Τι έχει μείνει απ’ την ελιά;

Στο παρελθόν, ο ελαιώνας είχε φτάσει να παράγει ακόμη και 2.000 τόνους ελιές (το 1999), αλλά την τελευταία δεκαετία η παραγωγή δεν έχει ξεπεράσει τους 800 τόνους (το 2017)

Share on facebook
Facebook
Share on twitter
Twitter
Share on email
Email
Share on print
Εκτύπωση

Ο ελαιώνας των Ροβιών, λαβωμένος από τη φωτιά που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια, η αγωνία για την επόμενη μέρα και τα σχέδια για την αποκατάσταση των ζημιών και της παραγωγής μιας από τις καλύτερες ποικιλίες ελιάς

Έχετε περπατήσει ποτέ σε ελαιώνα; Η γη τριζοβολά κάτω από τα πόδια, ασημόχρωμα φυλλαράκια και μικρά χορτάρια υποχωρούν σε κάθε βήμα και το χώμα μαλακώνει την περπατησιά. Το απαλό θρόισμα των φύλλων των ελαιόδεντρων δίνει ρυθμό στον βηματισμό και στη σκέψη, οι ακτίνες του ήλιου παίζουν κρυφτό στα φυλλώματα με κάθε πνοή του ανέμου και οι καρποί στα δέντρα στέλνουν υπόσχεση ευημερίας. Ένας τέτοιος μικρός παράδεισος επί γης ήταν ο ελαιώνας των Ροβιών, λένε οι κάτοικοι και οι παραγωγοί του χωριού, ένας παράδεισος που μόχθησαν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν δέντρο δέντρο, κλαδί κλαδί, εδώ και δεκαετίες. Η σημερινή εικόνα, μετά το πέρασμα της φωτιάς που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια, είναι αποκαρδιωτική. Τα βήματα βουλιάζουν σε ένα παχύ στρώμα στάχτης που θολώνει τα περιγράμματα στο έδαφος, το χώμα σκληρό, θρυμματίζεται σε κάθε βήμα, μαυρισμένοι κορμοί που αναζητούν μάταια τη σκιά του φουντωτού φυλλώματος που στήριζαν τόσα χρόνια.

«Εδώ, σε αυτά τα χωράφια με γέννησε η μάνα μου, μεγάλωσα μέσα σε αυτά τα λιόδεντρα, στα σιτάρια, στα κριθάρια», θυμάται ο Βαγγέλης Μάρκου κοιτάζοντας με πονεμένο βλέμμα τα καμένα δέντρα ολόγυρά του. «Επαγγελματικά ανέλαβα από τον Μάιο του 1976, μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Σαράντα πέντε χρόνια δουλεύω μέρα νύχτα σε αυτά τα κτήματα, 365 μέρες τον χρόνο, με ήλιο, με βροχή, με κρύο. Από αυτό εδώ το κτήμα που είχε μέσα 700-800 ελαιόδεντρα έχω συγκομίσει 60 και 80 τόνους ελιές. Τώρα είμαι στο μηδέν, συνολικά γύρω στα 300 δέντρα μου έχουν καεί», λέει και η φωνή του σπάει. Μια ματιά εκεί γύρω επιβεβαιώνει τις πρώτες εκτιμήσεις των ντόπιων για εκτεταμένες καταστροφές στα δεκάδες ελαιοπερίβολα που εκτείνονται από την παραλία του χωριού ως τους πρόποδες των βουνών Καβαλάρη (Ξηρόν όρος) και Τελέθριον. Μια πρώτη αποτίμηση υπολογίζει ότι τουλάχιστον το 40% του θαλερού ελαιώνα έχει καεί.

