«Ο τόπος μας καταστράφηκε ολοκληρωτικά»

Κάτοικοι της Εύβοιας μιλούν στην «Κ» για τον εφιάλτη

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

«Πολλά επαγγέλματα ζουν από το δάσος – ρητινοσυλλέκτες, υλοτόμοι. Αυτές οι επαγγελματικές κατηγορίες πλέον δεν υπάρχουν»

ΕΥΒΟΙΑ- ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Από το πλατύσκαλο της αυλής του στην Παλαιόβρυση Ευβοίας ο Γιάννης Κερεμέζης κοιτάζει ό,τι απέμεινε από τα δένδρα απέναντι. Μεγάλωσε πλάι στο δάσος, αυτό του έδινε μεροκάματο. Τώρα μαύρο, έως εκεί που βλέπει το μάτι. Η φωτιά έκοβε βόλτες στα γύρω χωριά, ώσπου έφτασε και στο δικό του. Κάλπασε πάνω στην πλαγιά, ισοπέδωσε τη στέγη ενός παρεκκλησιού και μαύρισε τα μνήματα στο νεκροταφείο. Εισέβαλε στο σπίτι ενός γείτονα, κατέστρεψε και τη δική του αποθήκη. Του έκαψε αμπέλια και ελιές, αλλά κυρίως τα πεύκα. «Από αυτά είχαμε εισόδημα. Ζούσαμε με αξιοπρέπεια», λέει. «Μέχρι να γίνουν ξανά πράσινα θα έχω φύγει για τον άλλο κόσμο».

Ο ρητινοσυλλέκτης Γ. Κερεμέζης μεγάλωσε πλάι στο δάσος και τώρα αντικρίζει μόνο μαύρο (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο 58χρονος κάτοικος συστήνεται ως «ρετσινάς». Είναι ένας από τους εκατοντάδες ρητινοσυλλέκτες της Εύβοιας. Εργαζόμενοι στα δάση της χαλεπίου πεύκης κατά τους θερινούς μήνες, θεωρούνται οι «άμισθοι φύλακές»  τους, καθώς ανοίγουν μονοπάτια απομακρύνοντας τον υπόροφο, τις φυλλωσιές και τα ξερόκλαδα, την επίφοβη καύσιμη ύλη. Ο κ. Κερεμέζης, όμως, δεν έχει πλέον δένδρα να ρητινεύσει. Τις προηγούμενες ημέρες καβάλησε μια μηχανή και απομακρύνθηκε λίγα λεπτά προτού η φωτιά, ανεξέλεγκτη και σαρωτική, πλησιάσει μέχρι το πλατύσκαλό του. Οι φλόγες, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί.

Ετρεξαν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω στην Αγία Αννα και συνέχισαν την πορεία τους μέχρι και τη θάλασσα, καταστρέφοντας σπίτια, αυτοκίνητα, αλλά και το κάμπινγκ της περιοχής. Χθες, πυροσβεστικές δυνάμεις, εθελοντές και κάτοικοι μάχονταν χωρίς παύση τις αναζωπυρώσεις, κυρίως στη Γαλατσώνα και την Αβγαριά, προσπαθώντας να αναχαιτίσουν τη φωτιά ώστε να μη φτάσει στην Ιστιαία.

Το πέρασμα της φωτιάς από την Παλαιόβρυση και το κοιμητήριο του χωριού (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Κι ενώ η πύρινη προέλαση συνεχιζόταν για όγδοη ημέρα απτόητη, έχοντας κινηθεί από τον Ευβοϊκό μέχρι το Αιγαίο, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες προληπτικές εκκενώσεις οικισμών, η αλληλεγγύη είχε ήδη φτάσει στα καμένα. Δεκάδες εθελοντές στοίβαζαν προμήθειες ή μαγείρευαν έξω από ένα δημοτικό κτίριο στην Αγία Αννα. Η προσφορά ήταν τόσο μεγάλη που τα τρόφιμα και τα νερά κάλυπταν μέχρι και τα σκαλοπάτια.

