Οι κάτοικοι στην Β. Εύβοια θα παλέψουν να ξαναφτιάξουν τον τόπο τους

Άλλοι σε απόγνωση από τις καταστροφές και άλλοι πιο αισιόδοξοι για το μέλλον

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

«Τον αγαπάω πολύ τον τόπο μου, μου αρέσει και η φύση. Πριν συμβούν όλα αυτά έπαιρνα τον καφέ μου, καθόμουν κάτω από τα δέντρα, καθάριζε το μυαλό μου. Ξεκίνησα χθες να πάω στο δάσος, δεν μπόρεσα, έβαλα τα κλάματα, γύρισα πίσω». Και μόνο που το αφηγείται, τα μάτια του Γιώργου Αναστασίου βουρκώνουν. Εργάζεται εδώ και χρόνια ως ρητινοκαλλιεργητής. Είχε 3.300 πεύκα, από τα οποία σώθηκαν μόλις τα 400 από τη φωτιά που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια. Στα Βασιλικά, όπου γεννήθηκε και ζει ακόμα, δέκα οικογένειες λέει ότι βιοπορίζονταν από τη συλλογή ρητίνης. Μόλις 1.500 πεύκα συνολικά γλίτωσαν στο χωριό, ποιος να πρωτοεργαστεί σε αυτά; «Εμείς οι ρητινοσυλλέκτες καταστραφήκαμε», λέει, «θα περάσουν 30 χρόνια μέχρι να μπορέσουμε πάλι να εργαστούμε στο δάσος, εγώ τότε θα είμαι μεγάλος πια».

Εξακόσιες οικογένειες ρητινοκαλλιεργητών είναι σε απόγνωση μετά τη φωτιά στη Βόρεια Εύβοια – άλλες 200 μένουν στην περιοχή του Προκοπίου και του Πηλίου, που γλίτωσαν από τις φλόγες. «Εχουμε προτάσεις ώστε να επιβιώσουν αυτοί οι άνθρωποι και να μείνουν στον τόπο τους. Δεν ζητάμε να δοθούν επιδόματα για κάποια χρόνια, δεν θέλουμε να καθόμαστε στα καφενεία και να ζούμε από τα επιδόματα. Θέλουμε να εργαστούμε με αξιοπρέπεια και να παραδώσουμε σε βάθος εικοσαετίας ένα υγιές δάσος», τονίζει ο Βαγγέλης Γεωργαντζής, πρόεδρος του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών Δασεργατών Εύβοιας, κάτοικος της Σκεπαστής. «Ζητάμε να μην επιτραπεί να μπουν στο δάσος έμποροι για ξύλευση, αλλά τα ξύλα να χρησιμοποιηθούν για κορμοδέσεις, ως αντιπλημμυρικά έργα, και, για να αποτραπεί η διάβρωση του εδάφους, τα δέντρα να κοπούν χαμηλά, ώστε οι ρίζες να συγκρατήσουν τα χώματα και να μη φύγουν οι σπόροι. Είναι επίσης γνωστό ότι η χαλέπιος πεύκη άμεσα θα αρχίσει να φυτρώνει ξανά, γίνεται φυσική δενδροφύτευση. Σε λίγο καιρό, με τις πρώτες βροχές, θα βγουν χιλιάδες νέα πεύκα, τα οποία χρειάζονται σωστή φροντίδα, με την καθοδήγηση των επιστημόνων, του δασαρχείου, την οποία μπορούμε να αναλάβουμε». «Θα το ξαναπρασινίσουμε το δάσος» είναι βέβαιος ο Γιώργος Ευγενικός, πρόεδρος του δασικού συνεταιρισμού εργασίας Λίμνης. «Τώρα μας κακοφαίνεται γιατί είχαμε μια ρουτίνα, ξυπνούσαμε, πηγαίναμε στη δουλειά, τώρα βγαίνουμε από το σπίτι, βάζουμε τα χέρια στη μέση και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε». Πίσω του, εκατοντάδες καμένοι κορμοί πεύκων μοιάζουν να στέκουν φρουροί του δάσους, που και οι ίδιοι οι πευκάδες θέλουν να προστατέψουν με κάθε κόστος. «Εχουμε ευθύνη και πρέπει να παραδώσουμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας το δάσος όπως το παραλάβαμε από τους γονείς και τους παππούδες μας», λέει ο Βαγγέλης Γεωργαντζής. «Το να μη γίνει υλοτόμηση είναι θέμα των ανθρώπων της περιοχής. Αν είμαστε όλοι ενωμένοι δεν μπορεί κανείς ιδιώτης να κάνει ξύλευση, θα μας βρουν μπροστά τους με όσα μέσα διαθέτουμε, θα αντισταθούμε για να μη γίνει μεγαλύτερο κακό στον τόπο μας», καταλήγει.

