Μια βόλτα μέσα στην άδεια, δαιδαλώδη Βουλή των Ελλήνων

Ένα σχεδόν κινηματογραφικό φωτορεπορτάζ σε ένα κτίριο ιστορικά φορτισμένο, αλλά και με απαράμιλλο στυλ.

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

H εικόνα του ελληνικού Κοινοβουλίου είναι σε όλους γνώριμη. Για να το πούμε όμως πιο σωστά, η εικόνα της αίθουσας της Ολομέλειας (και της Γερουσίας) είναι αυτή που βλέπουμε καθημερινά σε δελτία ειδήσεων και sites, όταν δεν βλέπουμε την πρόσοψη του κτιρίου ως φόντο σε κάποια συγκέντρωση/διαδήλωση.

 

Έτσι, είχαμε την περιέργεια να δούμε πώς είναι και οι άλλοι χώροι μέσα σε αυτό το γιγαντιαίο και δαιδαλώδες κτίριο. Η εξερεύνηση ενός χώρου όπου λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή μας έχει μια φόρτιση που γίνεται ακόμα πιο κινηματογραφική όταν αυτός είναι σχεδόν άδειος και περικυκλώνεσαι από τον αντίλαλο των βημάτων σου και της Ιστορίας.

Θεσμοί, διαδικασίες, νομοθεσίες, ψηφοφορίες, διαβουλεύσεις, επιτροπές, νομοσχέδια, αποχωρήσεις, αγορεύσεις, δευτερολογίες, έδρανα, άρση ασυλίας, πρόταση μομφής, επερώτηση… Αυτές και δεκάδες άλλες λέξεις είναι συνυφασμένες με το ελληνικό Κοινοβούλιο, που εδώ και σχεδόν έναν αιώνα στεγάζεται στο παλάτι που κατασκευάστηκε για τον νεαρό Βαυαρό βασιλιά Όθωνα. Ένα κτίριο με πλούσιο παρελθόν και συμβολισμούς, που πέρασε από χίλια κύματα, όπως ακριβώς και η σύγχρονη Ιστορία μας. Αναζητήσαμε μια μέρα που η Ολομέλεια και οι περισσότεροι χώροι της Βουλής να μην έχουν κόσμο. Ήταν μια ζεστή Παρασκευή μεσημέρι που θα μας «οδηγούσε» στη στενή και υποδειγματικά τακτοποιημένη τριώροφη βιβλιοθήκη της Βουλής, στην αίθουσα των κοινοβουλευτικών συντακτών, στο περιστύλιο, στο εντευκτήριο, στην εντυπωσιακή Αίθουσα Πολυτίμων, στο καφενείο, στην Ολομέλεια, στη Γερουσία, στην Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, ακόμα και στον πενταώροφο υπόγειο χώρο στάθμευσης.

Ας δούμε όμως πρώτα την ιστορία του εμβληματικού για την Αθήνα και την Ελλάδα κτιρίου.

Εδώ και δεκαετίες έχουν ακουστεί διάφορες προτάσεις για μεταφορά της Βουλής σε άλλη τοποθεσία, σε πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις, και παράλληλα να διατηρηθεί το υπάρχον κτίριο ως μουσείο ή για κάποιες πανηγυρικές/συμβολικές συνεδριάσεις. Κάτι τέτοιο όμως μοιάζει, προς το παρόν τουλάχιστον, πολύ θεωρητικό…

Η ιστορία του κτιρίου

Θα μπορούσαμε πρόχειρα να χωρίσουμε την ιστορία του σε τρεις χρονικές περιόδους: από το 1836 μέχρι το 1862, από το 1863 μέχρι το 1922 και από το 1922 κι έπειτα.

Περίοδος πρώτη (1836-1862)

Απότοκο της απόφασης η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν και η ανάγκη οικοδόμησης των ανακτόρων για τον νεαρό Βαυαρό βασιλιά Όθωνα. Η Αθήνα τότε μετρούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους και οι κτιριακές της υποδομές ήταν μηδαμινές. Έτσι, ύστερα από διάφορες προτάσεις, ο λόφος της Μπουμπουνίστρας, όπως λεγόταν η τοποθεσία, έμοιαζε η ιδανική επιλογή για την ανέγερση του παλατιού. Τότε, τίποτα δεν εμπόδιζε τη θέα προς την Ακρόπολη, τον Λυκαβηττό, τον Υμηττό, ακόμα και τη θάλασσα, και κανείς δεν θα ενοχλούσε τους ενοίκους, αφού τριγύρω δεν υπήρχαν σπίτια. Η πρόταση ήταν του διευθυντή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και επίσημου αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής Friedrich von Gaertner. Αξίζει να αναφερθούμε και στις άλλες προτάσεις, που τελικά δεν «πέρασαν». Ο Leo von Klenze πρότεινε ως ιδανική λύση τον Κεραμεικό, ο Ludwig Lange τους πρόποδες του Λυκαβηττού, οι Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert τη συμβολή των οδών Πειραιώς και Σταδίου, όπου βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ομονοίας. Η πιο ακραία πρόταση ήταν αυτή του Karl Friedrich Schinkel, που ήθελε το ανάκτορο να χτιστεί δίπλα στην Ακρόπολη. (Άγιο είχαμε που ο πατέρας του Όθωνα απέρριψε αμέσως την πρόταση!).

Τελικά, στις 6 Φεβρουαρίου 1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος στο υψηλότερο ανατολικό άκρο της πόλης. Τον επόμενο μήνα δούλευαν εκεί 520 άτομα. Ήταν το μεγαλύτερο έργο της πρωτεύουσας, για το οποίο έφτασαν εργάτες από διάφορα μέρη. Στρατός, τεχνίτες, Γερμανοί αρχιτέκτονες, Γερμανοί, Έλληνες και Ιταλοί χτίστες συνεργάστηκαν στην κατασκευή. Τα ανάκτορα ήταν η αφορμή που ξαναλειτούργησαν τα αρχαία λατομεία στην Πεντέλη. Παράλληλα με τα σχέδια κατασκευής του κτιρίου, ο Gaertner μελέτησε αναλυτικά και προχώρησε στον σχεδιασμό και της εσωτερικής διακόσμησης διαφόρων χώρων του κτιρίου. Συνολικά σώζονται 247 σχέδιά του, τα οποία φυλάσσονται στο Αρχιτεκτονικό Μουσείο του Πολυτεχνείου του Μονάχου.

Δεύτερη περίοδος (1862-1922)

Η περίοδος που ο Όθωνας διαμένει στο παλάτι σταματάει με την περιβόητη έξωσή του το 1862. (Λέγεται, μάλιστα, ότι βγήκε από το τέταρτο παράθυρο του ισογείου, όπως βλέπουμε τη Βουλή από την πλατεία Συντάγματος). Νέος ένοικος του παλατιού ήταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Μετά τον γάμο του με την Όλγα το 1867, στο κτίριο πραγματοποιήθηκαν νέες προσθήκες και μετατροπές. Στην επίσημη ιστορία του κτιρίου, όπως καταγράφεται στον ιστότοπο της Βουλής, διαβάζουμε:

«Η διαβίωση στα ανάκτορα μιας πολυμελούς οικογένειας και η φιλοξενία πολυπληθών επισήμων οδήγησαν σε μετατροπές χώρων και σε αλλαγές χρήσης τους. Βασική, όμως, αιτία για αλλαγές και επεμβάσεις στην αρχική κατασκευή υπήρξαν οι δύο μεγάλες πυρκαγιές των ανακτόρων: η πρώτη, το 1884, αποτέφρωσε τον δεύτερο όροφο της βορινής πτέρυγας· η δεύτερη, και μεγαλύτερη, το 1909, κατέστρεψε ολοσχερώς την κεντρική πτέρυγα και τα αντίστοιχα σε αυτήν τμήματα της ανατολικής και δυτικής πτέρυγας και ανάγκασε τη βασιλική οικογένεια να μετακινηθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου.