Το κάμπινγκ στην Αγία Αννα υπέστη μεγάλες ζημιές από το πέρασμα της πυρκαγιάς (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο Αγγελος Κωνσταντινάκης, αντιδήμαρχος στον Δήμο Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Αννας, με φωνή ίσα που βγαίνει, προσπαθεί να απαριθμήσει την έκταση των ζημιών. Με τα μέτωπα να μαίνονται, δεν ήταν εφικτό να γίνει ακόμη πλήρης απολογισμός. Λέει ότι καταστράφηκαν εκατοντάδες σπίτια, ότι τα καμένα στρέμματα ξεπερνούν τις 500.000, ότι έχουν χαθεί δεκάδες χιλιάδες ζώα. «Ο τόπος μας καταστράφηκε», τονίζει. «Η περιοχή μας έχει 85% δασοκάλυψη. Πολλά επαγγέλματα ζουν από το δάσος – ρητινοσυλλέκτες, υλοτόμοι. Εχουμε και πολλούς ελαιώνες και το καλοκαίρι κάποιοι κάτοικοι ασχολούνται και με τον τουρισμό. Αυτές οι επαγγελματικές κατηγορίες πλέον δεν υπάρχουν. Ο κύκλος έχει σπάσει».

Οι εκτιμήσεις

Τι πήγε λάθος; Γιατί η φωτιά δεν ανακόπηκε εγκαίρως; Κάτοικοι και παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης εκτιμούν ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος κατά το απόγευμα της 3ης Αυγούστου, όταν εντοπίστηκε η αρχική εστία κοντά στα χωριά Δάφνη και Μουρτιά. «Ξέφυγε όταν ήταν ακόμα νωρίς, δεν είχαμε αρκετά εναέρια μέσα και τα παράλληλα μέτωπα των Αθηνών τράβηξαν όλες τις δυνάμεις. Σε κρίσιμα σημεία μας άφησαν απροστάτευτους, όταν υπήρχε ακόμη χρόνος ένα κομμάτι της ζημιάς να το γλιτώσουμε», λέει στην «Κ» ο αντιπεριφερειάρχης Εύβοιας Γιώργος Κελαϊδίτης. «Και οι επίγειες δυνάμεις ήταν λιγότερες. Χρειαζόμασταν έξι φορές παραπάνω». Στο ίδιο μήκος κύματος και οι παρατηρήσεις του κ. Κωνσταντινάκη. «Δεν είχαμε από την πρώτη στιγμή εναέρια. Καταλαβαίνω ότι υπήρχε η μεγάλη φωτιά στη Βαρυμπόμπη, αλλά τι να πω, μάλλον είμαστε πολίτες β΄ κατηγορίας εδώ, μας θυσίασαν για να σώσουν την Αττική, αυτό πάει στο μυαλό μου».

Με όποιον ντόπιο κι αν μίλησε η «Κ» στην καμένη γη, όλοι συγκλίνουν στην ίδια διαπίστωση. Καταπονημένοι από το διαρκές κυνήγι της φωτιάς, την αϋπνία και τον φόβο των αναζωπυρώσεων, άλλοι με περισσότερο θυμό και άλλοι με πιο ήπιες εκφράσεις λένε ότι νιώθουν ξεχασμένοι, ότι η βαρύτητα δόθηκε αλλού και κόστισε τη δική τους οικολογική και οικονομική καταστροφή. Οπου έχει αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση οι πληγέντες παρακολουθούν πλέον στις τηλεοράσεις τους άλλα χωριά να κινδυνεύουν βορειότερα. Νέοι πυρόπληκτοι σε ζωντανή σύνδεση. Ενα πέπλο στάχτης έχει καλύψει τα πάντα, σύννεφα καπνού κρύβουν τον ήλιο, έχει χαθεί η αίσθηση του χρόνου.

Ο Μιχάλης Μαραγκάκης αποφάσισε να μείνει στη Λίμνη και μαζί με άλλους εθελοντές προσπάθησε να σώσει σπίτια (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Στις 3 Αυγούστου ο 55χρονος Μιχάλης Μαραγκάκης βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του στη Λίμνη Ευβοίας και αντίκρισε ένα μανιτάρι καπνού. Ενστικτωδώς το φωτογράφισε με το κινητό του. «Λέω την πατήσαμε, άμα δεν έρθουν γρήγορα τα αεροπλάνα θα καούμε. Θα την είχαν καθαρίσει σαν αυγό τη φωτιά αν έρχονταν εγκαίρως», λέει.

Η αρχική εστία όπως τη φωτογράφισε με το κινητό του ο κ. Μαραγκάκης.