Οι καλύτερες ελιές της Ελλάδας

Ο ελαιώνας των Ροβιών δημιουργήθηκε με μόχθο από τον Αντώνη Παπαδόπουλο, λάτρη της ελιάς, από το 1923 έως τον θάνατό του, το 1963. Καλύπτει έκταση περίπου 3.500 στρεμμάτων και πριν από τη φωτιά αριθμούσε περίπου 70.000 ελαιόδεντρα. Τη δεκαετία του 1970 η κόρη του Αντώνη Παπαδόπουλου, Άννα, χώρισε τον ελαιώνα σε τεμάχια 50 έως 100 στρεμμάτων και προχώρησε στη δωρεά τους στους εργαζόμενους σε αυτόν. Το 1978 ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ροβιών, στον οποίο, το 1981, παραχωρήθηκε η χρήση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας της ελιάς – το κυρίως κτίριο όπου γίνεται η παραλαβή, η ζύμωση, η ταξινόμηση κατά μέγεθος, η ποιοτική διαλογή, η εκπυρήνωση και η συσκευασία, το δευτερογενές κτίριο όπου γίνεται η συσκευασία ελιών και πάστας ελιάς σε γυάλινα βάζα και μεταλλικές κονσέρβες, η παστερίωση και το γέμισμα ελιών και τέλος το ελαιοτριβείο. Ο συνεταιρισμός ξεκίνησε το 1981 τη δραστηριότητά του, τη συγκέντρωση, επεξεργασία, συσκευασία και εμπορία της παραγωγής του ελαιώνα σε επιτραπέζιες ελιές. Σταδιακά η καλλιέργεια μετετράπη σε βιολογική –σήμερα πια φτάνει το 90%– και οι κονσερβολιές Ροβιών, ένα εξαιρετικό προϊόν ΠΟΠ, κατά πολλούς οι καλύτερες ελιές της Ελλάδας, κατέκτησε τους ελληνικούς και τους ευρωπαϊκούς ουρανίσκους και το 2013 τιμήθηκε στα Βραβεία Ποιότητας του Γαστρονόμου. Οι ελιές συγκεντρώνονται στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού τον Σεπτέμβριο. Η επεξεργασία τους γίνεται με την αποκαλούμενη ελληνική μέθοδο, δηλαδή με τη βύθισή τους σε άλμη, χωρίς προσθήκη καυστικής σόδας, μια φυσική μέθοδο που διατηρεί όλα τα ωφέλιμα συστατικά του θεϊκού καρπού. Ελιές στρογγυλές πράσινες, καλαμών, μαύρες και ξανθές, πάστα πράσινης και καλαμών και πάστα με λιαστή ντομάτα εξάγονται σε Αγγλία, Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιαπωνία, Ολλανδία και αλλού.

Ο συνεταιρισμός πρέπει να στηριχθεί

Πρόεδρος του συνεταιρισμού από το 1982 έως και σήμερα είναι ο Νίκος Βαλλής, σύζυγος της κόρης της Άννας Παπαδοπούλου, Αλεξάνδρας. Ο Νίκος Βαλλής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κατέχει πτυχίο πυρηνικού μηχανικού και μαθηματικού από το Πανεπιστήμιο Κουίν Μέρι του Λονδίνου. Εγκαταστάθηκε στις Ροβιές μετά τον γάμο του, όταν η μητέρα της συζύγου του παραχώρησε στο νεόνυμφο ζευγάρι 160 στρέμματα με ελαιόδεντρα. Από τότε έχει εργαστεί ακούραστα στην καλλιέργεια των ελιών, αλλά και για την ανάπτυξη και ευημερία του ελαιώνα και του αγροτικού συνεταιρισμού της περιοχής που αριθμεί περίπου 130 μέλη. «Η ελιά είναι κομμάτι της ζωής μου, αγαπώ όλα τα δέντρα μου, τα έχω περιποιηθεί με τα χέρια μου», λέει καθώς ακουμπά με τρυφερότητα την παλάμη του στον καμένο κορμό ενός από αυτά. Μοιάζει κουρασμένος, είναι όμως έτοιμος για δράση. «Τις επόμενες μέρες θα προχωρήσουμε στην ακριβή εκτίμηση της ζημιάς που έχει γίνει στον ελαιώνα, ίσως χρειαστεί να φέρουμε drone. Θα πρέπει επίσης να δούμε αν και πόσες ελιές θα σωθούν.

