«Ιερές» διεκδικήσεις δεκάδων χιλιάδων στρεμμάτων έρχονται στο φως μέσα από τη διαδικασία κτηματογράφησης.

Η κτηματογράφηση έχει φέρει πολλές ανάλογες περιπτώσεις στο φως, η καθεμία από τις οποίες έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες. Ας δούμε δύο από τις πλέον πρόσφατες, οι οποίες έφθασαν μέχρι τη Βουλή.
Τρίκαλα: Το 2018 η Μονή Αγίου Βησσαρίωνος Δούσικου υπέβαλε δήλωση στο Κτηματολόγιο με την οποία ζητούσε να καταχωρισθεί ως αποκλειστικός κύριος «μοναστηριακού δάσους» με την ονομασία «Καλογερομάνδρι ή Μαρόσα». Η μονή κατέθεσε απόφαση του διοικητικού δικαστηρίου του υπουργείου Γεωργίας του 1929 διεκδικώντας 49.800 στρέμματα στις περιοχές Νεραϊδοχωρίου, Παράμερου, Στουρναραίικων, Καλογήρων, Ελάτης, Βροντερού και Περτουλίου. Ενα μέρος των εκτάσεων αυτών διεκδικείται από το Δημόσιο, ενώ πολλές είναι και οι δηλώσεις ιδιωτών. Η υπόθεση έχει παραπεμφεί στις επιτροπές ενστάσεων.
Λιβαδειά: Το 2020 η Μονή Οσίου Σεραφείμ Δομβούς στη Λιβαδειά δήλωσε την κυριότητα μεγάλων εκτάσεων στην περιοχή Τσέσμα. Ως βάση για τη διεκδίκησή του το μοναστήρι κατέθεσε οθωμανικό Χοτζέτι-Τεμεσούκ του 1764, σε μετάφραση του 1980. Ομως η έκταση αυτή, σύμφωνα με τους πολίτες που επίσης τη διεκδικούν, είχε παραχωρηθεί στο Δημόσιο το 1952 και το 1957 δόθηκε από το υπουργείο Γεωργίας σε ακτήμονες καλλιεργητές. Η υπόθεση έχει παραπεμφεί στις επιτροπές ενστάσεων, που καλούνται να αποφανθούν αν ο τίτλος της μονής βρίσκεται σε ισχύ.
Χαρακτηριστική είναι η επισήμανση του προέδρου του Ελληνικού Κτηματολογίου, Δημήτρη Σταθάκη, στα έγγραφα που κατατέθηκαν στη Βουλή. «Τέτοιου είδους συγκρούσεις δικαιωμάτων μεταξύ των δικαιούχων αναδεικνύονται συχνότατα κατά τη διάρκεια της κτηματογράφησης, δεδομένου ότι για πρώτη φορά επί ενός ενιαίου χάρτη εντοπίζονται τα δικαιώματα, τα οποία μέχρι πρότινος ήταν καταγεγραμμένα στα υποθηκοφυλακεία ή στα αρχεία των Κτηματικών Υπηρεσιών του κράτους, χωρίς ποτέ να έχουν εφαρμοστεί με ενιαίο τρόπο στη γη. H κτηματογράφηση συχνά έχει επιλύσει τέτοιου είδους ζητήματα που αναδείχθηκαν και τα οποία απέρρεαν από το ελλιπές σύστημα μεταγραφών και υποθηκών, το οποίο θα αντικατασταθεί από το σύστημα του Κτηματολογίου μόλις αυτό ολοκληρωθεί στο σύνολο της χώρας».