Παρόλο που οι βασιλείς επέστρεψαν στο κτίριο το 1912, ελάχιστες από τις εγκριθείσες μελέτες επισκευών είχαν πραγματοποιηθεί, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και η κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών.

Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α’, βασιλιάς ορκίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και βασιλικό ανάκτορο ορίστηκε η έως τότε κατοικία του, το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο). Στα παλαιά, πλέον, ανάκτορα παρέμειναν –κατά διαστήματα– μέλη της βασιλικής οικογένειας και η βασιλομήτωρ Όλγα έως το 1922, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα».

Τρίτη περίοδος (1922 – σήμερα)

Το 1922 το παλάτι εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια και η Μικρασιατική Καταστροφή ανάγκασε σε νέες χρήσεις. Όπως διαβάζουμε στην επίσημα καταγεγραμμένη ιστορία του κτιρίου: «Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν συστεγάστηκαν μαζί με δημόσιες υπηρεσίες που εγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών. Στα παλιά ανάκτορα βρήκαν στέγη υπηρεσίες του υπουργείου Γεωργίας, του υπουργείου Στρατιωτικών, του υπουργείου Υγιεινής, η Διεθνής Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Αστυνομία Πόλεων, η Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων (ΧΕΝ), ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών κ.ά. Λειτούργησαν, επίσης, ιατρείο βρεφών, οικοτροφείο φοιτητών, νοσοκομείο και ορφανοτροφείο της Near East Relief, καθώς και τα Εργαστήρια Μπενάκη. Τα διαμερίσματα του Γεωργίου Α’ και το παρεκκλήσι στο ισόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Μέχρι το 1925 οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κτιρίου ήταν πρόχειρες διαρρυθμίσεις, με στόχο τη διαίρεση μεγάλων χώρων σε μικρότερους».

Η όψη του κτιρίου θα αλλάξει σημαντικά με την ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη το 1928. Μέχρι τότε η Βουλή των Ελλήνων ήταν επί της Σταδίου (Παλιά Βουλή). Το 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου αποφάσισε τη μεταστέγασή της, μαζί με τη Γερουσία, στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων. Οι εργασίες για τη μετατροπή του κτιρίου σε Μέγαρο Βουλής και Γερουσίας σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή αποτέλεσαν τη ριζικότερη επέμβαση σε αυτό, μετά την αρχική κατασκευή του. Από το 1935 έως σήμερα, με διάφορες αναβαθμίσεις σε υλικοτεχνική υποδομή, στο κτίριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων.

Τα μεγάλα δημόσια κτίρια που διασώζονται και χρησιμοποιούνται από το 1840 μέχρι σήμερα στην Αθήνα δεν είναι πολλά. Αν εξαιρέσουμε τα μουσεία, είναι το δημόσιο κτίριο που λειτουργεί αδιαλείπτως για περισσότερο από έναν αιώνα και το έχουν επισκεφθεί εκατομμύρια πολίτες.

Η Βουλή σήμερα

Αν δεν εργάζεστε εκεί ή αν δεν είστε βουλευτής, το πιο πιθανό είναι να έχετε επισκεφθεί τους χώρους της Βουλής ως μαθητής. Κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες μαθητές ξεναγούνται στους βασικούς χώρους, στο πλαίσιο εκπαιδευτικών εκδρομών και προγραμμάτων. Τα παλιά ανάκτορα, ύστερα από τόσες παρεμβάσεις όλα αυτά τα χρόνια, είναι ένα δαιδαλώδες πολυδιαμερισματοποιημένο κτίριο.

Το παλατάκι

Περνώντας από τον πρώτο έλεγχο στοιχείων της εισόδου επί της Βασιλίσσης Σοφίας, αμέσως μετά το φυλάκιο, στο αριστερό μας χέρι βλέπουμε ένα μικρό νεοκλασικό κτίριο γνωστό ως «παλατάκι». Κατασκευάστηκε το 1925, βάσει σχεδίων του Αμερικανού αρχιτέκτονα Stewart Thompson (που δύο χρόνια νωρίτερα είχε σχεδιάσει τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη). Προοριζόταν να λειτουργήσει ως πωλητήριο των εργόχειρων που έφτιαχναν οι Μικρασιάτισσες και ανεγέρθηκε με την αρωγή της οργάνωσης «Εν Αμερική Φίλοι της Ελλάδος» (εξού και η εμπλοκή του Thompson). Η σχετική πρωτοβουλία προωθήθηκε από την Πηνελόπη Δέλτα, η οποία ήταν πρόεδρος του παραρτήματος της οργάνωσης στην Ελλάδα. Μετά την εγκατάσταση της Βουλής στα ανακαινισμένα πλέον ανάκτορα το 1935, το «παλατάκι» χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος, μέχρι που προτάθηκε για χρήση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τα προηγούμενα χρόνια. Το 1999 παραχωρήθηκε στο Κανάλι της Βουλής με σκοπό να λειτουργήσει ως τηλεοπτικό στούντιο! Έτσι έγινε μια σύγχρονη προσθήκη στη νοτιοδυτική πλευρά του αρχικού κτιρίου, υπό τον όρο να υπάρξει «υψηλή δενδροφύτευση» για την απόκρυψή της. Αν κοιτάξετε λίγο πιο προσεκτικά ανεβαίνοντας τη Βασιλίσσης Σοφίας, θα το δείτε από τον δρόμο.

Περπατήσαμε λίγα μέτρα προς τα δεξιά και μπήκαμε από την αριστερή είσοδο του κτιρίου. Περάσαμε από έλεγχο ξανά, παραδώσαμε τις ταυτότητές μας, φορέσαμε στον λαιμό τα γνωστά καρτελάκια του επισκέπτη και ξεκίνησαν οι μικρές βιαστικές κινήσεις του κεφαλιού, μην ξέροντας πού να πρωτοεστιάσουμε. Για τους ανθρώπους της ασφάλειας και τους εργαζόμενους στα διάφορα γραφεία είμαστε σαν «Englishman in New York», που λέει και ο Sting (έρχεται το φθινόπωρο στο Ηρώδειο). Είναι λογικό να μην έχουν τον δικό μας ενθουσιασμό… Μετά από τόσες φορές που τα έχουν δει, σίγουρα δεν τους κάνουν αίσθηση οι ρετρό μεταλλικοί ανελκυστήρες ούτε τα φαρδιά μαρμάρινα σκαλιά. Αυτό που σ’ εμάς μοιάζει λαβύρινθος, για εκείνους είναι ακόμη ένα «εσωτερικό δρομολόγιο».

Η Βιβλιοθήκη της Βουλής

Ξεκινήσαμε από τα ψηλά με σκοπό να κατεβαίνουμε προς τα κάτω. Πρώτη στάση, η Βιβλιοθήκη της Βουλής. Αν σε σαγηνεύει η εικόνα των βιβλίων, οι βιβλιοθήκες και η ταξινόμηση, αν είσαι από αυτούς που σε περίπτωση που βρεθούν μπροστά σε μια βιβλιοθήκη χαζεύεις ράχες τόμων διαβάζοντας τίτλους, εκεί κρύβεται ένας παράδεισος τριών επιπέδων που καταλήγει σε φεγγίτες που βρίσκονται στην οροφή. Ταξινομημένη γνώση για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Στενοί διάδρομοι, μεταλλικές σκάλες, δερματόδετες εκδόσεις, τίτλοι που σε προκαλούν να κατεβάσεις το βιβλίο από το ράφι και να αρχίσεις να φυλλομετράς, αδιαφορώντας για τον χρόνο. Έχουμε ξεχάσει σχεδόν πού βρισκόμαστε και για ποιον λόγο πήγαμε εκεί. Καταλαβαίνουμε γρήγορα ότι η βιβλιοθήκη της Βουλής και οι χώροι της είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε κάποια στιγμή αυτόνομα (όπως τα Γενικά Αρχεία του Κράτους εδώ).