Μόλις 40 δέντρα

Στη γειτονική Κερασιά, πριν από τη φωτιά, υπήρχαν περισσότερα από 900 αιγοπρόβατα. Κάηκαν όλα. Το μικρό ορεινό χωριό ζούσε από την κτηνοτροφία, τη γεωργία και τη συλλογή ρητίνης. Τα πεύκα παραδόθηκαν στις φλόγες, δεν σώθηκε κανένα. Από τις 1.500 καρυδιές, κερασιές, ροδιές, καστανιές που στόλιζαν τους λόφους και τις πλαγιές του χωριού, στέκουν ακόμα όρθιες μόλις 40. «Οσοι έβγαζαν το ψωμί τους από αυτά τα δέντρα έχουν καταστραφεί», λέει ο πρόεδρος της κοινότητας Κερασιάς, Δημήτρης Μαργαρίτης. «Οι ρητινοσυλλέκτες δεν θα μπορέσουν να εργαστούν στην Κερασιά και σε όλη τη Βόρεια Εύβοια για δεκαετίες. Υπάρχουν 40 οικογένειες στο χωριό που εργάζονταν στα πεύκα και δέκα οικογένειες κτηνοτρόφων». Οι κτηνοτρόφοι, εκτός από τα ζώα τους, έχουν χάσει ζωοτροφές αλλά και τα μαντριά τους. «Αν έχουν στήριξη από την πολιτεία, αν δοθεί ξυλεία, θα μπορέσουν να φτιάξουν στάβλους, να αγοράσουν νέα ζώα και να τα στεγάσουν», σημειώνει ο Δημήτρης Μαργαρίτης και συνεχίζει:«Γιατί πια τα ζώα πρέπει να είναι σταβλισμένα, δεν υπάρχει τροφή στο δάσος και απαγορεύεται για τα επόμενα χρόνια να μπουν στο δάσος, ώστε να μη φάνε τη νέα βλάστηση». Φυσικά θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθούν αποζημιώσεις για τα ζώα που χάθηκαν στη φωτιά. Ο ίδιος είχε 300 πρόβατα. Δεν σκοπεύει λέει να τα αντικαταστήσει, ίσως αγοράσει δύο – τρεις δεκάδες, ώστε να έχει ο πατέρας του κάτι να ασχολείται και να του φύγει η πίκρα. Δεν ακούγεται ωστόσο αποκαρδιωμένος, παρόλη τη στενοχώρια του. «Είμαστε καλά, σώθηκαν τα σπίτια μας. Αν έχουμε δουλειά θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας».

Ο απολογισμός

Ο απολογισμός που έχει στη διάθεσή του το σωματείο δείχνει ότι περισσότεροι από τρεις χιλιάδες τόνοι ρητίνης κάηκαν στη φωτιά της Βόρειας Εύβοιας, το 70% της τοπικής παραγωγής, η οποία αποτελεί το 85% της πανελλαδικής παραγωγής ρητίνης. Παρότι ο τάπητας στο δάσος θα πρασινίσει σύντομα και σε μία πενταετία υπολογίζουν ότι θα έχουν αναπτυχθεί τα πεύκα, δεν θα είναι δυνατό να εργαστεί κανείς στο δάσος σε διάστημα μικρότερο των 25 ή 30 χρόνων. «Το σημαντικό είναι φυσικά να μη φύγουν οι άνθρωποι από τα χωριά, να μείνουν εδώ, να συνεχίσουν να εργάζονται στον τόπο τους. Αν δεν υπάρξει πραγματική μέριμνα από το κράτος, η περιοχή καταστράφηκε, θα ερημωθούν τα χωριά, γιατί δεν είναι μόνον οι ρητινοσυλλέκτες που έχουν πληγεί, είναι οι υλοτόμοι, οι μελισσοκόμοι, οι κτηνοτρόφοι», προειδοποιεί ο Βαγγέλης Γεωργαντζής.

Εικόνες καταστροφής στη βόρεια Εύβοια. Καμένα πεύκα δεκαετιών, άνθρωποι που μετρούν καρβουνιασμένους κορμούς. Είναι αποφασισμένοι, όμως, να μοχθήσουν για να ξαναστήσουν το βιος τους, να βοηθήσουν τα δέντρα τους να ξανακαρπίσουν.