Το ίδιο απόγευμα, λίγα λεπτά μετά τις 17.00, ο Γιάννης Τριανταφύλλου, πρόεδρος της κοινότητας Λίμνης, έλαβε ένα μήνυμα σε μια κλειστή ομάδα στο Viber που έχουν φτιάξει τα μέλη του σωματείου εθελοντών δασοπυροσβεστών διασωστών Ελυμνίων. «Μεγάλη φωτιά», έγραψε ένα από τα μέλη της ομάδας. «Σε μία ώρα θα είναι στη Λίμνη, άπαντες πάνω».

«Τρέξαμε σπίτια μας, βγάλαμε τις βερμούδες και φορέσαμε παντελόνια και μπότες. Η φωτιά έκανε βόλτες, πήδαγε, δεν μπορούσες να τη σταματήσεις. Ηθελε αμέσως εναέρια μέσα», λέει ο κ. Τριανταφύλλου. Οι φλόγες κατευθύνθηκαν προς Ρετσινόλακκο και οι εθελοντές έσπευσαν να απομακρύνουν κατοίκους, αλλά και δημοτικά οχήματα, όπως σκουπιδιάρικα που κινδύνευαν να γίνουν παρανάλωμα. «Από εκείνη τη στιγμή δεν ξέρουμε τι μέρα είναι, δεν κοιμόμαστε, δεν έχουμε πλυθεί, είμαστε σαν ζόμπι. Νερό, ισοτονικά και ξηρά τροφή», λέει και εξηγεί πως προσπαθούσαν να βοηθήσουν από μέτωπο σε μέτωπο. Ο ίδιος είναι ψυκτικός, στην ομάδα των εθελοντών έχουν έναν δάσκαλο καράτε, έναν μελισσοκόμο και υλοτόμο, έναν υπάλληλο τράπεζας.

Περιγράφει πώς σήκωναν πάνω σε καρέκλες τους ηλικιωμένους και τους κατάκοιτους από ένα χωριό που εκκενώθηκε και τους μετέφεραν από τα σπίτια τους στα πλησιέστερα οχήματα. Λέει πως μαζί με άλλους ντόπιους μάζευαν τις γάτες και τα σκυλιά από τις αυλές που κάποιοι κάτοικοι είχαν ξεχάσει πίσω πάνω στον πανικό τους. Το αυτοκίνητο ενός εθελοντή κάηκε όσο εκείνος σε άλλο σημείο έκοβε πεύκα με αλυσοπρίονο για να μην τα βρει η επικόρυφη πυρκαγιά στο διάβα της.

Άλλοτε τόπος φυσικού κάλλους και παραθερισμού, η Αγία Αννα υπέστη μεγάλη καταστροφή (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Με κλάρες και βυτία στις φλόγες

Ο κ. Τριανταφύλλου θυμάται και μια απόκοσμη εικόνα που αντίκρισε στις Ροβιές. Οσο η φωτιά έκαιγε πέργκολες και τέντες, ένας βοσκός είχε μαζέψει όλα του τα πρόβατα στο κέντρο του γηπέδου ποδοσφαίρου και καθόταν εκεί για ασφάλεια, με σκυμμένο κεφάλι και ένα μπουκάλι νερό στο χέρι. «Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, λες και είχες βάλει ένα σεσουάρ στο στόμα», λέει.

Περιγράφει ως νωθρή την αντίδραση της Πυροσβεστικής εκείνες τις ώρες και λέει ότι οι κάτοικοι έπρεπε να επιμείνουν στις εκκλήσεις τους για να φτάσει και να συνδράμει κάποιο όχημα. Παρόμοιες είναι και οι παρατηρήσεις του κ. Κωνσταντινάκη. Οπως αναφέρει, τις προηγούμενες ημέρες ενώ υποδείκνυε η τοπική αυτοδιοίκηση στις πυροσβεστικές δυνάμεις κατά τις πρωινές συνεδριάσεις του συντονιστικού οργάνου ποια ήταν τα ευαίσθητα σημεία, συχνά δεν εισακούγονταν. «Υπάρχουν πυροσβέστες ήρωες, φοβάμαι όμως ότι είναι θέμα συντονισμού της διοίκησης», λέει και επιρρίπτει ευθύνες και στους χειρισμούς της Πολιτικής Προστασίας. «Κάθε μέρα λέγαμε να πιάσουμε τη φωτιά εδώ να μην πάει παρακάτω και δεν την πιάναμε ποτέ. Φτιάχναμε ζώνες με τα μηχανήματα της περιφέρειας, ζητούσαμε να την προστατεύσουν με πυροσβεστικά και μετά τα οχήματα έφευγαν και περνούσε η φωτιά».