Οι αίθουσες που υπάγονται στη Διεύθυνση της Βιβλιοθήκης της Βουλής, που συγκροτείται από πέντε τμήματα, είναι πολλές. Εκτός από το μυθιστορηματικό αρχειοστάσιο και τα γραφεία με την ξύλινη επένδυση στους τοίχους (προστέθηκε επί δικτατορίας), υπάρχει η αίθουσα με τα πορτρέτα όλων των πρωθυπουργών. Βιβλία στοιβαγμένα που αναμένουν την ταξινόμησή τους, επιστολές που περιμένουν τις απαντήσεις τους, ξύλινα γραφεία που έχουν κουβαλήσει στις πλάτες τους «χαρτοτόνους». Η κ. Έλλη Δρούλια, διευθύντρια της Βιβλιοθήκης της Βουλής, συμπληρώνει σχεδόν τρεις δεκαετίες εκεί και μαζεύει όλα τα «πολεμοφόδιά» της (στιλό, μαρκαδόρους, μολύβια, γυαλιά, χαρτοκόπτες κ.λπ.) σε ένα διάφανο κουτί, ως άλλο εικαστικό έργο.

Στη συνέχεια του διαδρόμου του δευτέρου ορόφου είναι η αίθουσα του αναγνωστηρίου και πιο κάτω η Αίθουσα Πολυτίμων. Το αναγνωστήριο εξυπηρετεί κυρίως εσωτερικά αιτήματα και ερευνητές. Κάποτε σε αυτή την αίθουσα έμπαιναν λογογράφοι και βουλευτές, αναζητώντας «μότο» από αρχαίους συγγραφείς και φιλοσόφους για τις ομιλίες και τα κείμενά τους.

Η Αίθουσα Πολυτίμων είναι ένα μικρό μουσείο με μοναδικές ιδιωτικές συλλογές, αρχέτυπα και παλαίτυπα, χειρόγραφα και κώδικες από τον εντέκατο αιώνα, τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τον ελληνικό προεπαναστατικό και επαναστατικό Τύπο, καθώς και ιστορικά κειμήλια, όπως το θησαυροφυλάκιο του Όθωνα. Εδώ υπάρχουν χιλιάδες σημαντικές σελίδες που καταγράφουν τις ιστορίες και την Ιστορία. Μέχρι τα περιοριστικά μέτρα λόγω πανδημίας, στην αίθουσα αυτή γίνονταν θεματικές διαλέξεις ανοιχτές σε πολίτες.

Σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της βιβλιοθήκης, που ήταν τα περιοδικά και οι εφημερίδες, μαζί με το τυπογραφείο της Βουλής, στεγάζεται στο επιβλητικό και ανακαινισμένο Καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν στον Κολωνό.

Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών

Από μια επιβλητική διπλή σκάλα φτάνει κανείς στις Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών, που σήμερα αποτελούν την Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου. Εδώ παίρνουμε μια καλύτερη γεύση της αρχικής χρήσης του κτιρίου. Τον εξαιρετικού πλούτου και τέχνης διάκοσμο των ανακτόρων φανερώνουν τα ελάχιστα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που διασώζονται έως σήμερα, όπως το μεγαλοπρεπές μαρμάρινο κλιμακοστάσιο και οι αίθουσες με την εικονογράφησή τους. Στις αίθουσες διατηρείται ζωφόρος (ύψους 1,22 μ. και μήκους 78 μ.), όπου αποτυπώνονται γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και προσωπογραφίες αγωνιστών. Ένα μικρό τμήμα της που κάηκε στη μεγάλη πυρκαγιά έχει αποκατασταθεί ζωγραφικά, χωρίς χρώμα, ώστε να είναι εμφανές το κατεστραμμένο σημείο. Την τρέχουσα περίοδο, στους συγκεκριμένους χώρους παρουσιάζεται η επετειακή έκθεση της Βουλής των Ελλήνων για το 1821 με τίτλο «Αντικρίζοντας την Ελευθερία! Στη Βουλή των Ελλήνων, δύο αιώνες μετά» με 367 μοναδικά εικαστικά και κειμενικά τεκμήρια. Περισσότερες πληροφορίες και εκθέματα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Αφού πλημμυρίσαμε με πληροφορίες και τεκμήρια που αφορούν τη σύσταση του ελληνικού κράτους και τον αγώνα για δημοκρατία, κατεβήκαμε τη μεγάλη σκάλα προς την Αίθουσα της Ολομέλειας. Πριν από την Αίθουσα της Ολομέλειας, αν σηκώσεις το κεφάλι σου ψηλά, θα δεις τη ζωφόρο του Μνημείου της Μάχης της Πίνδου του Χρήστου Καπράλου πάνω από το επιστύλιο της κιονοστοιχίας του περιστυλίου της αίθουσας των συνεδριάσεων της Βουλής, που τοποθετήθηκε το 2002. Επίσης, στο περιστύλιο της Βουλής μπορείς να δεις τον πελώριο τοιχοτάπητα του δέκατου όγδοου αιώνα με θέμα τη «Σχολή των Αθηνών» που πρόσφερε ο πρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση.

Αίθουσα Ολομέλειας

Είναι ο πιο γνωστός χώρος της Βουλής. Εδώ είναι η καρδιά του κτιρίου, η βιτρίνα των πολιτικών και ενίοτε της πολιτικής. Είναι η «αρένα». Το σημείο όπου καλούνται να συνυπάρξουν, να αντιπαρατεθούν και να συνομιλήσουν πρόσωπο με πρόσωπο οι πολιτικοί αντίπαλοι με όλο το φάσμα του ακροατηρίου: Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ψηφοφόροι/πολίτες, θεσμικοί παράγοντες κ.λπ.

Ψηφοφορίες, αγορεύσεις, αποχωρήσεις, δευτερολογίες, προτάσεις μομφής, επερωτήσεις, «Η ώρα του πρωθυπουργού»… Λέξεις και φράσεις που καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις, άρα και την καθημερινότητά μας, την ιστορία της χώρας, την ισορροπία της κοινωνίας. Διαδικασίες άλλοτε ουσιαστικές και άλλοτε τυπικές, γνωστές ή άγνωστες στους πολίτες. Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει μια περιφερειακή και παράλληλη ρουτίνα. Ο υπάλληλος που αλλάζει το ποτήρι με το νερό μόλις αλλάζει ομιλητής στο βήμα της Βουλής, εκείνοι που κρατούν τα πρακτικά, το καμπανάκι του προέδρου…

Εδώ μέσα πότε μοιάζουν όλα άγνωστα και απρόβλεπτα και πότε όλα προκαθορισμένα. Κάθομαι σε ένα από όλα αυτά τα έδρανα και αναρωτιέμαι ποιος να κάθεται εδώ. Ποια είναι η προσφορά του στη χώρα, στους πολίτες που τον εξέλεξαν. Πριν από αυτόν ήταν η θέση κάποιου άλλου και μετά από αυτόν το ίδιο. Είναι οι καρέκλες που κάθε μεταλλική πινέζα τους γράφει πάνω της τα ονόματα των πολιτών. Των καθημερινών ανθρώπων που δεν πηγαίνουν στη δουλειά με γραβάτες και κοστούμια.

Η γυάλινη οροφή γεμίζει την αίθουσα φως και δίνει την αίσθηση του αίθριου χώρου. Θαυμάζοντάς τη μου έρχεται στο μυαλό ένα τραγούδι με τη φωνή της Αλεξίου (σε στίχους Δημήτρη Χαζηδιάκου) που λέει «Έγινε Βουλή ο καφενές», συνθήκη που συμβαίνει συχνά και στους κανονικούς και στους διαδικτυακούς καφενέδες. Καμιά φορά, βέβαια, γίνεται και η Βουλή καφενές.

