Οξύ το πρόβλημα στην Ελλάδα, με 70% των νέων έως 34 ετών μένουν με τους γονείς

Είναι ξεκάθαρη η αδυναμία ενός πολύ σημαντικού ποσοστού των σημερινών νέων να αποκτήσουν ιδιόκτητο σπίτι

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Διαστάσεις κοινωνικής κρίσης είναι πιθανό να λάβει σύντομα το ζήτημα της στέγασης για δεκάδες ή ακόμα και εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των ενοικίων έχουν καταγράψει σημαντικές αυξήσεις, όχι μόνο την τελευταία τριετία, αλλά συνολικά κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε. Την ίδια στιγμή, τα εισοδήματα παραμένουν καθηλωμένα, η ανεργία κινείται πέριξ του 16% και το κόστος διαβίωσης, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, κρίνεται απαγορευτικό για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν τη δική τους στέγη. Είναι άλλωστε ξεκάθαρη η αδυναμία ενός πολύ σημαντικού ποσοστού των σημερινών νέων να αποκτήσουν ιδιόκτητο σπίτι. Ως εκ τούτου, διαμορφώνεται μια ολόκληρη γενιά ενοικιαστών, τάση που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα και σε άλλες μεσογειακές χώρες, παρά το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Κάπως έτσι, στην πρόσφατη έρευνα της Eurostat, στη χώρα μας προέκυψε ότι σχεδόν 70% των νέων ηλικίας από 18 έως 34 ετών εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πανευρωπαϊκά, καθώς ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώνεται σε 50 %. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα δεν ξεπερνούσε το 60,7%. Από τότε μέχρι σήμερα όχι μόνο μεσολάβησε η χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, αλλά ταυτόχρονα οι τιμές των ενοικίων συνέχισαν να αυξάνονται.

Όπως προκύπτει από τη σχετική ανάλυση του δικτύου ηλεκτρονικών αγγελιών Spitogatos, από το 2011 έως και το 2020 οι τιμές των ενοικίων κατοικιών αυξήθηκαν κατά 11,1%. Την ίδια περίοδο σημειώθηκε σημαντική κάμψη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, καθώς μειώθηκαν οι μισθοί, η ανεργία εκτινάχθηκε και αυξήθηκε σημαντικά η φορολογία των μισθωτών. Πρόκειται για ένα «εκρηκτικό» μείγμα, που είχε ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα και τη μείωση του αριθμού δημιουργίας νέων νοικοκυριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας (2010 – 2020) το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης μειώθηκε στο 67,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2018, από 93,3% που ήταν το 2008. Αντίστοιχα, το 2016 το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας είχε περιοριστεί σε 14932 ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 38,5% σε σχέση με το 2010, όταν είχε ανέλθει σε 24,224 ευρώ.

Ως εκ τούτου, με βάση τα σχετικά στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το 39,5% του πληθυσμού υποχρεώνεται να ξοδεύει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος του για έξοδα σχετικά με το ακίνητο στο οποίο διαμένει. Πρόκειται για ποσοστό τετραπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που δεν ξεπερνά το 9,6% στην Ε.Ε. των «27». Μάλιστα η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη για τους ενοικιαστές, καθώς το 83% αυτών χρειάζεται να δαπανά πάνω από το 40% των μηνιαίων εσόδων του για να εξασφαλίσει στέγη. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αυτό ισχύει για μόλις το 25% των ενοικιαστών.

Ως προς τις πιθανές λύσεις στο ζήτημα, αυτές παραμένουν στο επίπεδο της θεωρίας, καθώς δεν φαίνεται να προκύπτει διάθεση νομοθετικής παρέμβασης προς το παρόν. Η απουσία κοινωνικής πολιτικής ακινήτων είναι ένα ζήτημα που έχουν θίξει και παράγοντες της αγοράς ακινήτων τα τελευταία χρόνια, καθώς η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας έχει αφήσει κενό που δεν έχει αναπληρωθεί. Η αύξηση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση θα μπορούσε να προσφέρει μια λύση μείωσης των τιμών, όπως επίσης και διάθεση ακινήτων με επιδότηση ενοικίου, πέραν των κατηγοριών πολιτών που επωφελούνται σήμερα από το συγκεκριμένο μέτρο.