Μετρώντας πληγές σε Ψαροπούλι και Πευκί

Κατηφορίζοντας τον δρόμο προς τα Βασιλικά, εκτός από την απουσία του ζωηρού πρασίνου των πεύκων, είναι αισθητή η έλλειψη της αντανάκλασης του ήλιου στα ασημένια φύλλα των ελιών που στόλιζαν τις παρυφές του χωριού. «Από περίπου 30.000 ελαιόδεντρα του χωριού έχει καεί το 75%-80%, πολλά από αυτά ολοσχερώς, πέρασε η φωτιά στον κορμό και έφτασε να κάψει έως και τη ρίζα», εξηγεί ο Βασίλης Αναστασίου. Μια μικρή παρέα ντόπιων μετράει τις πληγές του χωριού δίπλα στο Αιγαίο, στην παραλία Ψαροπούλι. Δίπλα του ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου υπολογίζει ότι από τα 600 ελαιόδεντρα που φιλοξενούσαν τα κτήματά του, έχουν απομείνει μόλις 150. Τους μεταφέρω την αγωνία των συνομιλητών μου από τα άλλα χωριά να μείνουν οι άνθρωποι στον τόπο τους, να μην ερημώσουν τα χωριά. «Εμείς δεν αφήσαμε το χωριό μας όταν καιγόταν, παλεύαμε πέντε μέρες με τη φωτιά, τώρα θα το αφήσουμε;», μου απαντά ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου. «Εγώ δεν θέλω να φύγω, ούτε τα υπόλοιπα παιδιά που συζητάμε αυτές τις μέρες, αλλά είναι δύσκολο να μείνει κάποιος. Σκέφτομαι να φυτέψω νέες ελιές εκεί που κάηκαν από τη ρίζα, δεν ξέρω αν θα το κάνουν όλοι αυτό». «Πάντως ευτυχώς, επειδή την ξέρω την ελιά, όσα δέντρα έχουν πάθει μικρές ζημιές θα ξαναφουντώσουν, σε δύο ή τρία χρόνια θα δώσουν καρπό», παρεμβαίνει ο Βασίλης Αναστασίου.

Εικόνες καταστροφής πλαισιώνουν τον φιδογυριστό δρόμο προς τα Ελληνικά, το Αγριοβοτάνι, τις Γούβες. Καμένα πεύκα δεκαετιών και ελαιόδεντρα που γέμιζαν τα δοχεία των παραγωγών με χρυσαφένιο λάδι, άνθρωποι που μετρούν καρβουνιασμένους κορμούς και ελπίζουν στη θέα όσων έχουν μείνει όρθιοι. Είναι αποφασισμένοι να μοχθήσουν για να ξαναστήσουν το βιος τους, να βοηθήσουν τα λαβωμένα δέντρα τους να ξανακαρπίσουν. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος, λένε, αλλά έχουν ακόμα κουράγιο. Είναι συγκινημένοι από τη συμπαράσταση που δέχονται από κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Αλληλεγγύη

Στο Πευκί, από τις πιο τουριστικές περιοχές της Βόρειας Εύβοιας, το στοίχημα είναι να κατορθώσουν να περισώσουν ό,τι μπορούν και από την τουριστική περίοδο, ζητούν και αυτήν τη μορφή συμπαράστασης από όσους θέλουν να σταθούν αλληλέγγυοι στους κατοίκους των πυρόπληκτων περιοχών. «Εχουμε ακυρώσεις που φτάνουν στο 95% ή και στο 100% σε κάποια καταλύματα», ομολογεί η Δόμνα Χατζηαθανασίου, ιδιοκτήτρια τουριστικού πρακτορείου και ξενοδοχείου. «Το Πευκί έχει περίπου 4.000 κρεβάτια, που έχουν μείνει άδεια στην καρδιά της τουριστικής περιόδου. Τα μεζεδοπωλεία, οι ταβέρνες, τα καφέ είναι επίσης άδεια. Οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα μυρίζει έντονα η καμένη γη, ότι η ατμόσφαιρα και η θάλασσα δεν θα είναι καθαρές, αλλά δεν είναι έτσι. Τα καταλύματα και τα καταστήματα έχουν καθαριστεί, η παραλία, η ατμόσφαιρα, η θάλασσα είναι καθαρές, παρακαλούμε τον κόσμο να μην εγκαταλείψει αυτήν τη στιγμή την Εύβοια. Τα παραθαλάσσια χωριά δίνουν δουλειά και σε συντοπίτες μας που μένουν στα ορεινά, οι γυναίκες εργάζονται ως καθαρίστριες, τα νεαρά παιδιά ως σερβιτόροι στα καφέ, στις ταβέρνες, στις ξαπλώστρες. Από τον τουρισμό συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα, μαζί με τα πεύκα, τις ελιές, τα αιγοπρόβατα, που πια δεν υπάρχουν». Σημειώνει ότι αν τις επόμενες εβδομάδες δεν υπάρξουν έσοδα, έστω από τον τουρισμό, στα χωριά κατά μήκος της ευβοϊκής ακτογραμμής, η καταστροφή θα ολοκληρωθεί. «Πώς θα πληρωθούν ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις που έχουν συσσωρευθεί ήδη από τους μήνες του lockdown; Πώς θα εξοφληθούν οι επαγγελματίες που εργάστηκαν για επισκευές στα καταλύματα; Πώς θα πληρωθούν οι προμηθευτές; Είχαμε προχωρήσει σε αγορές επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών, τροφίμων. Ηδη τα ευπαθή τρόφιμα αναγκάστηκαν τα καταστήματα να τα πετάξουν λόγων των παρατεταμένων διακοπών ρεύματος».

Οι μελισσοκόμοι

Προβληματισμένος για την επόμενη μέρα είναι και ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Εύβοιας Τάσος Αξιώτης. «Το μέλι πεύκου αποτελεί το 70% της παραγωγής μελιού στην Ελλάδα, το οποίο σημαίνει ότι οι μελισσοκόμοι κατά σχεδόν 90% ζουν από αυτήν την ποικιλία μελιού. Στην Εύβοια συλλεγόταν το 60% της συνολικής παραγωγής πευκόμελου. Αυτήν την εποχή περιμέναμε στο νησί περισσότερους από 10.000 μελισσοκόμους, όχι μόνο ντόπιους που θα επέστρεφαν εδώ τις κυψέλες τους, αλλά από την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά και τη Δυτική Ελλάδα. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι περίμεναν να έρθουν εδώ ώστε να συλλέξουν μέλι πεύκου, που ήταν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους, αυτό που τους επέτρεπε να μείνουν στο επάγγελμα».

Συνολικά στην Εύβοια δραστηριοποιούνται περίπου 2.500 μελισσοκόμοι. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από τους μισούς έχουν έδρα στη Βόρεια Εύβοια, γιατί υπήρχε το πευκοδάσος. Ευτυχώς απώλειες σε μελίσσια δεν υπήρξαν πολλές. «Ντόπιοι που είχαν εδώ τις κυψέλες τους έχασαν 1.000-2.000 μελίσσια, κάτι το οποίο είναι τραγικό, αλλά φανταστείτε το μέγεθος της καταστροφής αν είχαν προλάβει να έρθουν στο νησί τα τουλάχιστον 500.000 μελίσσια που περιμέναμε τις επόμενες εβδομάδες και ευτυχώς καθυστέρησαν λόγω των υψηλών θερμοκρασιών», τονίζει ο Τάσος Αξιώτης. Μέλι πεύκου από τη Βόρεια Εύβοια δεν θα είναι δυνατόν να συλλεχθεί για σχεδόν τρεις δεκαετίες, λέει. Υπάρχει η εναλλακτική της Χαλκιδικής και της Θάσου, αλλά δεν μπορούν να φιλοξενήσουν τόσα μελίσσια. «Θα πρέπει να στραφούμε σε άλλες βοσκές, σε άλλα δάση, κάτι το οποίο μεγαλώνει το κόστος παραγωγής και φυσικά ελαττώνει την ποσότητα που θα συλλέξει κανείς. Αυτήν τη στιγμή σκεφτόμαστε με τρόμο το αύριο. Ειδικά πολλά νέα παιδιά που είχαν μπει τα τελευταία χρόνια στο επάγγελμα μού τηλεφωνούν γιατί αγωνιούν και αναρωτιούνται αν θα αναγκαστούν να αλλάξουν επάγγελμα. Δυστυχώς, η Εύβοια δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τίποτα».