Με αυτές τις σκέψεις και παρατηρώντας τα σύγχρονα ατομικά τάμπλετ ψηφοφορίας στα έδρανα αφήσαμε πίσω μας τη βουβή αίθουσα, πανέτοιμη να υποδεχτεί την επόμενη συνεδρίαση.

Αίθουσα Γερουσίας

Μια μικρογραφία της Αίθουσας της Ολομέλειας με τα δερμάτινα έδρανα, τις θέσεις του προεδρείου και τα θεωρεία για τους δημοσιογράφους, τους μεταφραστές κ.λπ. Εδώ γίνονταν οι συνεδριάσεις της ολομέλειας πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες στην κύρια αίθουσα και σήμερα συνεδριάζουν οι διάφορες επιτροπές, ειδικά όταν πρέπει να συνδυαστούν και χρειάζονται χώρο.

Το γραφείο του προέδρου

Είναι το πιο εντυπωσιακό γραφείο του κτιρίου. Εκτός από την ευρυχωρία του, μοναδικό το καθιστά ο κεραμικός διάκοσμος που καλύπτει τους τοίχους. Πρόκειται για «ροδιακά» πλακάκια τύπου Ιζνίκ, η κατασκευή των οποίων είχε ανατεθεί από την Εθνική Τράπεζα στην κεραμική βιοτεχνία προσφύγων «Κιουτάχεια» με σκοπό τη διακόσμηση δημοσίων κτιρίων, μεταξύ των οποίων και η Βουλή.

Αίθουσες κοινοβουλευτικών/πολιτικών συντακτών

Παρόμοια πλακάκια υπάρχουν και στις αίθουσες των κοινοβουλευτικών/πολιτικών συντακτών, όπου διαχέονται οι πληροφορίες προς τα διάφορα μέσα. Κάποιοι από τους διαπιστευμένους πολιτικούς συντάκτες ήταν εκεί και ετοίμαζαν τα ρεπορτάζ τους. Από το πλήθος των γραφείων καταλαβαίνεις ότι σε ημέρες έντονης κοινοβουλευτικής δραστηριότητας το μέρος αυτό δεν θα έχει να ζηλέψει τίποτα από μια αίθουσα σύνταξης. Τα γραφεία των συντακτών –με «ευφάνταστο διάκοσμο»– έχουν πάντα μεγάλο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον.

Εντευκτήριο

Θα μπορούσαμε να το πούμε πρόχειρα και το «σαλόνι» της Βουλής. Και εδώ γίνονται διάφορες συναντήσεις με πολιτικά πρόσωπα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα για ομιλίες. Χρησιμοποιείται και ως χώρος χαλάρωσης και ξεκούρασης των βουλευτών. Όπως είναι επόμενο, σε μεγάλες ψηφοφορίες μπαινοβγαίνει πολύς κόσμος. Για τους πολιτικούς συντάκτες είναι ένας από τους χώρους αλίευσης ειδήσεων, όπως βέβαια και το καφενείο, όταν τα νέα δεν τρέχουν γρήγορα στους διαδρόμους…

Το καφενείο

Μέρος χαλάρωσης μακριά από κάμερες και φωτογράφους. Σημείο συνάντησης βουλευτών, συμβούλων και προσωπικού. Εδώ μέσα πιθανόν να έχουν συμφωνηθεί και συζητηθεί πράγματα για το μέλλον μας που ποτέ δεν θα μάθουμε, πάνω από έναν χαλαρό καφέ. Το βρήκαμε κλειστό, όπως και το εστιατόριο της Βουλής, λόγω κορωνοϊού.

 

Ο εξωτερικός χώρος

Περιμετρικά του κτιρίου υπάρχουν διάφορα στοιχεία για να σταθεί κανείς περπατώντας στο μαρμάρινο προαύλιο. Το άγαλμα του Βενιζέλου και του Τρικούπη δεξιά και αριστερά από την πρόσοψή του. Οι φανοστάτες που τότε λειτουργούσαν με λάδι και σήμερα έχουν τοποθετηθεί λάμπες, οι εξωτερικές σκάλες που οδηγούν στο πενταώροφο υπόγειο γκαράζ και ένα γλυπτό που κανείς δεν παρατηρεί από τον δρόμο. Είναι το άγαλμα της Μάνας του Χρήστου Καπράλου που τοποθετήθηκε το 2003 στον ανατολικό περίβολο.

Ύστερα από ένα ταξίδι στον χρόνο και στην Ιστορία της Ελλάδας, αφήσαμε τα καρτελάκια του επισκέπτη και πήραμε τις ταυτότητές μας. Το «Ελληνική Δημοκρατία» που έγραφαν πάνω για λίγα δευτερόλεπτα είχε μια άλλη διάσταση. Χαιρετήσαμε τους ανθρώπους που με υπομονή μάς ξενάγησαν στους χώρους της Βουλής και βγήκαμε πάλι στη ζέστη και τη φασαρία της πρωτεύουσας.

Εδώ και δεκαετίες έχουν ακουστεί διάφορες προτάσεις για μεταφορά της Βουλής σε άλλη τοποθεσία, σε πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις, και παράλληλα να διατηρηθεί το υπάρχον κτίριο ως μουσείο ή για κάποιες πανηγυρικές/συμβολικές συνεδριάσεις. Κάτι τέτοιο όμως μοιάζει, προς το παρόν τουλάχιστον, πολύ θεωρητικό…

Και επειδή ζωή χωρίς τραγούδια, θάλασσα χωρίς καράβια, υπάρχει ένα τραγούδι με τον τίτλο «Βουλή» από το μακρινό 1959. Γράφτηκε για το ανέβασμα της κωμωδίας «Όρνιθες» του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε διασκευή Βασίλη Ρώτα και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Είναι εκεί στην πολιτεία σε πλατείες και γραφεία,
μια φωλιά που ζει μια ράτσα, τετραπέρατη, καπάτσα.
Σκάβουν, σπέρνουν και θερίζουν και τρυγάνε με τις γλώσσες
και τα χέρια τα ’χουν μόνο να υπογράφουν, να μουντζώνουν
και ποτέ τους το ’να χέρι πού ’ναι τ’ άλλο τους δεν ξέρει.

Όπως και τότε, έτσι και τώρα η εύκολη απαξίωση για τα πρόσωπα και τις διαδικασίες της Βουλής είναι ένα χαρακτηριστικό μας που δύσκολα θα αποβάλουμε. Από τις πολιτικές γελοιογραφίες μέχρι τα καφενεία και από τα συνθήματα μέχρι το διαδίκτυο, η Βουλή υπήρξε και παραμένει αγαπημένος στόχος. Εκτός όμως από τις δίκες πληκτρολογίου, υπάρχουν σοβαρότατες διαδικασίες και πρόσωπα που έχουν εργαστεί σκληρά (διάσημα ή αφανή) προς όφελος του Έλληνα πολίτη, τιμώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ευρύτερη έννοια της δημοκρατίας. Του πολιτεύματος που, παρότι άργησε, έδωσε τη δυνατότητα για προαυλισμό σ’ εκείνους που θέλησαν να το καταλύσουν.

Πηγή: LIFO

H εικόνα του ελληνικού Κοινοβουλίου είναι σε όλους γνώριμη. Για να το πούμε όμως πιο σωστά, η εικόνα της αίθουσας της Ολομέλειας (και της Γερουσίας) είναι αυτή που βλέπουμε καθημερινά σε δελτία ειδήσεων και sites, όταν δεν βλέπουμε την πρόσοψη του κτιρίου ως φόντο σε κάποια συγκέντρωση/διαδήλωση.