Διαστάσεις κοινωνικής κρίσης είναι πιθανό να λάβει σύντομα το ζήτημα της στέγασης για δεκάδες ή ακόμα και εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά, καθώς οι τιμές των ενοικίων έχουν καταγράψει σημαντικές αυξήσεις, όχι μόνο την τελευταία τριετία, αλλά συνολικά κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης που προηγήθηκε. Την ίδια στιγμή, τα εισοδήματα παραμένουν καθηλωμένα, η ανεργία κινείται πέριξ του 16% και το κόστος διαβίωσης, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, κρίνεται απαγορευτικό για όσους επιθυμούν να αποκτήσουν τη δική τους στέγη. Είναι άλλωστε ξεκάθαρη η αδυναμία ενός πολύ σημαντικού ποσοστού των σημερινών νέων να αποκτήσουν ιδιόκτητο σπίτι. Ως εκ τούτου, διαμορφώνεται μια ολόκληρη γενιά ενοικιαστών, τάση που θα κυριαρχήσει τις επόμενες δεκαετίες τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα και σε άλλες μεσογειακές χώρες, παρά το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης. Κάπως έτσι, στην πρόσφατη έρευνα της Eurostat, στη χώρα μας προέκυψε ότι σχεδόν 70% των νέων ηλικίας από 18 έως 34 ετών εξακολουθούν να μένουν με τους γονείς τους. Πρόκειται για ένα από τα υψηλότερα ποσοστά πανευρωπαϊκά, καθώς ο μέσος όρος στην Ε.Ε. διαμορφώνεται σε 50 %. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2011 το αντίστοιχο ποσοστό στην Ελλάδα δεν ξεπερνούσε το 60,7%. Από τότε μέχρι σήμερα όχι μόνο μεσολάβησε η χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών, αλλά ταυτόχρονα οι τιμές των ενοικίων συνέχισαν να αυξάνονται.

Όπως προκύπτει από τη σχετική ανάλυση του δικτύου ηλεκτρονικών αγγελιών Spitogatos, από το 2011 έως και το 2020 οι τιμές των ενοικίων κατοικιών αυξήθηκαν κατά 11,1%. Την ίδια περίοδο σημειώθηκε σημαντική κάμψη της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών, καθώς μειώθηκαν οι μισθοί, η ανεργία εκτινάχθηκε και αυξήθηκε σημαντικά η φορολογία των μισθωτών. Πρόκειται για ένα «εκρηκτικό» μείγμα, που είχε ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα και τη μείωση του αριθμού δημιουργίας νέων νοικοκυριών. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας (2010 – 2020) το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε ισοδύναμα αγοραστικής δύναμης μειώθηκε στο 67,4% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2018, από 93,3% που ήταν το 2008. Αντίστοιχα, το 2016 το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα του συνόλου των νοικοκυριών της χώρας είχε περιοριστεί σε 14932 ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 38,5% σε σχέση με το 2010, όταν είχε ανέλθει σε 24,224 ευρώ.

Ως εκ τούτου, με βάση τα σχετικά στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το 39,5% του πληθυσμού υποχρεώνεται να ξοδεύει πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος του για έξοδα σχετικά με το ακίνητο στο οποίο διαμένει. Πρόκειται για ποσοστό τετραπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, που δεν ξεπερνά το 9,6% στην Ε.Ε. των «27». Μάλιστα η κατάσταση είναι ακόμα πιο δύσκολη για τους ενοικιαστές, καθώς το 83% αυτών χρειάζεται να δαπανά πάνω από το 40% των μηνιαίων εσόδων του για να εξασφαλίσει στέγη. Στην υπόλοιπη Ευρώπη αυτό ισχύει για μόλις το 25% των ενοικιαστών.

Ως προς τις πιθανές λύσεις στο ζήτημα, αυτές παραμένουν στο επίπεδο της θεωρίας, καθώς δεν φαίνεται να προκύπτει διάθεση νομοθετικής παρέμβασης προς το παρόν. Η απουσία κοινωνικής πολιτικής ακινήτων είναι ένα ζήτημα που έχουν θίξει και παράγοντες της αγοράς ακινήτων τα τελευταία χρόνια, καθώς η κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας έχει αφήσει κενό που δεν έχει αναπληρωθεί. Η αύξηση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση θα μπορούσε να προσφέρει μια λύση μείωσης των τιμών, όπως επίσης και διάθεση ακινήτων με επιδότηση ενοικίου, πέραν των κατηγοριών πολιτών που επωφελούνται σήμερα από το συγκεκριμένο μέτρο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