Οι παραγωγοί θα πρέπει να αποζημιωθούν για αρκετά χρόνια, γιατί θα περάσει καιρός πριν να καρπίσουν αυτά τα δέντρα. Επίσης θα πρέπει να αποζημιωθεί ο συνεταιρισμός, γιατί θα χάσουμε ένα σημαντικό μέρος του προϊόντος που διακινούμε, ειδικά του ΠΟΠ κονσερβολιά Ροβιών, καθότι δεν μπορούμε εύκολα να βρούμε καρπό να αντικαταστήσουμε αυτόν που χάθηκε και δεν θα αναπληρωθεί για χρόνια». Στο παρελθόν, ο ελαιώνας είχε φτάσει να παράγει ακόμη και 2.000 τόνους ελιές (το 1999), αλλά την τελευταία δεκαετία η παραγωγή δεν έχει ξεπεράσει τους 800 τόνους (το 2017), με πιο πρόσφατη καλή χρονιά το 2019, οπότε συγκεντρώθηκαν 500 τόνοι. «Πέρυσι μαζέψαμε 60 τόνους· φέτος, μετά τη φωτιά, αν συλλέξουμε δύο τρεις τόνους θα είναι πολύ καλά. Τα προηγούμενα χρόνια υποφέραμε λόγω της κλιματικής αλλαγής, με υψηλές θερμοκρασίες τον Μάιο που κατέστρεφαν το λουλούδι που τότε δένει στο δέντρο. Τώρα ήρθε και η φωτιά να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση», καταλήγει.

1. Το 40% του ελαιώνα υπολογίζεται ότι έχει καεί.

  1. Μια στέγη κατέρρευσε στο ελαιοτριβείο, ενώ υπήρξαν απώλειες και σε κάδες και βαρέλια.

«Ο συνεταιρισμός θα πρέπει να δει πώς και από πού μπορεί να προμηθευτεί ελιές, ώστε να αντεπεξέλθει στις παραγγελίες και να είναι συνεπής απέναντι στους πελάτες. Έχουμε μια ποσότητα να δουλέψουμε αυτή τη στιγμή, αλλά θα χρειαστούμε εμπόρευμα, και μάλιστα βιολογικής καλλιέργειας. Το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ δύσκολο», επιβεβαιώνει ο αντιπρόεδρος του συνεταιρισμού Σπύρος Γεωργίου. Ζημιές έχουν σημειωθεί και στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού, μας ενημερώνει, καθώς μας ξεναγεί στα κτίρια. «Χάσαμε πενήντα πέντε πλαστικές κάδες που βάζαμε τις ελιές, περίπου 400 βαρέλια, ένα τρακτέρ και ένα κλαρκ που πήραν φωτιά εδώ έξω στον περίβολο, τράπεζες διαλογής, ένα εκπυρηνωτικό μηχάνημα που βγάζει το κουκούτσι από την ελιά, κατέρρευσε μια στέγη στο ελαιοτριβείο». Ο ίδιος εργάζεται στον συνεταιρισμό από το 1982, αμούστακο παιδί τότε. «Τον αγαπάω σαν να είναι δική μου δουλειά, γι’ αυτό και αγωνίστηκα μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους και συγχωριανούς για να τον σώσουμε. Εμείς τον σώσαμε, δεν μας βοήθησε κανείς». Στον συνεταιρισμό απασχολούνται περίπου σαράντα άνθρωποι, συνολικά γύρω στις 30.000 ευρώ μηνιαίο εισόδημα καταλήγει στο χωριό από τους μισθούς τους. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα που εισπράττουν οι παραγωγοί που πωλούν τις ελιές στον συνεταιρισμό. «Δεν πρέπει αυτή η επιχείρηση να βοηθηθεί;» αναρωτιέται ο Σπύρος Γεωργίου.

