Η αύξηση των καταθέσεων δεν είναι καλό νέο

Θυμίζουμε ότι τη χρονιά της πανδημίας και των λοκντάουν, δηλ. το 2020,  οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 14,7% στα 167,7 δισ. ευρώ.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίστηκε από αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα την περίοδο 2001-2009 αλλά και μείωση της ροπής για αποταμίευση από την δεκαετία του 1990.  Είναι λοιπόν λογικό να ακούγεται οξύμωρο πως η αύξηση των καταθέσεων δεν είναι για διθυράμβους.

Ο ελληνικός δημόσιος και ιδιωτικός τομέας χαρακτηρίζονται από ανισορροπίες. Μετά την ένταξη στο ευρώ το 2001, η Ελλάδα άρχισε να εμφανίζει αυξανόμενα ελλείμματα στο κρατικό προϋπολογισμό που άρχισαν να περιορίζονται από το 2010 και μετά για να μετατραπούν σε πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια πριν από την πανδημία. Ταυτόχρονα  έλλειμμα  κατέγραφε  ο ιδιωτικός τομέας και συγκεκριμένα τα νοικοκυριά, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης που σημείωσε η ροπή προς αποταμίευση του τομέα αυτού ήδη στη δεκαετία του 1990, δηλ. πριν από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Ακόμη χειρότερο, τα ελλείμματα τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα δεν οφείλονταν σε μόνιμη αύξηση της ροπής προς επενδύσεις αλλά σε αύξηση των δαπανών για κατανάλωση.

Είναι φυσικό όταν κάποιος διαβάζει τα ανωτέρω να πιστεύει πως η αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων όπως εκείνη που ανακοίνωσε χθες η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ ΕΛΛ 0,00%) για τον Ιούλιο να θεωρείται και να προβάλλεται ως καλό νέο. Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 1,841 δισ. ευρώ ή 13,2% σε ετήσια βάση και ανήλθαν σε 171,76 δισ.  τον Ιούλιο του 2021.  Η αύξηση των καταθέσεων των επιχειρήσεων πλησίασε το 25% η 1 δισ. σε ετήσια βάση τον Ιούλιο. Μάλιστα, οι ιδιωτικές καταθέσεις αυξήθηκαν τον Ιούλιο παρά το γεγονός ότι η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα  ήταν αρνητική.  Σημειώνουμε πως υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ των τραπεζικών καταθέσεων και των δανείων. Επίσης, παραδοσιακά, η ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος ευνοεί τις καταθέσεις τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

Ακόμη, η ιδιωτική κατανάλωση δείχνει να έχει πάρει τα πάνω της, καθώς ο κόσμος ξοδεύει ένα μέρος των χρημάτων που αποταμίευσε κατά την διάρκεια της πανδημίας. Το τελευταίο αναμένεται να αποτυπωθεί στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2ο και 3ο τρίμηνο. Όμως, ούτε αυτή η εξέλιξη ευνοεί την διψήφια αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων.

Θυμίζουμε ότι τη χρονιά της πανδημίας και των λοκντάουν, δηλ. το 2020,  οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 14,7% στα 167,7 δισ. ευρώ.

Επομένως, ποια μπορεί να είναι η πιο πειστική εξήγηση;  Αναμφίβολα, ο τουρισμός και η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος (μετά από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές) έχουν παίξει ρόλο. Όμως, σημαντικό μέρος της ενίσχυσης των ιδιωτικών καταθέσεων θα πρέπει να αποδοθεί στις κάθε μορφής κρατικές ενισχύσεις που δόθηκαν στα πλαίσια της πανδημίας. Είναι πλέον πανθομολογούμενο ότι αρκετές ενισχύσεις, π.χ. δάνεια με κρατική εγγύηση, πήγαν σε άτομα και  κυρίως εταιρείες που δεν τις είχαν ανάγκη.

Όμως, αυτά τα λεφτά είναι δανεικά, έχουν προστεθεί στο δημόσιο χρέος και κάποια στιγμή στο μέλλον θα πρέπει να αποπληρωθούν. Επιπλέον, η αύξηση των καταθέσεων εντείνει το πρόβλημα της διαχείρισης της πλεονάζουσας ρευστότητας που έχουν οι τράπεζες και πληγώνει της κερδοφορία τους.      

Για τους ανωτέρω λόγους θεωρούμε ότι οι διθύραμβοι για την αύξηση των καταθέσεων δεν δικαιολογούνται.

Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίστηκε από αυξανόμενα δημοσιονομικά ελλείμματα την περίοδο 2001-2009 αλλά και μείωση της ροπής για αποταμίευση από την δεκαετία του 1990.  Είναι λοιπόν λογικό να ακούγεται οξύμωρο πως η αύξηση των καταθέσεων δεν είναι για διθυράμβους.

Ο ελληνικός δημόσιος και ιδιωτικός τομέας χαρακτηρίζονται από ανισορροπίες. Μετά την ένταξη στο ευρώ το 2001, η Ελλάδα άρχισε να εμφανίζει αυξανόμενα ελλείμματα στο κρατικό προϋπολογισμό που άρχισαν να περιορίζονται από το 2010 και μετά για να μετατραπούν σε πλεονάσματα τα τελευταία χρόνια πριν από την πανδημία. Ταυτόχρονα  έλλειμμα  κατέγραφε  ο ιδιωτικός τομέας και συγκεκριμένα τα νοικοκυριά, κυρίως λόγω της σημαντικής υποχώρησης που σημείωσε η ροπή προς αποταμίευση του τομέα αυτού ήδη στη δεκαετία του 1990, δηλ. πριν από την ένταξη στη ζώνη του ευρώ. Ακόμη χειρότερο, τα ελλείμματα τόσο του δημοσίου όσο και του ιδιωτικού τομέα δεν οφείλονταν σε μόνιμη αύξηση της ροπής προς επενδύσεις αλλά σε αύξηση των δαπανών για κατανάλωση.

Είναι φυσικό όταν κάποιος διαβάζει τα ανωτέρω να πιστεύει πως η αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων όπως εκείνη που ανακοίνωσε χθες η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ ΕΛΛ 0,00%) για τον Ιούλιο να θεωρείται και να προβάλλεται ως καλό νέο. Οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 1,841 δισ. ευρώ ή 13,2% σε ετήσια βάση και ανήλθαν σε 171,76 δισ.  τον Ιούλιο του 2021.  Η αύξηση των καταθέσεων των επιχειρήσεων πλησίασε το 25% η 1 δισ. σε ετήσια βάση τον Ιούλιο. Μάλιστα, οι ιδιωτικές καταθέσεις αυξήθηκαν τον Ιούλιο παρά το γεγονός ότι η καθαρή ροή χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα  ήταν αρνητική.  Σημειώνουμε πως υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ των τραπεζικών καταθέσεων και των δανείων. Επίσης, παραδοσιακά, η ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος ευνοεί τις καταθέσεις τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

Ακόμη, η ιδιωτική κατανάλωση δείχνει να έχει πάρει τα πάνω της, καθώς ο κόσμος ξοδεύει ένα μέρος των χρημάτων που αποταμίευσε κατά την διάρκεια της πανδημίας. Το τελευταίο αναμένεται να αποτυπωθεί στο ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας το 2ο και 3ο τρίμηνο. Όμως, ούτε αυτή η εξέλιξη ευνοεί την διψήφια αύξηση των ιδιωτικών καταθέσεων.

Θυμίζουμε ότι τη χρονιά της πανδημίας και των λοκντάουν, δηλ. το 2020,  οι καταθέσεις του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκαν κατά 14,7% στα 167,7 δισ. ευρώ.

Επομένως, ποια μπορεί να είναι η πιο πειστική εξήγηση;  Αναμφίβολα, ο τουρισμός και η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος (μετά από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές) έχουν παίξει ρόλο. Όμως, σημαντικό μέρος της ενίσχυσης των ιδιωτικών καταθέσεων θα πρέπει να αποδοθεί στις κάθε μορφής κρατικές ενισχύσεις που δόθηκαν στα πλαίσια της πανδημίας. Είναι πλέον πανθομολογούμενο ότι αρκετές ενισχύσεις, π.χ. δάνεια με κρατική εγγύηση, πήγαν σε άτομα και  κυρίως εταιρείες που δεν τις είχαν ανάγκη.

Όμως, αυτά τα λεφτά είναι δανεικά, έχουν προστεθεί στο δημόσιο χρέος και κάποια στιγμή στο μέλλον θα πρέπει να αποπληρωθούν. Επιπλέον, η αύξηση των καταθέσεων εντείνει το πρόβλημα της διαχείρισης της πλεονάζουσας ρευστότητας που έχουν οι τράπεζες και πληγώνει της κερδοφορία τους.      

Για τους ανωτέρω λόγους θεωρούμε ότι οι διθύραμβοι για την αύξηση των καταθέσεων δεν δικαιολογούνται.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