Εκατοντάδες κάτοικοι απεγκλωβίστηκαν με πλωτά μέσα από παραλίες της Εύβοιας στις προληπτικές εκκενώσεις (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Στις 3 Αυγούστου η φωτιά δεν μπήκε μέσα στη Λίμνη, επέστρεψε όμως με περισσότερη ορμή τρεις ημέρες αργότερα, όταν κρίθηκε αναγκαίο να εκκενωθεί η περιοχή με πλωτά μέσα. Σύμφωνα με το Λιμενικό, εκείνη την ημέρα απεγκλωβίστηκαν 1.400 άτομα διά θαλάσσης. Κάποιοι, κυρίως οι άντρες και οι νέοι, επέλεξαν να μην επιβιβαστούν στα σκάφη και έμειναν πίσω.

Αναφέρουν ότι έτσι κατάφεραν να σώσουν αρκετά σπίτια, ένα επιχείρημα που επαναλαμβάνουν και άλλοι ντόπιοι σε κάθε χωριό της περιοχής. Στις 26 Αυγούστου 1977 μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά είχε φτάσει σε απόσταση 700 μέτρων από τη Λίμνη και τότε περίπου 5.000 πολίτες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, «συγκεντρώθηκαν πανικόβλητοι στην παραλία ώστε να εγκαταλείψουν με πλωτά, αν παραστεί ανάγκη».

Σε μια επιστολή που είχαν στείλει προς τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή μέλη της Φιλοδασικής Ενωσης Αθηνών, έγραφαν για την πυρκαγιά του ’77 στην Εύβοια: «Τρία από τα αντιπυρικά αεροπλάνα είχαν βλάβες και έμειναν ακινητοποιημένα. Να φέρουμε και άλλα αεροπλάνα. Να εξοπλισθούν με κατάλληλα μέσα οι κάτοικοι της υπαίθρου για να μην πολεμούν με γυμνά χέρια τη φωτιά. Να αυξηθεί ο αριθμός των δασοφυλάκων και να πυκνωθούν τα πυροφυλάκια – παρατηρητήρια». Τέσσερις δεκαετίες μετά, ορισμένα από τα ζητήματα που έθιγαν παραμένουν επίκαιρα.

Δεκάδες εθελοντές βοηθούν πλέον τους πληγέντες (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο κ. Τριανταφύλλου περιγράφει πώς νέοι κάτοικοι προσπαθούσαν με κλάρες και αλυσοπρίονα, με βυτιοφόρα ή αγροτικά οχήματα στα οποία είχαν προσαρμόσει ντεπόζιτα με νερό να δαμάσουν σε κάποια σημεία τις φλόγες. Λέει ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν και πυροσβεστικά οχήματα, αλλά εκτιμά ότι χρειάζονταν πολλά παραπάνω για να θωρακιστεί το μέρος. «Με κίνδυνο της ζωής μας σώσαμε όσα χωριά μπορέσαμε», λέει ο κ. Κωνσταντινάκης.

Οπως τονίζουν οι ντόπιοι, μετά την καταστροφή που έχει συντελεστεί η επόμενη ημέρα είναι οικονομικά αβέβαιη για τον τόπο τους. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν πληγεί διπλά. Ο κ. Τριανταφύλλου μιλάει για έναν κάτοικο που έμεινε και άνεργος και άστεγος. Δούλευε στο κάμπινγκ που κάηκε, ενώ και το σπίτι του έχει υποστεί ολική καταστροφή. «Δοξάζουμε τον Θεό που δεν καήκαμε, αλλά οικονομικά καταστραφήκαμε», λέει η Γαρυφαλλιά Αναστασίου, ιδιοκτήτρια ταβέρνας στις Ροβιές. Πέρα από την επιχείρηση της οποίας οι προμήθειες καταστράφηκαν, λέει ότι είχε και 40 στρέμματα ελαιόδεντρα που κάηκαν.

«Είχαμε έναν τόπο με αυτό το απίστευτο κάλλος», λέει ο κ. Κωνσταντινάκης. «Είχαμε τις παραλίες, τα δάση, τα βουνά μας και ξαφνικά δεν έχουμε ούτε αυτό».