Θα φυτέψουμε νέα δέντρα

Στο χωριό οι κάτοικοι μετρούν ακόμα τις πληγές τους, πικραμένοι, έχοντας δει τους κόπους μιας ζωής να γίνονται στάχτη, οργισμένοι για την έλλειψη βοήθειας στις κρίσιμες ώρες της μάχης με τη φωτιά. «Όλες τις μέρες και τις νύχτες της πυρκαγιάς τις πέρασα εδώ, στα κτήματα, με το τρακτέρ και το βυτίο, με μόνη βοήθεια τον γιο μου. Μέρες περιμέναμε τα εναέρια και όταν ήρθαν έκαναν σποραδικές ρίψεις και έφευγαν. Ό,τι σώθηκε εμείς το σώσαμε», λέει με πίκρα ο Βαγγέλης Μάρκου. Στέκεται δίπλα στα αποκαΐδια της Μοναχής ελιάς, ενός δέντρου 600 ετών, που δέσποζε στο κτήμα του. «Δώδεκα παιδάκια χρειάζονταν για να αγκαλιάσουν τον κορμό της» λέει «και τώρα δεν έμεινε τίποτα». Ήταν ένα από τα αρχαιότερα δέντρα της περιοχής. Αρχαιότερο όλων, η Νύφη, ελιά 2.500 χρόνων, σύμβολο της περιοχής και του ελαιώνα. «Ήταν ένα μνημείο, για εμάς εξίσου σημαντικό με αυτά της ελληνικής αρχαιότητας» λέει ο Νίκος Βαλλής. «Τώρα τα μνημεία χάθηκαν», συμπληρώνει ο Βαγγέλης Μάρκου. Ο ίδιος είναι μάλλον αποκαρδιωμένος πια, λέει ότι δεν πρόκειται να φυτέψει νέες ελιές στη θέση αυτών που κάηκαν, αλλά ο γιος του ευτυχώς τον έχει διαβεβαιώσει ότι θέλει να συνεχίσει να παλεύει με τη γη· «μακάρι να φυτέψει αυτός», εύχεται. Η φλόγα μέσα του όμως δεν έχει σβήσει, φαίνεται από την αγωνία του να βρει τρόπο να ποτίσει τις ελιές που πιστεύει ότι έχουν ακόμη ζωή μέσα τους, τώρα που τα ποτιστικά συστήματα που είχε εγκαταστήσει καταστράφηκαν. Ο Σπύρος Γεωργίου από την άλλη δηλώνει αποφασισμένος να μην το βάλει κάτω. «Θα περιμένω να δω σε ποιες ελιές θα ξανασκάσουν βλαστάρια. Όσες έχουν καεί θα τις ξεριζώσω και θα φυτέψω άλλες».

«Η επιτραπέζια ελιά για τη Βόρεια Εύβοια είναι πολύ σημαντική, φανταστείτε ότι πριν από τα χιόνια του 1987 η περιοχή μπορούσε καταγεγραμμένα να παράγει 5.000 τόνους επιτραπέζιας ελιάς» θυμάται ο Νίκος Βαλλής. «Σήμερα, αν στη δική μας περιοχή σε μια καλή χρονιά μπορούσαν να συλλεγούν 1.000 τόνοι, η υπόλοιπη Εύβοια θα μπορούσε να δώσει άλλους 2.000 τόνους τουλάχιστον». Ευχή του είναι «να εργαστούμε και να μπορέσουμε να ορθοποδήσουμε το συντομότερο δυνατόν, όχι μόνο στις Ροβιές, αλλά σε όλη τη Βόρεια Εύβοια».

