του 20% του πραγματικού εισοδήματος (30%*19.000-20%*9.000*11% = 209 ευρώ).
Από την υποχρέωση συγκέντρωσης αποδείξεων εξαιρούνται:

• Τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και εντάσσονται στους πληττόμενους ΚΑΔ για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση εργασίας ανεστάλη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020 λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19.

• Τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση ναυτολόγησης ανεστάλη κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε διαστήματος εντός του 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία εντάχθηκαν στον μηχανισμό ενίσχυσης «Συν-Εργασία» ανεξαρτήτως χρονικού διαστήματος εντός του 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι ιδιοκτήτες ακινήτων που έλαβαν μειωμένο μίσθωμα εντός του 2020, για το οποίο έχει υποβληθεί έστω και μία εγκεκριμένη δήλωση COVID-19.

• Οι φορολογούμενοι που είχαν συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου 2019

Γλιτώνουν τον έξτρα φόρο 22% για τις αποδείξεις που δεν κατάφεραν να συγκεντρώσουν το προηγούμενο έτος οι φορολογούμενοι ηλικίας άνω των 60 ετών, οι εργαζόμενοι που τέθηκαν σε καθεστώς αναστολής και οι επαγγελματίες που ανήκαν στους πληττόμενους ΚΑΔ ή έκλεισαν με κρατική εντολή.

Για τους υπόλοιπους φορολογουμένους, σύμφωνα με την απόφαση της ΑΑΔΕ, το μέτρο της συγκέντρωσης αποδείξεων ίσες με το 30% του πραγματικού εισοδήματος επιβάλλεται με εκπτώσεις, οι οποίες ενεργοποιούνται ανάλογα με το ύψος των αποδείξεων που συγκέντρωσαν. Για όσους συγκέντρωσαν αποδείξεις πάνω από το 20% του πραγματικού εισοδήματος και κάτω από 30% επιβάλλεται πέναλτι με συντελεστή 11% αντί 22% που προβλέπει η νομοθεσία. Για όσους συγκέντρωσαν ακόμα μικρότερο ποσοστό αποδείξεων εφαρμόζεται ένα μεικτό σύστημα. Με τις αλλαγές στις οποίες προχώρησε το οικονομικό επιτελείο επί της ουσίας:

α) Αν κάποιος έχει καλύψει με ηλεκτρονικές αποδείξεις μεταξύ 20% και 30% του εισοδήματος εφαρμόζεται συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ ποσού που κάλυψε και απαιτούμενου ποσού (30%). Για παράδειγμα αν κάλυψε 25%, εφαρμόζεται συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ 25% και 30% του εισοδήματος, δηλαδή ουσιαστικά στο 5% του εισοδήματος.

β) Αν κάποιος έχει καλύψει κάτω από 20%, εφαρμόζεται:

• Συντελεστής 22% στη διαφορά μεταξύ ποσού που κάλυψε και του ποσού που αντιστοιχεί στο 20% του εισοδήματος.
• Συντελεστής 11% στη διαφορά μεταξύ 20% και 30% του εισοδήματος, δηλαδή ουσιαστικά στο 10% του εισοδήματος.

Ειδικότερα:

1. Για τις περιπτώσεις που το δηλωθέν ποσό δαπανών που πραγματοποιήθηκαν εντός του φορολογικού έτους 2020 με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής είναι μεν χαμηλότερο του απαιτούμενου 30% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα αλλά είναι υψηλότερο του 20% αυτού, ο φόρος που προκύπτει προσαυξάνεται κατά 11% (αντί 22% που ίσχυε μέχρι πρότινος) επί της διαφοράς μεταξύ απαιτούμενου και δηλωθέντος ποσού δαπανών που πραγματοποιήθηκαν με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής. Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα ίσο με 15.000 ευρώ, απαιτείται να δηλώσει πραγματοποιηθείσες εντός του φορολογικού έτους 2020 δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής ποσού τουλάχιστον 4.500 ευρώ (15.000*30%=4.500). Εάν αυτός δηλώσει δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής που ανέρχονται στο 25% (ανώτερο του 20%, αλλά υπολειπόμενου του απαιτούμενου 30%) του πραγματικού τους εισοδήματος (15.000*25% = 3.750 ευρώ), τότε η προσαύξηση του φόρου θα είναι ίση με 82,5 ευρώ (4.500-3.750*11% = 82,5).

2. Για τις περιπτώσεις, όπου το δηλωθέν ποσό δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020 υπολείπεται του 20% του πραγματικού εισοδήματος από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, τότε η προσαύξηση του φόρου που αποτελείται από το άθροισμα δύο επιμέρους ποσών υπολογίζεται: α) ως το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του 20% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα και του δηλωθέντος ποσού δαπανών με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 22% και, επιπροσθέτως, β) από το ποσό που προκύπτει από τη θετική διαφορά μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του 20% του πραγματικού εισοδήματος που προέρχεται από μισθωτή εργασία, συντάξεις και επιχειρηματική δραστηριότητα, πολλαπλασιαζόμενη με συντελεστή 11%. Για παράδειγμα, φορολογούμενος με πραγματικό εισόδημα ίσο με 19.000 ευρώ και δηλωθείσες δαπάνες με ηλεκτρονικά μέσα πληρωμής έτους 2020 ίσες με 1.850 ευρώ (οι απαιτούμενες δαπάνες είναι 19.000*30% = 5.700 ευρώ), θα επιβαρυνθεί με προσαύξηση του φόρου που προκύπτει ίση με 638 ευρώ (429 ευρώ+209 ευρώ). Το πρώτο μέρος της προσαύξησης των 429 ευρώ αντιστοιχεί στο 22% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του 20% του πραγματικού εισοδήματος και του δηλωθέντος ποσού δαπανών (20%*19.000-1850* 22% = 429 ευρώ). Το δεύτερο μέρος της προσαύξησης των 209 ευρώ αντιστοιχεί στο 11% της διαφοράς που προκύπτει μεταξύ του απαιτούμενου ποσού δαπανών και του 20% του πραγματικού εισοδήματος (30%*19.000-20%*9.000*11% = 209 ευρώ).
Από την υποχρέωση συγκέντρωσης αποδείξεων εξαιρούνται:

• Τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα και εντάσσονται στους πληττόμενους ΚΑΔ για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση εργασίας ανεστάλη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα εντός του έτους 2020 λόγω των μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας COVID-19.

• Τα φυσικά πρόσωπα των οποίων η σύμβαση ναυτολόγησης ανεστάλη κατά τη διάρκεια οποιουδήποτε διαστήματος εντός του 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία εντάχθηκαν στον μηχανισμό ενίσχυσης «Συν-Εργασία» ανεξαρτήτως χρονικού διαστήματος εντός του 2020.

• Τα φυσικά πρόσωπα τα οποία είναι ιδιοκτήτες ακινήτων που έλαβαν μειωμένο μίσθωμα εντός του 2020, για το οποίο έχει υποβληθεί έστω και μία εγκεκριμένη δήλωση COVID-19.

• Οι φορολογούμενοι που είχαν συμπληρώσει το εξηκοστό έτος της ηλικίας τους στις 31 Δεκεμβρίου 2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