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Πολλά επαγγέλματα ζουν από το δάσος – ρητινοσυλλέκτες, υλοτόμοι. Αυτές οι επαγγελματικές κατηγορίες πλέον δεν υπάρχουν»

ΕΥΒΟΙΑ- ΑΠΟΣΤΟΛΗ. Από το πλατύσκαλο της αυλής του στην Παλαιόβρυση Ευβοίας ο Γιάννης Κερεμέζης κοιτάζει ό,τι απέμεινε από τα δένδρα απέναντι. Μεγάλωσε πλάι στο δάσος, αυτό του έδινε μεροκάματο. Τώρα μαύρο, έως εκεί που βλέπει το μάτι. Η φωτιά έκοβε βόλτες στα γύρω χωριά, ώσπου έφτασε και στο δικό του. Κάλπασε πάνω στην πλαγιά, ισοπέδωσε τη στέγη ενός παρεκκλησιού και μαύρισε τα μνήματα στο νεκροταφείο. Εισέβαλε στο σπίτι ενός γείτονα, κατέστρεψε και τη δική του αποθήκη. Του έκαψε αμπέλια και ελιές, αλλά κυρίως τα πεύκα. «Από αυτά είχαμε εισόδημα. Ζούσαμε με αξιοπρέπεια», λέει. «Μέχρι να γίνουν ξανά πράσινα θα έχω φύγει για τον άλλο κόσμο».

Ο ρητινοσυλλέκτης Γ. Κερεμέζης μεγάλωσε πλάι στο δάσος και τώρα αντικρίζει μόνο μαύρο (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο 58χρονος κάτοικος συστήνεται ως «ρετσινάς». Είναι ένας από τους εκατοντάδες ρητινοσυλλέκτες της Εύβοιας. Εργαζόμενοι στα δάση της χαλεπίου πεύκης κατά τους θερινούς μήνες, θεωρούνται οι «άμισθοι φύλακές»  τους, καθώς ανοίγουν μονοπάτια απομακρύνοντας τον υπόροφο, τις φυλλωσιές και τα ξερόκλαδα, την επίφοβη καύσιμη ύλη. Ο κ. Κερεμέζης, όμως, δεν έχει πλέον δένδρα να ρητινεύσει. Τις προηγούμενες ημέρες καβάλησε μια μηχανή και απομακρύνθηκε λίγα λεπτά προτού η φωτιά, ανεξέλεγκτη και σαρωτική, πλησιάσει μέχρι το πλατύσκαλό του. Οι φλόγες, όμως, δεν σταμάτησαν εκεί.

Ετρεξαν ένα χιλιόμετρο πιο κάτω στην Αγία Αννα και συνέχισαν την πορεία τους μέχρι και τη θάλασσα, καταστρέφοντας σπίτια, αυτοκίνητα, αλλά και το κάμπινγκ της περιοχής. Χθες, πυροσβεστικές δυνάμεις, εθελοντές και κάτοικοι μάχονταν χωρίς παύση τις αναζωπυρώσεις, κυρίως στη Γαλατσώνα και την Αβγαριά, προσπαθώντας να αναχαιτίσουν τη φωτιά ώστε να μη φτάσει στην Ιστιαία.

Το πέρασμα της φωτιάς από την Παλαιόβρυση και το κοιμητήριο του χωριού (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Κι ενώ η πύρινη προέλαση συνεχιζόταν για όγδοη ημέρα απτόητη, έχοντας κινηθεί από τον Ευβοϊκό μέχρι το Αιγαίο, οδηγώντας σε αλλεπάλληλες προληπτικές εκκενώσεις οικισμών, η αλληλεγγύη είχε ήδη φτάσει στα καμένα. Δεκάδες εθελοντές στοίβαζαν προμήθειες ή μαγείρευαν έξω από ένα δημοτικό κτίριο στην Αγία Αννα. Η προσφορά ήταν τόσο μεγάλη που τα τρόφιμα και τα νερά κάλυπταν μέχρι και τα σκαλοπάτια.