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΦΩΤΟ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ

Ο ελαιώνας των Ροβιών, λαβωμένος από τη φωτιά που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια, η αγωνία για την επόμενη μέρα και τα σχέδια για την αποκατάσταση των ζημιών και της παραγωγής μιας από τις καλύτερες ποικιλίες ελιάς

Έχετε περπατήσει ποτέ σε ελαιώνα; Η γη τριζοβολά κάτω από τα πόδια, ασημόχρωμα φυλλαράκια και μικρά χορτάρια υποχωρούν σε κάθε βήμα και το χώμα μαλακώνει την περπατησιά. Το απαλό θρόισμα των φύλλων των ελαιόδεντρων δίνει ρυθμό στον βηματισμό και στη σκέψη, οι ακτίνες του ήλιου παίζουν κρυφτό στα φυλλώματα με κάθε πνοή του ανέμου και οι καρποί στα δέντρα στέλνουν υπόσχεση ευημερίας. Ένας τέτοιος μικρός παράδεισος επί γης ήταν ο ελαιώνας των Ροβιών, λένε οι κάτοικοι και οι παραγωγοί του χωριού, ένας παράδεισος που μόχθησαν να δημιουργήσουν και να συντηρήσουν δέντρο δέντρο, κλαδί κλαδί, εδώ και δεκαετίες. Η σημερινή εικόνα, μετά το πέρασμα της φωτιάς που κατέκαψε τη Βόρεια Εύβοια, είναι αποκαρδιωτική. Τα βήματα βουλιάζουν σε ένα παχύ στρώμα στάχτης που θολώνει τα περιγράμματα στο έδαφος, το χώμα σκληρό, θρυμματίζεται σε κάθε βήμα, μαυρισμένοι κορμοί που αναζητούν μάταια τη σκιά του φουντωτού φυλλώματος που στήριζαν τόσα χρόνια.

«Εδώ, σε αυτά τα χωράφια με γέννησε η μάνα μου, μεγάλωσα μέσα σε αυτά τα λιόδεντρα, στα σιτάρια, στα κριθάρια», θυμάται ο Βαγγέλης Μάρκου κοιτάζοντας με πονεμένο βλέμμα τα καμένα δέντρα ολόγυρά του. «Επαγγελματικά ανέλαβα από τον Μάιο του 1976, μετά τον θάνατο του πατέρα μου. Σαράντα πέντε χρόνια δουλεύω μέρα νύχτα σε αυτά τα κτήματα, 365 μέρες τον χρόνο, με ήλιο, με βροχή, με κρύο. Από αυτό εδώ το κτήμα που είχε μέσα 700-800 ελαιόδεντρα έχω συγκομίσει 60 και 80 τόνους ελιές. Τώρα είμαι στο μηδέν, συνολικά γύρω στα 300 δέντρα μου έχουν καεί», λέει και η φωνή του σπάει. Μια ματιά εκεί γύρω επιβεβαιώνει τις πρώτες εκτιμήσεις των ντόπιων για εκτεταμένες καταστροφές στα δεκάδες ελαιοπερίβολα που εκτείνονται από την παραλία του χωριού ως τους πρόποδες των βουνών Καβαλάρη (Ξηρόν όρος) και Τελέθριον. Μια πρώτη αποτίμηση υπολογίζει ότι τουλάχιστον το 40% του θαλερού ελαιώνα έχει καεί.