«Τον αγαπάω πολύ τον τόπο μου, μου αρέσει και η φύση. Πριν συμβούν όλα αυτά έπαιρνα τον καφέ μου, καθόμουν κάτω από τα δέντρα, καθάριζε το μυαλό μου. Ξεκίνησα χθες να πάω στο δάσος, δεν μπόρεσα, έβαλα τα κλάματα, γύρισα πίσω». Και μόνο που το αφηγείται, τα μάτια του Γιώργου Αναστασίου βουρκώνουν. Εργάζεται εδώ και χρόνια ως ρητινοκαλλιεργητής. Είχε 3.300 πεύκα, από τα οποία σώθηκαν μόλις τα 400 από τη φωτιά που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια. Στα Βασιλικά, όπου γεννήθηκε και ζει ακόμα, δέκα οικογένειες λέει ότι βιοπορίζονταν από τη συλλογή ρητίνης. Μόλις 1.500 πεύκα συνολικά γλίτωσαν στο χωριό, ποιος να πρωτοεργαστεί σε αυτά; «Εμείς οι ρητινοσυλλέκτες καταστραφήκαμε», λέει, «θα περάσουν 30 χρόνια μέχρι να μπορέσουμε πάλι να εργαστούμε στο δάσος, εγώ τότε θα είμαι μεγάλος πια».

Εξακόσιες οικογένειες ρητινοκαλλιεργητών είναι σε απόγνωση μετά τη φωτιά στη Βόρεια Εύβοια – άλλες 200 μένουν στην περιοχή του Προκοπίου και του Πηλίου, που γλίτωσαν από τις φλόγες. «Εχουμε προτάσεις ώστε να επιβιώσουν αυτοί οι άνθρωποι και να μείνουν στον τόπο τους. Δεν ζητάμε να δοθούν επιδόματα για κάποια χρόνια, δεν θέλουμε να καθόμαστε στα καφενεία και να ζούμε από τα επιδόματα. Θέλουμε να εργαστούμε με αξιοπρέπεια και να παραδώσουμε σε βάθος εικοσαετίας ένα υγιές δάσος», τονίζει ο Βαγγέλης Γεωργαντζής, πρόεδρος του Σωματείου Ρητινοκαλλιεργητών Δασεργατών Εύβοιας, κάτοικος της Σκεπαστής. «Ζητάμε να μην επιτραπεί να μπουν στο δάσος έμποροι για ξύλευση, αλλά τα ξύλα να χρησιμοποιηθούν για κορμοδέσεις, ως αντιπλημμυρικά έργα, και, για να αποτραπεί η διάβρωση του εδάφους, τα δέντρα να κοπούν χαμηλά, ώστε οι ρίζες να συγκρατήσουν τα χώματα και να μη φύγουν οι σπόροι. Είναι επίσης γνωστό ότι η χαλέπιος πεύκη άμεσα θα αρχίσει να φυτρώνει ξανά, γίνεται φυσική δενδροφύτευση. Σε λίγο καιρό, με τις πρώτες βροχές, θα βγουν χιλιάδες νέα πεύκα, τα οποία χρειάζονται σωστή φροντίδα, με την καθοδήγηση των επιστημόνων, του δασαρχείου, την οποία μπορούμε να αναλάβουμε». «Θα το ξαναπρασινίσουμε το δάσος» είναι βέβαιος ο Γιώργος Ευγενικός, πρόεδρος του δασικού συνεταιρισμού εργασίας Λίμνης. «Τώρα μας κακοφαίνεται γιατί είχαμε μια ρουτίνα, ξυπνούσαμε, πηγαίναμε στη δουλειά, τώρα βγαίνουμε από το σπίτι, βάζουμε τα χέρια στη μέση και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε». Πίσω του, εκατοντάδες καμένοι κορμοί πεύκων μοιάζουν να στέκουν φρουροί του δάσους, που και οι ίδιοι οι πευκάδες θέλουν να προστατέψουν με κάθε κόστος. «Εχουμε ευθύνη και πρέπει να παραδώσουμε στα παιδιά και στα εγγόνια μας το δάσος όπως το παραλάβαμε από τους γονείς και τους παππούδες μας», λέει ο Βαγγέλης Γεωργαντζής. «Το να μη γίνει υλοτόμηση είναι θέμα των ανθρώπων της περιοχής. Αν είμαστε όλοι ενωμένοι δεν μπορεί κανείς ιδιώτης να κάνει ξύλευση, θα μας βρουν μπροστά τους με όσα μέσα διαθέτουμε, θα αντισταθούμε για να μη γίνει μεγαλύτερο κακό στον τόπο μας», καταλήγει.

Μόλις 40 δέντρα

Στη γειτονική Κερασιά, πριν από τη φωτιά, υπήρχαν περισσότερα από 900 αιγοπρόβατα. Κάηκαν όλα. Το μικρό ορεινό χωριό ζούσε από την κτηνοτροφία, τη γεωργία και τη συλλογή ρητίνης. Τα πεύκα παραδόθηκαν στις φλόγες, δεν σώθηκε κανένα. Από τις 1.500 καρυδιές, κερασιές, ροδιές, καστανιές που στόλιζαν τους λόφους και τις πλαγιές του χωριού, στέκουν ακόμα όρθιες μόλις 40. «Οσοι έβγαζαν το ψωμί τους από αυτά τα δέντρα έχουν καταστραφεί», λέει ο πρόεδρος της κοινότητας Κερασιάς, Δημήτρης Μαργαρίτης. «Οι ρητινοσυλλέκτες δεν θα μπορέσουν να εργαστούν στην Κερασιά και σε όλη τη Βόρεια Εύβοια για δεκαετίες. Υπάρχουν 40 οικογένειες στο χωριό που εργάζονταν στα πεύκα και δέκα οικογένειες κτηνοτρόφων». Οι κτηνοτρόφοι, εκτός από τα ζώα τους, έχουν χάσει ζωοτροφές αλλά και τα μαντριά τους. «Αν έχουν στήριξη από την πολιτεία, αν δοθεί ξυλεία, θα μπορέσουν να φτιάξουν στάβλους, να αγοράσουν νέα ζώα και να τα στεγάσουν», σημειώνει ο Δημήτρης Μαργαρίτης και συνεχίζει:«Γιατί πια τα ζώα πρέπει να είναι σταβλισμένα, δεν υπάρχει τροφή στο δάσος και απαγορεύεται για τα επόμενα χρόνια να μπουν στο δάσος, ώστε να μη φάνε τη νέα βλάστηση». Φυσικά θεωρεί ότι θα πρέπει να δοθούν αποζημιώσεις για τα ζώα που χάθηκαν στη φωτιά. Ο ίδιος είχε 300 πρόβατα. Δεν σκοπεύει λέει να τα αντικαταστήσει, ίσως αγοράσει δύο – τρεις δεκάδες, ώστε να έχει ο πατέρας του κάτι να ασχολείται και να του φύγει η πίκρα. Δεν ακούγεται ωστόσο αποκαρδιωμένος, παρόλη τη στενοχώρια του. «Είμαστε καλά, σώθηκαν τα σπίτια μας. Αν έχουμε δουλειά θα σταθούμε ξανά στα πόδια μας».

Ο απολογισμός

Ο απολογισμός που έχει στη διάθεσή του το σωματείο δείχνει ότι περισσότεροι από τρεις χιλιάδες τόνοι ρητίνης κάηκαν στη φωτιά της Βόρειας Εύβοιας, το 70% της τοπικής παραγωγής, η οποία αποτελεί το 85% της πανελλαδικής παραγωγής ρητίνης. Παρότι ο τάπητας στο δάσος θα πρασινίσει σύντομα και σε μία πενταετία υπολογίζουν ότι θα έχουν αναπτυχθεί τα πεύκα, δεν θα είναι δυνατό να εργαστεί κανείς στο δάσος σε διάστημα μικρότερο των 25 ή 30 χρόνων. «Το σημαντικό είναι φυσικά να μη φύγουν οι άνθρωποι από τα χωριά, να μείνουν εδώ, να συνεχίσουν να εργάζονται στον τόπο τους. Αν δεν υπάρξει πραγματική μέριμνα από το κράτος, η περιοχή καταστράφηκε, θα ερημωθούν τα χωριά, γιατί δεν είναι μόνον οι ρητινοσυλλέκτες που έχουν πληγεί, είναι οι υλοτόμοι, οι μελισσοκόμοι, οι κτηνοτρόφοι», προειδοποιεί ο Βαγγέλης Γεωργαντζής.

Εικόνες καταστροφής στη βόρεια Εύβοια. Καμένα πεύκα δεκαετιών, άνθρωποι που μετρούν καρβουνιασμένους κορμούς. Είναι αποφασισμένοι, όμως, να μοχθήσουν για να ξαναστήσουν το βιος τους, να βοηθήσουν τα δέντρα τους να ξανακαρπίσουν.

Μετρώντας πληγές σε Ψαροπούλι και Πευκί

Κατηφορίζοντας τον δρόμο προς τα Βασιλικά, εκτός από την απουσία του ζωηρού πρασίνου των πεύκων, είναι αισθητή η έλλειψη της αντανάκλασης του ήλιου στα ασημένια φύλλα των ελιών που στόλιζαν τις παρυφές του χωριού. «Από περίπου 30.000 ελαιόδεντρα του χωριού έχει καεί το 75%-80%, πολλά από αυτά ολοσχερώς, πέρασε η φωτιά στον κορμό και έφτασε να κάψει έως και τη ρίζα», εξηγεί ο Βασίλης Αναστασίου. Μια μικρή παρέα ντόπιων μετράει τις πληγές του χωριού δίπλα στο Αιγαίο, στην παραλία Ψαροπούλι. Δίπλα του ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου υπολογίζει ότι από τα 600 ελαιόδεντρα που φιλοξενούσαν τα κτήματά του, έχουν απομείνει μόλις 150. Τους μεταφέρω την αγωνία των συνομιλητών μου από τα άλλα χωριά να μείνουν οι άνθρωποι στον τόπο τους, να μην ερημώσουν τα χωριά. «Εμείς δεν αφήσαμε το χωριό μας όταν καιγόταν, παλεύαμε πέντε μέρες με τη φωτιά, τώρα θα το αφήσουμε;», μου απαντά ο Γιάννης Παπακωνσταντίνου. «Εγώ δεν θέλω να φύγω, ούτε τα υπόλοιπα παιδιά που συζητάμε αυτές τις μέρες, αλλά είναι δύσκολο να μείνει κάποιος. Σκέφτομαι να φυτέψω νέες ελιές εκεί που κάηκαν από τη ρίζα, δεν ξέρω αν θα το κάνουν όλοι αυτό». «Πάντως ευτυχώς, επειδή την ξέρω την ελιά, όσα δέντρα έχουν πάθει μικρές ζημιές θα ξαναφουντώσουν, σε δύο ή τρία χρόνια θα δώσουν καρπό», παρεμβαίνει ο Βασίλης Αναστασίου.

Εικόνες καταστροφής πλαισιώνουν τον φιδογυριστό δρόμο προς τα Ελληνικά, το Αγριοβοτάνι, τις Γούβες. Καμένα πεύκα δεκαετιών και ελαιόδεντρα που γέμιζαν τα δοχεία των παραγωγών με χρυσαφένιο λάδι, άνθρωποι που μετρούν καρβουνιασμένους κορμούς και ελπίζουν στη θέα όσων έχουν μείνει όρθιοι. Είναι αποφασισμένοι να μοχθήσουν για να ξαναστήσουν το βιος τους, να βοηθήσουν τα λαβωμένα δέντρα τους να ξανακαρπίσουν. Ο χειμώνας θα είναι δύσκολος, λένε, αλλά έχουν ακόμα κουράγιο. Είναι συγκινημένοι από τη συμπαράσταση που δέχονται από κάθε γωνιά της Ελλάδας.

Αλληλεγγύη

Στο Πευκί, από τις πιο τουριστικές περιοχές της Βόρειας Εύβοιας, το στοίχημα είναι να κατορθώσουν να περισώσουν ό,τι μπορούν και από την τουριστική περίοδο, ζητούν και αυτήν τη μορφή συμπαράστασης από όσους θέλουν να σταθούν αλληλέγγυοι στους κατοίκους των πυρόπληκτων περιοχών. «Εχουμε ακυρώσεις που φτάνουν στο 95% ή και στο 100% σε κάποια καταλύματα», ομολογεί η Δόμνα Χατζηαθανασίου, ιδιοκτήτρια τουριστικού πρακτορείου και ξενοδοχείου. «Το Πευκί έχει περίπου 4.000 κρεβάτια, που έχουν μείνει άδεια στην καρδιά της τουριστικής περιόδου. Τα μεζεδοπωλεία, οι ταβέρνες, τα καφέ είναι επίσης άδεια. Οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα μυρίζει έντονα η καμένη γη, ότι η ατμόσφαιρα και η θάλασσα δεν θα είναι καθαρές, αλλά δεν είναι έτσι. Τα καταλύματα και τα καταστήματα έχουν καθαριστεί, η παραλία, η ατμόσφαιρα, η θάλασσα είναι καθαρές, παρακαλούμε τον κόσμο να μην εγκαταλείψει αυτήν τη στιγμή την Εύβοια. Τα παραθαλάσσια χωριά δίνουν δουλειά και σε συντοπίτες μας που μένουν στα ορεινά, οι γυναίκες εργάζονται ως καθαρίστριες, τα νεαρά παιδιά ως σερβιτόροι στα καφέ, στις ταβέρνες, στις ξαπλώστρες. Από τον τουρισμό συμπλήρωναν το οικογενειακό εισόδημα, μαζί με τα πεύκα, τις ελιές, τα αιγοπρόβατα, που πια δεν υπάρχουν». Σημειώνει ότι αν τις επόμενες εβδομάδες δεν υπάρξουν έσοδα, έστω από τον τουρισμό, στα χωριά κατά μήκος της ευβοϊκής ακτογραμμής, η καταστροφή θα ολοκληρωθεί. «Πώς θα πληρωθούν ασφαλιστικές εισφορές και φορολογικές υποχρεώσεις που έχουν συσσωρευθεί ήδη από τους μήνες του lockdown; Πώς θα εξοφληθούν οι επαγγελματίες που εργάστηκαν για επισκευές στα καταλύματα; Πώς θα πληρωθούν οι προμηθευτές; Είχαμε προχωρήσει σε αγορές επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών, τροφίμων. Ηδη τα ευπαθή τρόφιμα αναγκάστηκαν τα καταστήματα να τα πετάξουν λόγων των παρατεταμένων διακοπών ρεύματος».

Οι μελισσοκόμοι

Προβληματισμένος για την επόμενη μέρα είναι και ο πρόεδρος του Μελισσοκομικού Συλλόγου Εύβοιας Τάσος Αξιώτης. «Το μέλι πεύκου αποτελεί το 70% της παραγωγής μελιού στην Ελλάδα, το οποίο σημαίνει ότι οι μελισσοκόμοι κατά σχεδόν 90% ζουν από αυτήν την ποικιλία μελιού. Στην Εύβοια συλλεγόταν το 60% της συνολικής παραγωγής πευκόμελου. Αυτήν την εποχή περιμέναμε στο νησί περισσότερους από 10.000 μελισσοκόμους, όχι μόνο ντόπιους που θα επέστρεφαν εδώ τις κυψέλες τους, αλλά από την Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τη Στερεά και τη Δυτική Ελλάδα. Ολοι αυτοί οι άνθρωποι περίμεναν να έρθουν εδώ ώστε να συλλέξουν μέλι πεύκου, που ήταν το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής τους, αυτό που τους επέτρεπε να μείνουν στο επάγγελμα».

Συνολικά στην Εύβοια δραστηριοποιούνται περίπου 2.500 μελισσοκόμοι. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από τους μισούς έχουν έδρα στη Βόρεια Εύβοια, γιατί υπήρχε το πευκοδάσος. Ευτυχώς απώλειες σε μελίσσια δεν υπήρξαν πολλές. «Ντόπιοι που είχαν εδώ τις κυψέλες τους έχασαν 1.000-2.000 μελίσσια, κάτι το οποίο είναι τραγικό, αλλά φανταστείτε το μέγεθος της καταστροφής αν είχαν προλάβει να έρθουν στο νησί τα τουλάχιστον 500.000 μελίσσια που περιμέναμε τις επόμενες εβδομάδες και ευτυχώς καθυστέρησαν λόγω των υψηλών θερμοκρασιών», τονίζει ο Τάσος Αξιώτης. Μέλι πεύκου από τη Βόρεια Εύβοια δεν θα είναι δυνατόν να συλλεχθεί για σχεδόν τρεις δεκαετίες, λέει. Υπάρχει η εναλλακτική της Χαλκιδικής και της Θάσου, αλλά δεν μπορούν να φιλοξενήσουν τόσα μελίσσια. «Θα πρέπει να στραφούμε σε άλλες βοσκές, σε άλλα δάση, κάτι το οποίο μεγαλώνει το κόστος παραγωγής και φυσικά ελαττώνει την ποσότητα που θα συλλέξει κανείς. Αυτήν τη στιγμή σκεφτόμαστε με τρόμο το αύριο. Ειδικά πολλά νέα παιδιά που είχαν μπει τα τελευταία χρόνια στο επάγγελμα μού τηλεφωνούν γιατί αγωνιούν και αναρωτιούνται αν θα αναγκαστούν να αλλάξουν επάγγελμα. Δυστυχώς, η Εύβοια δεν μπορεί να αναπληρωθεί με τίποτα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