Το κάμπινγκ στην Αγία Αννα υπέστη μεγάλες ζημιές από το πέρασμα της πυρκαγιάς (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο Αγγελος Κωνσταντινάκης, αντιδήμαρχος στον Δήμο Μαντουδίου – Λίμνης – Αγίας Αννας, με φωνή ίσα που βγαίνει, προσπαθεί να απαριθμήσει την έκταση των ζημιών. Με τα μέτωπα να μαίνονται, δεν ήταν εφικτό να γίνει ακόμη πλήρης απολογισμός. Λέει ότι καταστράφηκαν εκατοντάδες σπίτια, ότι τα καμένα στρέμματα ξεπερνούν τις 500.000, ότι έχουν χαθεί δεκάδες χιλιάδες ζώα. «Ο τόπος μας καταστράφηκε», τονίζει. «Η περιοχή μας έχει 85% δασοκάλυψη. Πολλά επαγγέλματα ζουν από το δάσος – ρητινοσυλλέκτες, υλοτόμοι. Εχουμε και πολλούς ελαιώνες και το καλοκαίρι κάποιοι κάτοικοι ασχολούνται και με τον τουρισμό. Αυτές οι επαγγελματικές κατηγορίες πλέον δεν υπάρχουν. Ο κύκλος έχει σπάσει».

Οι εκτιμήσεις

Τι πήγε λάθος; Γιατί η φωτιά δεν ανακόπηκε εγκαίρως; Κάτοικοι και παράγοντες της τοπικής αυτοδιοίκησης εκτιμούν ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος κατά το απόγευμα της 3ης Αυγούστου, όταν εντοπίστηκε η αρχική εστία κοντά στα χωριά Δάφνη και Μουρτιά. «Ξέφυγε όταν ήταν ακόμα νωρίς, δεν είχαμε αρκετά εναέρια μέσα και τα παράλληλα μέτωπα των Αθηνών τράβηξαν όλες τις δυνάμεις. Σε κρίσιμα σημεία μας άφησαν απροστάτευτους, όταν υπήρχε ακόμη χρόνος ένα κομμάτι της ζημιάς να το γλιτώσουμε», λέει στην «Κ» ο αντιπεριφερειάρχης Εύβοιας Γιώργος Κελαϊδίτης. «Και οι επίγειες δυνάμεις ήταν λιγότερες. Χρειαζόμασταν έξι φορές παραπάνω». Στο ίδιο μήκος κύματος και οι παρατηρήσεις του κ. Κωνσταντινάκη. «Δεν είχαμε από την πρώτη στιγμή εναέρια. Καταλαβαίνω ότι υπήρχε η μεγάλη φωτιά στη Βαρυμπόμπη, αλλά τι να πω, μάλλον είμαστε πολίτες β΄ κατηγορίας εδώ, μας θυσίασαν για να σώσουν την Αττική, αυτό πάει στο μυαλό μου».

Με όποιον ντόπιο κι αν μίλησε η «Κ» στην καμένη γη, όλοι συγκλίνουν στην ίδια διαπίστωση. Καταπονημένοι από το διαρκές κυνήγι της φωτιάς, την αϋπνία και τον φόβο των αναζωπυρώσεων, άλλοι με περισσότερο θυμό και άλλοι με πιο ήπιες εκφράσεις λένε ότι νιώθουν ξεχασμένοι, ότι η βαρύτητα δόθηκε αλλού και κόστισε τη δική τους οικολογική και οικονομική καταστροφή. Οπου έχει αποκατασταθεί η ηλεκτροδότηση οι πληγέντες παρακολουθούν πλέον στις τηλεοράσεις τους άλλα χωριά να κινδυνεύουν βορειότερα. Νέοι πυρόπληκτοι σε ζωντανή σύνδεση. Ενα πέπλο στάχτης έχει καλύψει τα πάντα, σύννεφα καπνού κρύβουν τον ήλιο, έχει χαθεί η αίσθηση του χρόνου.

Ο Μιχάλης Μαραγκάκης αποφάσισε να μείνει στη Λίμνη και μαζί με άλλους εθελοντές προσπάθησε να σώσει σπίτια (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Στις 3 Αυγούστου ο 55χρονος Μιχάλης Μαραγκάκης βγήκε στο μπαλκόνι του σπιτιού του στη Λίμνη Ευβοίας και αντίκρισε ένα μανιτάρι καπνού. Ενστικτωδώς το φωτογράφισε με το κινητό του. «Λέω την πατήσαμε, άμα δεν έρθουν γρήγορα τα αεροπλάνα θα καούμε. Θα την είχαν καθαρίσει σαν αυγό τη φωτιά αν έρχονταν εγκαίρως», λέει.

Η αρχική εστία όπως τη φωτογράφισε με το κινητό του ο κ. Μαραγκάκης.

Το ίδιο απόγευμα, λίγα λεπτά μετά τις 17.00, ο Γιάννης Τριανταφύλλου, πρόεδρος της κοινότητας Λίμνης, έλαβε ένα μήνυμα σε μια κλειστή ομάδα στο Viber που έχουν φτιάξει τα μέλη του σωματείου εθελοντών δασοπυροσβεστών διασωστών Ελυμνίων. «Μεγάλη φωτιά», έγραψε ένα από τα μέλη της ομάδας. «Σε μία ώρα θα είναι στη Λίμνη, άπαντες πάνω».

«Τρέξαμε σπίτια μας, βγάλαμε τις βερμούδες και φορέσαμε παντελόνια και μπότες. Η φωτιά έκανε βόλτες, πήδαγε, δεν μπορούσες να τη σταματήσεις. Ηθελε αμέσως εναέρια μέσα», λέει ο κ. Τριανταφύλλου. Οι φλόγες κατευθύνθηκαν προς Ρετσινόλακκο και οι εθελοντές έσπευσαν να απομακρύνουν κατοίκους, αλλά και δημοτικά οχήματα, όπως σκουπιδιάρικα που κινδύνευαν να γίνουν παρανάλωμα. «Από εκείνη τη στιγμή δεν ξέρουμε τι μέρα είναι, δεν κοιμόμαστε, δεν έχουμε πλυθεί, είμαστε σαν ζόμπι. Νερό, ισοτονικά και ξηρά τροφή», λέει και εξηγεί πως προσπαθούσαν να βοηθήσουν από μέτωπο σε μέτωπο. Ο ίδιος είναι ψυκτικός, στην ομάδα των εθελοντών έχουν έναν δάσκαλο καράτε, έναν μελισσοκόμο και υλοτόμο, έναν υπάλληλο τράπεζας.

Περιγράφει πώς σήκωναν πάνω σε καρέκλες τους ηλικιωμένους και τους κατάκοιτους από ένα χωριό που εκκενώθηκε και τους μετέφεραν από τα σπίτια τους στα πλησιέστερα οχήματα. Λέει πως μαζί με άλλους ντόπιους μάζευαν τις γάτες και τα σκυλιά από τις αυλές που κάποιοι κάτοικοι είχαν ξεχάσει πίσω πάνω στον πανικό τους. Το αυτοκίνητο ενός εθελοντή κάηκε όσο εκείνος σε άλλο σημείο έκοβε πεύκα με αλυσοπρίονο για να μην τα βρει η επικόρυφη πυρκαγιά στο διάβα της.

Άλλοτε τόπος φυσικού κάλλους και παραθερισμού, η Αγία Αννα υπέστη μεγάλη καταστροφή (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ)

Με κλάρες και βυτία στις φλόγες

Ο κ. Τριανταφύλλου θυμάται και μια απόκοσμη εικόνα που αντίκρισε στις Ροβιές. Οσο η φωτιά έκαιγε πέργκολες και τέντες, ένας βοσκός είχε μαζέψει όλα του τα πρόβατα στο κέντρο του γηπέδου ποδοσφαίρου και καθόταν εκεί για ασφάλεια, με σκυμμένο κεφάλι και ένα μπουκάλι νερό στο χέρι. «Δεν μπορούσες να αναπνεύσεις, λες και είχες βάλει ένα σεσουάρ στο στόμα», λέει.

Περιγράφει ως νωθρή την αντίδραση της Πυροσβεστικής εκείνες τις ώρες και λέει ότι οι κάτοικοι έπρεπε να επιμείνουν στις εκκλήσεις τους για να φτάσει και να συνδράμει κάποιο όχημα. Παρόμοιες είναι και οι παρατηρήσεις του κ. Κωνσταντινάκη. Οπως αναφέρει, τις προηγούμενες ημέρες ενώ υποδείκνυε η τοπική αυτοδιοίκηση στις πυροσβεστικές δυνάμεις κατά τις πρωινές συνεδριάσεις του συντονιστικού οργάνου ποια ήταν τα ευαίσθητα σημεία, συχνά δεν εισακούγονταν. «Υπάρχουν πυροσβέστες ήρωες, φοβάμαι όμως ότι είναι θέμα συντονισμού της διοίκησης», λέει και επιρρίπτει ευθύνες και στους χειρισμούς της Πολιτικής Προστασίας. «Κάθε μέρα λέγαμε να πιάσουμε τη φωτιά εδώ να μην πάει παρακάτω και δεν την πιάναμε ποτέ. Φτιάχναμε ζώνες με τα μηχανήματα της περιφέρειας, ζητούσαμε να την προστατεύσουν με πυροσβεστικά και μετά τα οχήματα έφευγαν και περνούσε η φωτιά».

Εκατοντάδες κάτοικοι απεγκλωβίστηκαν με πλωτά μέσα από παραλίες της Εύβοιας στις προληπτικές εκκενώσεις (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Στις 3 Αυγούστου η φωτιά δεν μπήκε μέσα στη Λίμνη, επέστρεψε όμως με περισσότερη ορμή τρεις ημέρες αργότερα, όταν κρίθηκε αναγκαίο να εκκενωθεί η περιοχή με πλωτά μέσα. Σύμφωνα με το Λιμενικό, εκείνη την ημέρα απεγκλωβίστηκαν 1.400 άτομα διά θαλάσσης. Κάποιοι, κυρίως οι άντρες και οι νέοι, επέλεξαν να μην επιβιβαστούν στα σκάφη και έμειναν πίσω.

Αναφέρουν ότι έτσι κατάφεραν να σώσουν αρκετά σπίτια, ένα επιχείρημα που επαναλαμβάνουν και άλλοι ντόπιοι σε κάθε χωριό της περιοχής. Στις 26 Αυγούστου 1977 μια άλλη μεγάλη πυρκαγιά είχε φτάσει σε απόσταση 700 μέτρων από τη Λίμνη και τότε περίπου 5.000 πολίτες, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα της εποχής, «συγκεντρώθηκαν πανικόβλητοι στην παραλία ώστε να εγκαταλείψουν με πλωτά, αν παραστεί ανάγκη».

Σε μια επιστολή που είχαν στείλει προς τον τότε πρωθυπουργό Κωνσταντίνο Καραμανλή μέλη της Φιλοδασικής Ενωσης Αθηνών, έγραφαν για την πυρκαγιά του ’77 στην Εύβοια: «Τρία από τα αντιπυρικά αεροπλάνα είχαν βλάβες και έμειναν ακινητοποιημένα. Να φέρουμε και άλλα αεροπλάνα. Να εξοπλισθούν με κατάλληλα μέσα οι κάτοικοι της υπαίθρου για να μην πολεμούν με γυμνά χέρια τη φωτιά. Να αυξηθεί ο αριθμός των δασοφυλάκων και να πυκνωθούν τα πυροφυλάκια – παρατηρητήρια». Τέσσερις δεκαετίες μετά, ορισμένα από τα ζητήματα που έθιγαν παραμένουν επίκαιρα.

Δεκάδες εθελοντές βοηθούν πλέον τους πληγέντες (φωτ. ΘΟΔΩΡΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ).

Ο κ. Τριανταφύλλου περιγράφει πώς νέοι κάτοικοι προσπαθούσαν με κλάρες και αλυσοπρίονα, με βυτιοφόρα ή αγροτικά οχήματα στα οποία είχαν προσαρμόσει ντεπόζιτα με νερό να δαμάσουν σε κάποια σημεία τις φλόγες. Λέει ότι στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν και πυροσβεστικά οχήματα, αλλά εκτιμά ότι χρειάζονταν πολλά παραπάνω για να θωρακιστεί το μέρος. «Με κίνδυνο της ζωής μας σώσαμε όσα χωριά μπορέσαμε», λέει ο κ. Κωνσταντινάκης.

Οπως τονίζουν οι ντόπιοι, μετά την καταστροφή που έχει συντελεστεί η επόμενη ημέρα είναι οικονομικά αβέβαιη για τον τόπο τους. Υπάρχουν περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν πληγεί διπλά. Ο κ. Τριανταφύλλου μιλάει για έναν κάτοικο που έμεινε και άνεργος και άστεγος. Δούλευε στο κάμπινγκ που κάηκε, ενώ και το σπίτι του έχει υποστεί ολική καταστροφή. «Δοξάζουμε τον Θεό που δεν καήκαμε, αλλά οικονομικά καταστραφήκαμε», λέει η Γαρυφαλλιά Αναστασίου, ιδιοκτήτρια ταβέρνας στις Ροβιές. Πέρα από την επιχείρηση της οποίας οι προμήθειες καταστράφηκαν, λέει ότι είχε και 40 στρέμματα ελαιόδεντρα που κάηκαν.

«Είχαμε έναν τόπο με αυτό το απίστευτο κάλλος», λέει ο κ. Κωνσταντινάκης. «Είχαμε τις παραλίες, τα δάση, τα βουνά μας και ξαφνικά δεν έχουμε ούτε αυτό».

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