Οι καλύτερες ελιές της Ελλάδας

Ο ελαιώνας των Ροβιών δημιουργήθηκε με μόχθο από τον Αντώνη Παπαδόπουλο, λάτρη της ελιάς, από το 1923 έως τον θάνατό του, το 1963. Καλύπτει έκταση περίπου 3.500 στρεμμάτων και πριν από τη φωτιά αριθμούσε περίπου 70.000 ελαιόδεντρα. Τη δεκαετία του 1970 η κόρη του Αντώνη Παπαδόπουλου, Άννα, χώρισε τον ελαιώνα σε τεμάχια 50 έως 100 στρεμμάτων και προχώρησε στη δωρεά τους στους εργαζόμενους σε αυτόν. Το 1978 ιδρύθηκε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ροβιών, στον οποίο, το 1981, παραχωρήθηκε η χρήση των εγκαταστάσεων επεξεργασίας της ελιάς – το κυρίως κτίριο όπου γίνεται η παραλαβή, η ζύμωση, η ταξινόμηση κατά μέγεθος, η ποιοτική διαλογή, η εκπυρήνωση και η συσκευασία, το δευτερογενές κτίριο όπου γίνεται η συσκευασία ελιών και πάστας ελιάς σε γυάλινα βάζα και μεταλλικές κονσέρβες, η παστερίωση και το γέμισμα ελιών και τέλος το ελαιοτριβείο. Ο συνεταιρισμός ξεκίνησε το 1981 τη δραστηριότητά του, τη συγκέντρωση, επεξεργασία, συσκευασία και εμπορία της παραγωγής του ελαιώνα σε επιτραπέζιες ελιές. Σταδιακά η καλλιέργεια μετετράπη σε βιολογική –σήμερα πια φτάνει το 90%– και οι κονσερβολιές Ροβιών, ένα εξαιρετικό προϊόν ΠΟΠ, κατά πολλούς οι καλύτερες ελιές της Ελλάδας, κατέκτησε τους ελληνικούς και τους ευρωπαϊκούς ουρανίσκους και το 2013 τιμήθηκε στα Βραβεία Ποιότητας του Γαστρονόμου. Οι ελιές συγκεντρώνονται στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού τον Σεπτέμβριο. Η επεξεργασία τους γίνεται με την αποκαλούμενη ελληνική μέθοδο, δηλαδή με τη βύθισή τους σε άλμη, χωρίς προσθήκη καυστικής σόδας, μια φυσική μέθοδο που διατηρεί όλα τα ωφέλιμα συστατικά του θεϊκού καρπού. Ελιές στρογγυλές πράσινες, καλαμών, μαύρες και ξανθές, πάστα πράσινης και καλαμών και πάστα με λιαστή ντομάτα εξάγονται σε Αγγλία, Γερμανία, Βέλγιο, Γαλλία, Ιταλία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Ιαπωνία, Ολλανδία και αλλού.

Ο συνεταιρισμός πρέπει να στηριχθεί

Πρόεδρος του συνεταιρισμού από το 1982 έως και σήμερα είναι ο Νίκος Βαλλής, σύζυγος της κόρης της Άννας Παπαδοπούλου, Αλεξάνδρας. Ο Νίκος Βαλλής γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και κατέχει πτυχίο πυρηνικού μηχανικού και μαθηματικού από το Πανεπιστήμιο Κουίν Μέρι του Λονδίνου. Εγκαταστάθηκε στις Ροβιές μετά τον γάμο του, όταν η μητέρα της συζύγου του παραχώρησε στο νεόνυμφο ζευγάρι 160 στρέμματα με ελαιόδεντρα. Από τότε έχει εργαστεί ακούραστα στην καλλιέργεια των ελιών, αλλά και για την ανάπτυξη και ευημερία του ελαιώνα και του αγροτικού συνεταιρισμού της περιοχής που αριθμεί περίπου 130 μέλη. «Η ελιά είναι κομμάτι της ζωής μου, αγαπώ όλα τα δέντρα μου, τα έχω περιποιηθεί με τα χέρια μου», λέει καθώς ακουμπά με τρυφερότητα την παλάμη του στον καμένο κορμό ενός από αυτά. Μοιάζει κουρασμένος, είναι όμως έτοιμος για δράση. «Τις επόμενες μέρες θα προχωρήσουμε στην ακριβή εκτίμηση της ζημιάς που έχει γίνει στον ελαιώνα, ίσως χρειαστεί να φέρουμε drone. Θα πρέπει επίσης να δούμε αν και πόσες ελιές θα σωθούν.