 

Έτσι, είχαμε την περιέργεια να δούμε πώς είναι και οι άλλοι χώροι μέσα σε αυτό το γιγαντιαίο και δαιδαλώδες κτίριο. Η εξερεύνηση ενός χώρου όπου λαμβάνονται σημαντικές αποφάσεις για τη ζωή μας έχει μια φόρτιση που γίνεται ακόμα πιο κινηματογραφική όταν αυτός είναι σχεδόν άδειος και περικυκλώνεσαι από τον αντίλαλο των βημάτων σου και της Ιστορίας.

Θεσμοί, διαδικασίες, νομοθεσίες, ψηφοφορίες, διαβουλεύσεις, επιτροπές, νομοσχέδια, αποχωρήσεις, αγορεύσεις, δευτερολογίες, έδρανα, άρση ασυλίας, πρόταση μομφής, επερώτηση… Αυτές και δεκάδες άλλες λέξεις είναι συνυφασμένες με το ελληνικό Κοινοβούλιο, που εδώ και σχεδόν έναν αιώνα στεγάζεται στο παλάτι που κατασκευάστηκε για τον νεαρό Βαυαρό βασιλιά Όθωνα. Ένα κτίριο με πλούσιο παρελθόν και συμβολισμούς, που πέρασε από χίλια κύματα, όπως ακριβώς και η σύγχρονη Ιστορία μας. Αναζητήσαμε μια μέρα που η Ολομέλεια και οι περισσότεροι χώροι της Βουλής να μην έχουν κόσμο. Ήταν μια ζεστή Παρασκευή μεσημέρι που θα μας «οδηγούσε» στη στενή και υποδειγματικά τακτοποιημένη τριώροφη βιβλιοθήκη της Βουλής, στην αίθουσα των κοινοβουλευτικών συντακτών, στο περιστύλιο, στο εντευκτήριο, στην εντυπωσιακή Αίθουσα Πολυτίμων, στο καφενείο, στην Ολομέλεια, στη Γερουσία, στην Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, ακόμα και στον πενταώροφο υπόγειο χώρο στάθμευσης.

Ας δούμε όμως πρώτα την ιστορία του εμβληματικού για την Αθήνα και την Ελλάδα κτιρίου.

Εδώ και δεκαετίες έχουν ακουστεί διάφορες προτάσεις για μεταφορά της Βουλής σε άλλη τοποθεσία, σε πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις, και παράλληλα να διατηρηθεί το υπάρχον κτίριο ως μουσείο ή για κάποιες πανηγυρικές/συμβολικές συνεδριάσεις. Κάτι τέτοιο όμως μοιάζει, προς το παρόν τουλάχιστον, πολύ θεωρητικό…

Η ιστορία του κτιρίου

Θα μπορούσαμε πρόχειρα να χωρίσουμε την ιστορία του σε τρεις χρονικές περιόδους: από το 1836 μέχρι το 1862, από το 1863 μέχρι το 1922 και από το 1922 κι έπειτα.

Περίοδος πρώτη (1836-1862)

Απότοκο της απόφασης η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους ήταν και η ανάγκη οικοδόμησης των ανακτόρων για τον νεαρό Βαυαρό βασιλιά Όθωνα. Η Αθήνα τότε μετρούσε λίγες χιλιάδες κατοίκους και οι κτιριακές της υποδομές ήταν μηδαμινές. Έτσι, ύστερα από διάφορες προτάσεις, ο λόφος της Μπουμπουνίστρας, όπως λεγόταν η τοποθεσία, έμοιαζε η ιδανική επιλογή για την ανέγερση του παλατιού. Τότε, τίποτα δεν εμπόδιζε τη θέα προς την Ακρόπολη, τον Λυκαβηττό, τον Υμηττό, ακόμα και τη θάλασσα, και κανείς δεν θα ενοχλούσε τους ενοίκους, αφού τριγύρω δεν υπήρχαν σπίτια. Η πρόταση ήταν του διευθυντή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και επίσημου αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής Friedrich von Gaertner. Αξίζει να αναφερθούμε και στις άλλες προτάσεις, που τελικά δεν «πέρασαν». Ο Leo von Klenze πρότεινε ως ιδανική λύση τον Κεραμεικό, ο Ludwig Lange τους πρόποδες του Λυκαβηττού, οι Σταμάτης Κλεάνθης και Eduard Schaubert τη συμβολή των οδών Πειραιώς και Σταδίου, όπου βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ομονοίας. Η πιο ακραία πρόταση ήταν αυτή του Karl Friedrich Schinkel, που ήθελε το ανάκτορο να χτιστεί δίπλα στην Ακρόπολη. (Άγιο είχαμε που ο πατέρας του Όθωνα απέρριψε αμέσως την πρόταση!).

Τελικά, στις 6 Φεβρουαρίου 1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος στο υψηλότερο ανατολικό άκρο της πόλης. Τον επόμενο μήνα δούλευαν εκεί 520 άτομα. Ήταν το μεγαλύτερο έργο της πρωτεύουσας, για το οποίο έφτασαν εργάτες από διάφορα μέρη. Στρατός, τεχνίτες, Γερμανοί αρχιτέκτονες, Γερμανοί, Έλληνες και Ιταλοί χτίστες συνεργάστηκαν στην κατασκευή. Τα ανάκτορα ήταν η αφορμή που ξαναλειτούργησαν τα αρχαία λατομεία στην Πεντέλη. Παράλληλα με τα σχέδια κατασκευής του κτιρίου, ο Gaertner μελέτησε αναλυτικά και προχώρησε στον σχεδιασμό και της εσωτερικής διακόσμησης διαφόρων χώρων του κτιρίου. Συνολικά σώζονται 247 σχέδιά του, τα οποία φυλάσσονται στο Αρχιτεκτονικό Μουσείο του Πολυτεχνείου του Μονάχου.

Δεύτερη περίοδος (1862-1922)

Η περίοδος που ο Όθωνας διαμένει στο παλάτι σταματάει με την περιβόητη έξωσή του το 1862. (Λέγεται, μάλιστα, ότι βγήκε από το τέταρτο παράθυρο του ισογείου, όπως βλέπουμε τη Βουλή από την πλατεία Συντάγματος). Νέος ένοικος του παλατιού ήταν ο βασιλιάς Γεώργιος Α’. Μετά τον γάμο του με την Όλγα το 1867, στο κτίριο πραγματοποιήθηκαν νέες προσθήκες και μετατροπές. Στην επίσημη ιστορία του κτιρίου, όπως καταγράφεται στον ιστότοπο της Βουλής, διαβάζουμε:

«Η διαβίωση στα ανάκτορα μιας πολυμελούς οικογένειας και η φιλοξενία πολυπληθών επισήμων οδήγησαν σε μετατροπές χώρων και σε αλλαγές χρήσης τους. Βασική, όμως, αιτία για αλλαγές και επεμβάσεις στην αρχική κατασκευή υπήρξαν οι δύο μεγάλες πυρκαγιές των ανακτόρων: η πρώτη, το 1884, αποτέφρωσε τον δεύτερο όροφο της βορινής πτέρυγας· η δεύτερη, και μεγαλύτερη, το 1909, κατέστρεψε ολοσχερώς την κεντρική πτέρυγα και τα αντίστοιχα σε αυτήν τμήματα της ανατολικής και δυτικής πτέρυγας και ανάγκασε τη βασιλική οικογένεια να μετακινηθεί στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου.

Παρόλο που οι βασιλείς επέστρεψαν στο κτίριο το 1912, ελάχιστες από τις εγκριθείσες μελέτες επισκευών είχαν πραγματοποιηθεί, ενώ οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, ο ελληνοβουλγαρικός πόλεμος, η δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου Α’ και η κήρυξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών.

Μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α’, βασιλιάς ορκίστηκε ο διάδοχος Κωνσταντίνος και βασιλικό ανάκτορο ορίστηκε η έως τότε κατοικία του, το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού (σημερινό Προεδρικό Μέγαρο). Στα παλαιά, πλέον, ανάκτορα παρέμειναν –κατά διαστήματα– μέλη της βασιλικής οικογένειας και η βασιλομήτωρ Όλγα έως το 1922, οπότε εγκατέλειψε οριστικά την Ελλάδα».

Τρίτη περίοδος (1922 – σήμερα)

Το 1922 το παλάτι εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια και η Μικρασιατική Καταστροφή ανάγκασε σε νέες χρήσεις. Όπως διαβάζουμε στην επίσημα καταγεγραμμένη ιστορία του κτιρίου: «Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν συστεγάστηκαν μαζί με δημόσιες υπηρεσίες που εγκαταστάθηκαν από την κυβέρνηση για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών. Στα παλιά ανάκτορα βρήκαν στέγη υπηρεσίες του υπουργείου Γεωργίας, του υπουργείου Στρατιωτικών, του υπουργείου Υγιεινής, η Διεθνής Υπηρεσία Μετανάστευσης, η Αστυνομία Πόλεων, η Χριστιανική Ένωσις Νεανίδων (ΧΕΝ), ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός, ο Διεθνής Σύνδεσμος Γυναικών κ.ά. Λειτούργησαν, επίσης, ιατρείο βρεφών, οικοτροφείο φοιτητών, νοσοκομείο και ορφανοτροφείο της Near East Relief, καθώς και τα Εργαστήρια Μπενάκη. Τα διαμερίσματα του Γεωργίου Α’ και το παρεκκλήσι στο ισόγειο χρησιμοποιήθηκαν για την αποθήκευση της βασιλικής περιουσίας, η οποία κατατέθηκε το 1935 στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία. Μέχρι το 1925 οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κτιρίου ήταν πρόχειρες διαρρυθμίσεις, με στόχο τη διαίρεση μεγάλων χώρων σε μικρότερους».

Η όψη του κτιρίου θα αλλάξει σημαντικά με την ανέγερση του Μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη το 1928. Μέχρι τότε η Βουλή των Ελλήνων ήταν επί της Σταδίου (Παλιά Βουλή). Το 1929 η κυβέρνηση Βενιζέλου αποφάσισε τη μεταστέγασή της, μαζί με τη Γερουσία, στο κτίριο των παλαιών ανακτόρων. Οι εργασίες για τη μετατροπή του κτιρίου σε Μέγαρο Βουλής και Γερουσίας σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή αποτέλεσαν τη ριζικότερη επέμβαση σε αυτό, μετά την αρχική κατασκευή του. Από το 1935 έως σήμερα, με διάφορες αναβαθμίσεις σε υλικοτεχνική υποδομή, στο κτίριο στεγάζεται η Βουλή των Ελλήνων.

Τα μεγάλα δημόσια κτίρια που διασώζονται και χρησιμοποιούνται από το 1840 μέχρι σήμερα στην Αθήνα δεν είναι πολλά. Αν εξαιρέσουμε τα μουσεία, είναι το δημόσιο κτίριο που λειτουργεί αδιαλείπτως για περισσότερο από έναν αιώνα και το έχουν επισκεφθεί εκατομμύρια πολίτες.

Η Βουλή σήμερα

Αν δεν εργάζεστε εκεί ή αν δεν είστε βουλευτής, το πιο πιθανό είναι να έχετε επισκεφθεί τους χώρους της Βουλής ως μαθητής. Κάθε χρόνο δεκάδες χιλιάδες μαθητές ξεναγούνται στους βασικούς χώρους, στο πλαίσιο εκπαιδευτικών εκδρομών και προγραμμάτων. Τα παλιά ανάκτορα, ύστερα από τόσες παρεμβάσεις όλα αυτά τα χρόνια, είναι ένα δαιδαλώδες πολυδιαμερισματοποιημένο κτίριο.

Το παλατάκι

Περνώντας από τον πρώτο έλεγχο στοιχείων της εισόδου επί της Βασιλίσσης Σοφίας, αμέσως μετά το φυλάκιο, στο αριστερό μας χέρι βλέπουμε ένα μικρό νεοκλασικό κτίριο γνωστό ως «παλατάκι». Κατασκευάστηκε το 1925, βάσει σχεδίων του Αμερικανού αρχιτέκτονα Stewart Thompson (που δύο χρόνια νωρίτερα είχε σχεδιάσει τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη). Προοριζόταν να λειτουργήσει ως πωλητήριο των εργόχειρων που έφτιαχναν οι Μικρασιάτισσες και ανεγέρθηκε με την αρωγή της οργάνωσης «Εν Αμερική Φίλοι της Ελλάδος» (εξού και η εμπλοκή του Thompson). Η σχετική πρωτοβουλία προωθήθηκε από την Πηνελόπη Δέλτα, η οποία ήταν πρόεδρος του παραρτήματος της οργάνωσης στην Ελλάδα. Μετά την εγκατάσταση της Βουλής στα ανακαινισμένα πλέον ανάκτορα το 1935, το «παλατάκι» χρησιμοποιήθηκε ως αποθηκευτικός χώρος, μέχρι που προτάθηκε για χρήση που κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τα προηγούμενα χρόνια. Το 1999 παραχωρήθηκε στο Κανάλι της Βουλής με σκοπό να λειτουργήσει ως τηλεοπτικό στούντιο! Έτσι έγινε μια σύγχρονη προσθήκη στη νοτιοδυτική πλευρά του αρχικού κτιρίου, υπό τον όρο να υπάρξει «υψηλή δενδροφύτευση» για την απόκρυψή της. Αν κοιτάξετε λίγο πιο προσεκτικά ανεβαίνοντας τη Βασιλίσσης Σοφίας, θα το δείτε από τον δρόμο.

Περπατήσαμε λίγα μέτρα προς τα δεξιά και μπήκαμε από την αριστερή είσοδο του κτιρίου. Περάσαμε από έλεγχο ξανά, παραδώσαμε τις ταυτότητές μας, φορέσαμε στον λαιμό τα γνωστά καρτελάκια του επισκέπτη και ξεκίνησαν οι μικρές βιαστικές κινήσεις του κεφαλιού, μην ξέροντας πού να πρωτοεστιάσουμε. Για τους ανθρώπους της ασφάλειας και τους εργαζόμενους στα διάφορα γραφεία είμαστε σαν «Englishman in New York», που λέει και ο Sting (έρχεται το φθινόπωρο στο Ηρώδειο). Είναι λογικό να μην έχουν τον δικό μας ενθουσιασμό… Μετά από τόσες φορές που τα έχουν δει, σίγουρα δεν τους κάνουν αίσθηση οι ρετρό μεταλλικοί ανελκυστήρες ούτε τα φαρδιά μαρμάρινα σκαλιά. Αυτό που σ’ εμάς μοιάζει λαβύρινθος, για εκείνους είναι ακόμη ένα «εσωτερικό δρομολόγιο».

Η Βιβλιοθήκη της Βουλής

Ξεκινήσαμε από τα ψηλά με σκοπό να κατεβαίνουμε προς τα κάτω. Πρώτη στάση, η Βιβλιοθήκη της Βουλής. Αν σε σαγηνεύει η εικόνα των βιβλίων, οι βιβλιοθήκες και η ταξινόμηση, αν είσαι από αυτούς που σε περίπτωση που βρεθούν μπροστά σε μια βιβλιοθήκη χαζεύεις ράχες τόμων διαβάζοντας τίτλους, εκεί κρύβεται ένας παράδεισος τριών επιπέδων που καταλήγει σε φεγγίτες που βρίσκονται στην οροφή. Ταξινομημένη γνώση για ό,τι μπορείς να φανταστείς. Στενοί διάδρομοι, μεταλλικές σκάλες, δερματόδετες εκδόσεις, τίτλοι που σε προκαλούν να κατεβάσεις το βιβλίο από το ράφι και να αρχίσεις να φυλλομετράς, αδιαφορώντας για τον χρόνο. Έχουμε ξεχάσει σχεδόν πού βρισκόμαστε και για ποιον λόγο πήγαμε εκεί. Καταλαβαίνουμε γρήγορα ότι η βιβλιοθήκη της Βουλής και οι χώροι της είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που θα μπορούσαμε να παρουσιάσουμε κάποια στιγμή αυτόνομα (όπως τα Γενικά Αρχεία του Κράτους εδώ).

Οι αίθουσες που υπάγονται στη Διεύθυνση της Βιβλιοθήκης της Βουλής, που συγκροτείται από πέντε τμήματα, είναι πολλές. Εκτός από το μυθιστορηματικό αρχειοστάσιο και τα γραφεία με την ξύλινη επένδυση στους τοίχους (προστέθηκε επί δικτατορίας), υπάρχει η αίθουσα με τα πορτρέτα όλων των πρωθυπουργών. Βιβλία στοιβαγμένα που αναμένουν την ταξινόμησή τους, επιστολές που περιμένουν τις απαντήσεις τους, ξύλινα γραφεία που έχουν κουβαλήσει στις πλάτες τους «χαρτοτόνους». Η κ. Έλλη Δρούλια, διευθύντρια της Βιβλιοθήκης της Βουλής, συμπληρώνει σχεδόν τρεις δεκαετίες εκεί και μαζεύει όλα τα «πολεμοφόδιά» της (στιλό, μαρκαδόρους, μολύβια, γυαλιά, χαρτοκόπτες κ.λπ.) σε ένα διάφανο κουτί, ως άλλο εικαστικό έργο.

Στη συνέχεια του διαδρόμου του δευτέρου ορόφου είναι η αίθουσα του αναγνωστηρίου και πιο κάτω η Αίθουσα Πολυτίμων. Το αναγνωστήριο εξυπηρετεί κυρίως εσωτερικά αιτήματα και ερευνητές. Κάποτε σε αυτή την αίθουσα έμπαιναν λογογράφοι και βουλευτές, αναζητώντας «μότο» από αρχαίους συγγραφείς και φιλοσόφους για τις ομιλίες και τα κείμενά τους.

Η Αίθουσα Πολυτίμων είναι ένα μικρό μουσείο με μοναδικές ιδιωτικές συλλογές, αρχέτυπα και παλαίτυπα, χειρόγραφα και κώδικες από τον εντέκατο αιώνα, τα Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τον ελληνικό προεπαναστατικό και επαναστατικό Τύπο, καθώς και ιστορικά κειμήλια, όπως το θησαυροφυλάκιο του Όθωνα. Εδώ υπάρχουν χιλιάδες σημαντικές σελίδες που καταγράφουν τις ιστορίες και την Ιστορία. Μέχρι τα περιοριστικά μέτρα λόγω πανδημίας, στην αίθουσα αυτή γίνονταν θεματικές διαλέξεις ανοιχτές σε πολίτες.

Σήμερα, ένα μεγάλο κομμάτι της βιβλιοθήκης, που ήταν τα περιοδικά και οι εφημερίδες, μαζί με το τυπογραφείο της Βουλής, στεγάζεται στο επιβλητικό και ανακαινισμένο Καπνεργοστάσιο της οδού Λένορμαν στον Κολωνό.

Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών

Από μια επιβλητική διπλή σκάλα φτάνει κανείς στις Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών, που σήμερα αποτελούν την Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου. Εδώ παίρνουμε μια καλύτερη γεύση της αρχικής χρήσης του κτιρίου. Τον εξαιρετικού πλούτου και τέχνης διάκοσμο των ανακτόρων φανερώνουν τα ελάχιστα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που διασώζονται έως σήμερα, όπως το μεγαλοπρεπές μαρμάρινο κλιμακοστάσιο και οι αίθουσες με την εικονογράφησή τους. Στις αίθουσες διατηρείται ζωφόρος (ύψους 1,22 μ. και μήκους 78 μ.), όπου αποτυπώνονται γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και προσωπογραφίες αγωνιστών. Ένα μικρό τμήμα της που κάηκε στη μεγάλη πυρκαγιά έχει αποκατασταθεί ζωγραφικά, χωρίς χρώμα, ώστε να είναι εμφανές το κατεστραμμένο σημείο. Την τρέχουσα περίοδο, στους συγκεκριμένους χώρους παρουσιάζεται η επετειακή έκθεση της Βουλής των Ελλήνων για το 1821 με τίτλο «Αντικρίζοντας την Ελευθερία! Στη Βουλή των Ελλήνων, δύο αιώνες μετά» με 367 μοναδικά εικαστικά και κειμενικά τεκμήρια. Περισσότερες πληροφορίες και εκθέματα μπορείτε να βρείτε εδώ.

Αφού πλημμυρίσαμε με πληροφορίες και τεκμήρια που αφορούν τη σύσταση του ελληνικού κράτους και τον αγώνα για δημοκρατία, κατεβήκαμε τη μεγάλη σκάλα προς την Αίθουσα της Ολομέλειας. Πριν από την Αίθουσα της Ολομέλειας, αν σηκώσεις το κεφάλι σου ψηλά, θα δεις τη ζωφόρο του Μνημείου της Μάχης της Πίνδου του Χρήστου Καπράλου πάνω από το επιστύλιο της κιονοστοιχίας του περιστυλίου της αίθουσας των συνεδριάσεων της Βουλής, που τοποθετήθηκε το 2002. Επίσης, στο περιστύλιο της Βουλής μπορείς να δεις τον πελώριο τοιχοτάπητα του δέκατου όγδοου αιώνα με θέμα τη «Σχολή των Αθηνών» που πρόσφερε ο πρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης με αφορμή τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση.

Αίθουσα Ολομέλειας

Είναι ο πιο γνωστός χώρος της Βουλής. Εδώ είναι η καρδιά του κτιρίου, η βιτρίνα των πολιτικών και ενίοτε της πολιτικής. Είναι η «αρένα». Το σημείο όπου καλούνται να συνυπάρξουν, να αντιπαρατεθούν και να συνομιλήσουν πρόσωπο με πρόσωπο οι πολιτικοί αντίπαλοι με όλο το φάσμα του ακροατηρίου: Συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι, ψηφοφόροι/πολίτες, θεσμικοί παράγοντες κ.λπ.

Ψηφοφορίες, αγορεύσεις, αποχωρήσεις, δευτερολογίες, προτάσεις μομφής, επερωτήσεις, «Η ώρα του πρωθυπουργού»… Λέξεις και φράσεις που καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις, άρα και την καθημερινότητά μας, την ιστορία της χώρας, την ισορροπία της κοινωνίας. Διαδικασίες άλλοτε ουσιαστικές και άλλοτε τυπικές, γνωστές ή άγνωστες στους πολίτες. Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει μια περιφερειακή και παράλληλη ρουτίνα. Ο υπάλληλος που αλλάζει το ποτήρι με το νερό μόλις αλλάζει ομιλητής στο βήμα της Βουλής, εκείνοι που κρατούν τα πρακτικά, το καμπανάκι του προέδρου…

Εδώ μέσα πότε μοιάζουν όλα άγνωστα και απρόβλεπτα και πότε όλα προκαθορισμένα. Κάθομαι σε ένα από όλα αυτά τα έδρανα και αναρωτιέμαι ποιος να κάθεται εδώ. Ποια είναι η προσφορά του στη χώρα, στους πολίτες που τον εξέλεξαν. Πριν από αυτόν ήταν η θέση κάποιου άλλου και μετά από αυτόν το ίδιο. Είναι οι καρέκλες που κάθε μεταλλική πινέζα τους γράφει πάνω της τα ονόματα των πολιτών. Των καθημερινών ανθρώπων που δεν πηγαίνουν στη δουλειά με γραβάτες και κοστούμια.

Η γυάλινη οροφή γεμίζει την αίθουσα φως και δίνει την αίσθηση του αίθριου χώρου. Θαυμάζοντάς τη μου έρχεται στο μυαλό ένα τραγούδι με τη φωνή της Αλεξίου (σε στίχους Δημήτρη Χαζηδιάκου) που λέει «Έγινε Βουλή ο καφενές», συνθήκη που συμβαίνει συχνά και στους κανονικούς και στους διαδικτυακούς καφενέδες. Καμιά φορά, βέβαια, γίνεται και η Βουλή καφενές.

Με αυτές τις σκέψεις και παρατηρώντας τα σύγχρονα ατομικά τάμπλετ ψηφοφορίας στα έδρανα αφήσαμε πίσω μας τη βουβή αίθουσα, πανέτοιμη να υποδεχτεί την επόμενη συνεδρίαση.

Αίθουσα Γερουσίας

Μια μικρογραφία της Αίθουσας της Ολομέλειας με τα δερμάτινα έδρανα, τις θέσεις του προεδρείου και τα θεωρεία για τους δημοσιογράφους, τους μεταφραστές κ.λπ. Εδώ γίνονταν οι συνεδριάσεις της ολομέλειας πριν ολοκληρωθούν οι εργασίες στην κύρια αίθουσα και σήμερα συνεδριάζουν οι διάφορες επιτροπές, ειδικά όταν πρέπει να συνδυαστούν και χρειάζονται χώρο.

Το γραφείο του προέδρου

Είναι το πιο εντυπωσιακό γραφείο του κτιρίου. Εκτός από την ευρυχωρία του, μοναδικό το καθιστά ο κεραμικός διάκοσμος που καλύπτει τους τοίχους. Πρόκειται για «ροδιακά» πλακάκια τύπου Ιζνίκ, η κατασκευή των οποίων είχε ανατεθεί από την Εθνική Τράπεζα στην κεραμική βιοτεχνία προσφύγων «Κιουτάχεια» με σκοπό τη διακόσμηση δημοσίων κτιρίων, μεταξύ των οποίων και η Βουλή.

Αίθουσες κοινοβουλευτικών/πολιτικών συντακτών

Παρόμοια πλακάκια υπάρχουν και στις αίθουσες των κοινοβουλευτικών/πολιτικών συντακτών, όπου διαχέονται οι πληροφορίες προς τα διάφορα μέσα. Κάποιοι από τους διαπιστευμένους πολιτικούς συντάκτες ήταν εκεί και ετοίμαζαν τα ρεπορτάζ τους. Από το πλήθος των γραφείων καταλαβαίνεις ότι σε ημέρες έντονης κοινοβουλευτικής δραστηριότητας το μέρος αυτό δεν θα έχει να ζηλέψει τίποτα από μια αίθουσα σύνταξης. Τα γραφεία των συντακτών –με «ευφάνταστο διάκοσμο»– έχουν πάντα μεγάλο κοινωνιολογικό ενδιαφέρον.

Εντευκτήριο

Θα μπορούσαμε να το πούμε πρόχειρα και το «σαλόνι» της Βουλής. Και εδώ γίνονται διάφορες συναντήσεις με πολιτικά πρόσωπα, ενώ υπάρχει και η δυνατότητα για ομιλίες. Χρησιμοποιείται και ως χώρος χαλάρωσης και ξεκούρασης των βουλευτών. Όπως είναι επόμενο, σε μεγάλες ψηφοφορίες μπαινοβγαίνει πολύς κόσμος. Για τους πολιτικούς συντάκτες είναι ένας από τους χώρους αλίευσης ειδήσεων, όπως βέβαια και το καφενείο, όταν τα νέα δεν τρέχουν γρήγορα στους διαδρόμους…

Το καφενείο

Μέρος χαλάρωσης μακριά από κάμερες και φωτογράφους. Σημείο συνάντησης βουλευτών, συμβούλων και προσωπικού. Εδώ μέσα πιθανόν να έχουν συμφωνηθεί και συζητηθεί πράγματα για το μέλλον μας που ποτέ δεν θα μάθουμε, πάνω από έναν χαλαρό καφέ. Το βρήκαμε κλειστό, όπως και το εστιατόριο της Βουλής, λόγω κορωνοϊού.

 

Ο εξωτερικός χώρος

Περιμετρικά του κτιρίου υπάρχουν διάφορα στοιχεία για να σταθεί κανείς περπατώντας στο μαρμάρινο προαύλιο. Το άγαλμα του Βενιζέλου και του Τρικούπη δεξιά και αριστερά από την πρόσοψή του. Οι φανοστάτες που τότε λειτουργούσαν με λάδι και σήμερα έχουν τοποθετηθεί λάμπες, οι εξωτερικές σκάλες που οδηγούν στο πενταώροφο υπόγειο γκαράζ και ένα γλυπτό που κανείς δεν παρατηρεί από τον δρόμο. Είναι το άγαλμα της Μάνας του Χρήστου Καπράλου που τοποθετήθηκε το 2003 στον ανατολικό περίβολο.

Ύστερα από ένα ταξίδι στον χρόνο και στην Ιστορία της Ελλάδας, αφήσαμε τα καρτελάκια του επισκέπτη και πήραμε τις ταυτότητές μας. Το «Ελληνική Δημοκρατία» που έγραφαν πάνω για λίγα δευτερόλεπτα είχε μια άλλη διάσταση. Χαιρετήσαμε τους ανθρώπους που με υπομονή μάς ξενάγησαν στους χώρους της Βουλής και βγήκαμε πάλι στη ζέστη και τη φασαρία της πρωτεύουσας.

Εδώ και δεκαετίες έχουν ακουστεί διάφορες προτάσεις για μεταφορά της Βουλής σε άλλη τοποθεσία, σε πιο σύγχρονες εγκαταστάσεις, και παράλληλα να διατηρηθεί το υπάρχον κτίριο ως μουσείο ή για κάποιες πανηγυρικές/συμβολικές συνεδριάσεις. Κάτι τέτοιο όμως μοιάζει, προς το παρόν τουλάχιστον, πολύ θεωρητικό…

Και επειδή ζωή χωρίς τραγούδια, θάλασσα χωρίς καράβια, υπάρχει ένα τραγούδι με τον τίτλο «Βουλή» από το μακρινό 1959. Γράφτηκε για το ανέβασμα της κωμωδίας «Όρνιθες» του Αριστοφάνη από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, σε διασκευή Βασίλη Ρώτα και μουσική του Μάνου Χατζιδάκι.

Είναι εκεί στην πολιτεία σε πλατείες και γραφεία,
μια φωλιά που ζει μια ράτσα, τετραπέρατη, καπάτσα.
Σκάβουν, σπέρνουν και θερίζουν και τρυγάνε με τις γλώσσες
και τα χέρια τα ’χουν μόνο να υπογράφουν, να μουντζώνουν
και ποτέ τους το ’να χέρι πού ’ναι τ’ άλλο τους δεν ξέρει.

Όπως και τότε, έτσι και τώρα η εύκολη απαξίωση για τα πρόσωπα και τις διαδικασίες της Βουλής είναι ένα χαρακτηριστικό μας που δύσκολα θα αποβάλουμε. Από τις πολιτικές γελοιογραφίες μέχρι τα καφενεία και από τα συνθήματα μέχρι το διαδίκτυο, η Βουλή υπήρξε και παραμένει αγαπημένος στόχος. Εκτός όμως από τις δίκες πληκτρολογίου, υπάρχουν σοβαρότατες διαδικασίες και πρόσωπα που έχουν εργαστεί σκληρά (διάσημα ή αφανή) προς όφελος του Έλληνα πολίτη, τιμώντας τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ευρύτερη έννοια της δημοκρατίας. Του πολιτεύματος που, παρότι άργησε, έδωσε τη δυνατότητα για προαυλισμό σ’ εκείνους που θέλησαν να το καταλύσουν.

Πηγή: LIFO

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