Οι παραγωγοί θα πρέπει να αποζημιωθούν για αρκετά χρόνια, γιατί θα περάσει καιρός πριν να καρπίσουν αυτά τα δέντρα. Επίσης θα πρέπει να αποζημιωθεί ο συνεταιρισμός, γιατί θα χάσουμε ένα σημαντικό μέρος του προϊόντος που διακινούμε, ειδικά του ΠΟΠ κονσερβολιά Ροβιών, καθότι δεν μπορούμε εύκολα να βρούμε καρπό να αντικαταστήσουμε αυτόν που χάθηκε και δεν θα αναπληρωθεί για χρόνια». Στο παρελθόν, ο ελαιώνας είχε φτάσει να παράγει ακόμη και 2.000 τόνους ελιές (το 1999), αλλά την τελευταία δεκαετία η παραγωγή δεν έχει ξεπεράσει τους 800 τόνους (το 2017), με πιο πρόσφατη καλή χρονιά το 2019, οπότε συγκεντρώθηκαν 500 τόνοι. «Πέρυσι μαζέψαμε 60 τόνους· φέτος, μετά τη φωτιά, αν συλλέξουμε δύο τρεις τόνους θα είναι πολύ καλά. Τα προηγούμενα χρόνια υποφέραμε λόγω της κλιματικής αλλαγής, με υψηλές θερμοκρασίες τον Μάιο που κατέστρεφαν το λουλούδι που τότε δένει στο δέντρο. Τώρα ήρθε και η φωτιά να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση», καταλήγει.

1. Το 40% του ελαιώνα υπολογίζεται ότι έχει καεί.

  1. Μια στέγη κατέρρευσε στο ελαιοτριβείο, ενώ υπήρξαν απώλειες και σε κάδες και βαρέλια.

«Ο συνεταιρισμός θα πρέπει να δει πώς και από πού μπορεί να προμηθευτεί ελιές, ώστε να αντεπεξέλθει στις παραγγελίες και να είναι συνεπής απέναντι στους πελάτες. Έχουμε μια ποσότητα να δουλέψουμε αυτή τη στιγμή, αλλά θα χρειαστούμε εμπόρευμα, και μάλιστα βιολογικής καλλιέργειας. Το επόμενο διάστημα θα είναι πολύ δύσκολο», επιβεβαιώνει ο αντιπρόεδρος του συνεταιρισμού Σπύρος Γεωργίου. Ζημιές έχουν σημειωθεί και στις εγκαταστάσεις του συνεταιρισμού, μας ενημερώνει, καθώς μας ξεναγεί στα κτίρια. «Χάσαμε πενήντα πέντε πλαστικές κάδες που βάζαμε τις ελιές, περίπου 400 βαρέλια, ένα τρακτέρ και ένα κλαρκ που πήραν φωτιά εδώ έξω στον περίβολο, τράπεζες διαλογής, ένα εκπυρηνωτικό μηχάνημα που βγάζει το κουκούτσι από την ελιά, κατέρρευσε μια στέγη στο ελαιοτριβείο». Ο ίδιος εργάζεται στον συνεταιρισμό από το 1982, αμούστακο παιδί τότε. «Τον αγαπάω σαν να είναι δική μου δουλειά, γι’ αυτό και αγωνίστηκα μαζί με τους υπόλοιπους συναδέλφους και συγχωριανούς για να τον σώσουμε. Εμείς τον σώσαμε, δεν μας βοήθησε κανείς». Στον συνεταιρισμό απασχολούνται περίπου σαράντα άνθρωποι, συνολικά γύρω στις 30.000 ευρώ μηνιαίο εισόδημα καταλήγει στο χωριό από τους μισθούς τους. Σε αυτά πρέπει να προστεθούν και τα χρήματα που εισπράττουν οι παραγωγοί που πωλούν τις ελιές στον συνεταιρισμό. «Δεν πρέπει αυτή η επιχείρηση να βοηθηθεί;» αναρωτιέται ο Σπύρος Γεωργίου.

Θα φυτέψουμε νέα δέντρα

Στο χωριό οι κάτοικοι μετρούν ακόμα τις πληγές τους, πικραμένοι, έχοντας δει τους κόπους μιας ζωής να γίνονται στάχτη, οργισμένοι για την έλλειψη βοήθειας στις κρίσιμες ώρες της μάχης με τη φωτιά. «Όλες τις μέρες και τις νύχτες της πυρκαγιάς τις πέρασα εδώ, στα κτήματα, με το τρακτέρ και το βυτίο, με μόνη βοήθεια τον γιο μου. Μέρες περιμέναμε τα εναέρια και όταν ήρθαν έκαναν σποραδικές ρίψεις και έφευγαν. Ό,τι σώθηκε εμείς το σώσαμε», λέει με πίκρα ο Βαγγέλης Μάρκου. Στέκεται δίπλα στα αποκαΐδια της Μοναχής ελιάς, ενός δέντρου 600 ετών, που δέσποζε στο κτήμα του. «Δώδεκα παιδάκια χρειάζονταν για να αγκαλιάσουν τον κορμό της» λέει «και τώρα δεν έμεινε τίποτα». Ήταν ένα από τα αρχαιότερα δέντρα της περιοχής. Αρχαιότερο όλων, η Νύφη, ελιά 2.500 χρόνων, σύμβολο της περιοχής και του ελαιώνα. «Ήταν ένα μνημείο, για εμάς εξίσου σημαντικό με αυτά της ελληνικής αρχαιότητας» λέει ο Νίκος Βαλλής. «Τώρα τα μνημεία χάθηκαν», συμπληρώνει ο Βαγγέλης Μάρκου. Ο ίδιος είναι μάλλον αποκαρδιωμένος πια, λέει ότι δεν πρόκειται να φυτέψει νέες ελιές στη θέση αυτών που κάηκαν, αλλά ο γιος του ευτυχώς τον έχει διαβεβαιώσει ότι θέλει να συνεχίσει να παλεύει με τη γη· «μακάρι να φυτέψει αυτός», εύχεται. Η φλόγα μέσα του όμως δεν έχει σβήσει, φαίνεται από την αγωνία του να βρει τρόπο να ποτίσει τις ελιές που πιστεύει ότι έχουν ακόμη ζωή μέσα τους, τώρα που τα ποτιστικά συστήματα που είχε εγκαταστήσει καταστράφηκαν. Ο Σπύρος Γεωργίου από την άλλη δηλώνει αποφασισμένος να μην το βάλει κάτω. «Θα περιμένω να δω σε ποιες ελιές θα ξανασκάσουν βλαστάρια. Όσες έχουν καεί θα τις ξεριζώσω και θα φυτέψω άλλες».

«Η επιτραπέζια ελιά για τη Βόρεια Εύβοια είναι πολύ σημαντική, φανταστείτε ότι πριν από τα χιόνια του 1987 η περιοχή μπορούσε καταγεγραμμένα να παράγει 5.000 τόνους επιτραπέζιας ελιάς» θυμάται ο Νίκος Βαλλής. «Σήμερα, αν στη δική μας περιοχή σε μια καλή χρονιά μπορούσαν να συλλεγούν 1.000 τόνοι, η υπόλοιπη Εύβοια θα μπορούσε να δώσει άλλους 2.000 τόνους τουλάχιστον». Ευχή του είναι «να εργαστούμε και να μπορέσουμε να ορθοποδήσουμε το συντομότερο δυνατόν, όχι μόνο στις Ροβιές, αλλά σε όλη τη Βόρεια Εύβοια».

ΠΗΓΗ : ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ / ΦΩΤΟ: ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΚΑΛΙΔΗΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΙΑΒΑΣΤΕ