Κάρολος Μιχαηλίδης, ο αρχιτέκτονας που έγινε σεφ-Μας ξεναγεί στην οικογενειακή φάρμα στη Φθιώτιδα!

O Κάρολος Μιχαηλίδης, γνωστός ως TheFoodArchitect, είναι ένας αρχιτέκτονας σε άδεια που ασχολείται με τη μαγειρική.

Facebook
Twitter
Email
Εκτύπωση

Ο σεφ Κάρολος Μιχαηλίδης, γνωστός και ως ΤheFoodArchitect, μας ταξιδεύει στην αγροικία του 18ου αιώνα όπου μεγάλωσε και μας συστήνει τα αγαπημένα του μέρη στην Αθήνα, αλλά και τον κόσμο, για φαγητό.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης, γνωστός ως #thefoodarchitect, πήρε άδεια από την αρχιτεκτονική για να ασχοληθεί με το πάθος του, τη μαγειρική. Μεγάλωσε σε μια αγροικία του 18ου αιώνα σε ένα ημιορεινό χωριό, τον Κυπαρισσώνα, του νομού Φθιώτιδας, σπούδασε αρχιτεκτονική στην Αγγλία και την Ολλανδία και παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μαγειρική με πολλαπλούς τρόπους: ως food blogger, ως private chef, ως food stylist, ως αρθρογράφος και τώρα στην ομάδα του WeCook, της πρώτης πλατφόρμας shared kitchen στην Ελλάδα. Συνομιλήσαμε μαζί του για τη μαγειρική και το design, για τον παράξενο συνδυασμό τους, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια σε μια υπέροχη, αυθεντική αγροικία, στην οποία μάς ξεναγεί.

Πώς ασχοληθήκατε και με την αρχιτεκτονική και με τη γαστρονομία; Αφηγηθείτε μας την ιστορία σας;
Είμαι αδειούχος αρχιτέκτονας, αγαπάω το design και τα ταξίδια, παθιάζομαι με το φαγητό και οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτό – την παράδοσή του, την προετοιμασία, το μαγείρεμα και να το μοιράζομαι με άλλους, δίνοντας χαρά μέσα από αυτό. Η μαγειρική είναι τρόπος έκφρασης και δημιουργικότητας, αλλά και ψυχοθεραπείας. Ολοκλήρωσα τις προπτυχιακές σπουδές μου στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής και Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου του Bath στο Ηνωμένο Βασίλειο (2007-2011). Στη συνέχεια το μεταπτυχιακό μου στην Αρχιτεκτονική, τον Αστικό Τομέα και τις Επιστήμες της Κατασκευής στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Delft στην Ολλανδία (2012-2014). Σε επίπεδο έρευνας, με ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική και η σχεδίαση του χώρου σε σχέση με την προετοιμασία του φαγητού και τη μαγειρική. Η μαγειρική ξεκίνησε ως ανάγκη αλλά και τρόπος έκφρασης όταν έφυγα στην Αγγλία και για λόγους οικονομίας χρειάστηκε να μαγειρεύω συχνά στο σπίτι. Μετά από χρόνια ενασχόλησης με τη μαγειρική, το 2019 δημιούργησα την ιστοσελίδα μου thefoodarchitect.gr οπού μοιράζομαι το πάθος μου για το φαγητό. Για μένα, το τραπέζι είναι ένας τόπος συνάντησης, ένας χώρος συγκέντρωσης, πηγή διατροφής και θρέψης, γιορτής, ασφάλειας και ικανοποίησης.


Η παραδοσιακή μεσογειακή κουζίνα εμπνέει τον Κάρολο Μιχαηλίδη.
Από τα πρώτα στάδια των σπουδών μου στην Αρχιτεκτονική, με γοήτευε το φαγητό. Αυτό οδήγησε σε μια συνεχόμενη έρευνα, εξετάζοντας τα όρια και βρίσκοντας τρόπους σύνδεσης αυτών των δύο. Σε πολλά από τα project μου μελέτησα τη σχέση μεταξύ μαγειρικής και σχεδιασμού και πώς το φαγητό και ο χώρος συνδέονται και μπορούν να αλληλοεπιδράσουν. Η πτυχιακή μου εργασία ήταν μια σχολή μαγειρικής που είχε μέσα κήπους για καλλιέργεια και ένα εστιατόριο και μια αγορά. Η έρευνα για αυτό το project με έκανε να ανακαλύψω πολλά πράγματα για τον κύκλο του φαγητού: από την παραγωγή της πρώτης ύλης, στη συλλογή, την επεξεργασία, το μαγείρεμα και τέλος την κατανάλωση.

Επαγγελματικά με την μαγειρική άρχισα να ασχολούμαι το 2014 όταν γύρισα στην Ελλάδα και παράλληλα με το αρχιτεκτονικό γραφείο μαγείρευα σε σπίτια σαν private chef. Επειδή με ενδιέφερε η δημιουργία και σύνθεση εικόνας και χώρου κάπως έτσι ήρθε το food styling και οι συνεργασίες ως food stylist και φωτογράφος με ελληνικές και ξένες εταιρείες, που τότε δεν ήταν και τόσο διαδεδομένο στην Ελλάδα. Συνέχισα το catering ως private chef, και να μαγειρεύω σε yoga retreats, και μετά ήρθε και η αρθρογραφία για τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο όπως στο Monocle Magazine- Athens Travel Guide, Nomas Magazine #14, ΑΘΗνεα web portal, και στο The Greek Foundation και Baptista magazine.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης δεν έχει εγκαταλείψει την αρχιτεκτονική, αλλά όπως λέει είναι ένας αρχιτέκτονας που λατρεύει τη μαγειρική.
Ένα μεγάλο project που δουλεύουμε τους τελευταίους δέκα μήνες και βρισκόμαστε στο στάδιο της κατασκευής είναι το WeCook. To wecook είναι μια νέα ελληνική πλατφόρμα που αγαπά το ποιοτικό φαγητό και έρχεται να δώσει έμπνευση και ώθηση σε νέους σεφ και μάγειρες για να ξεκινήσουν τη δική τους μικρο-επιχείρηση μέσα από το μοντέλο του shared kitchen / virtual restaurant. Το WeCook είναι η πρώτη πλατφόρμα shared kitchen στην Ελλάδα, που σκοπό έχει να δώσει την ευκαιρία σε κάθε μάγειρα και μαγείρισσα να ευδοκιμήσει, σε ένα ανεξάρτητο και δίκαιο περιβάλλον χωρίς ιεραρχίες. Δημιουργούμε μια ανοιχτή, ζωντανή κοινότητα επαγγελματιών και μη, οι οποίοι μαγειρεύουν δίπλα-δίπλα σε πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες, ενώ εμείς παρέχουμε όλη την απαραίτητη υποστήριξη για να απογειώσουν τη μικρο-επιχείρησή τους.

Έτσι, οι μάγειρες και μαγείρισσες της οικογένειας του WeCook μπορούν να αφοσιωθούν αποκλειστικά στη δημιουργία των πιάτων τους και του εξειδικευμένου μενού τους και να προσφέρουν καθημερινά, νόστιμα γεύματα φτιαγμένα με φαντασία και αγάπη. Πιστεύουμε ότι το μέλλον είναι κοινό. Ότι το μαγικό συστατικό για μια πιο βιώσιμη εστίαση είναι να μοιραζόμαστε και να συνεργαζόμαστε περισσότερο. Για μένα είναι μια ευκαιρία να τα συσπειρώσω, σε ένα project, όλες τις εμπειρίες και τη γνώση που έχω καλλιεργήσει τόσα χρόνια.

Η απλότητα στη μαγειρική απαιτεί σοφία και καλή πρώτη ύλη.
Από πού «κληρονομήσατε» το ταλέντο στη μαγειρική; Ποιοι ή ποιες ήταν οι επιρροές σας;
Από τις πρώτες επιρροές στην μαγειρική είναι η γιαγιά μου η Πόλλυ. Μέχρι και σήμερα οι ιστορίες και η γνώση, η σύνδεση με το παρελθόν, είναι βασική πηγή έμπνευσης. Όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισα να επηρεάζομαι από ταξίδια, από άλλους ανθρώπους και από τα βιώματα μου. Δεν ξέρω αν έχω ταλέντο στην μαγειρική, σίγουρα για μένα είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας και έκφρασης.

Η είσοδος της οικογενειακής φάρμας του Κάρολου Μιχαηλίδη στον Κυπαρισσώνα Φθιώτιδας.
Λόγω της αρχιτεκτονικής οι αναφορές και οι επιρροές έρχονται από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις και πολύ συχνά είναι και υποσυνείδητες. Συνήθως δεν θα είναι ένας αρχιτέκτονας ή καλλιτέχνης ή chef η πηγή έμπνευσης αλλά ένα συγκεκριμένο έργο, ένα πιάτο, μια ιδέα ή μια αίσθηση που θα με κάνει να σκεφτώ και να προβληματιστώ. Η ευκολία του διαδικτύου και η γρήγορη εναλλαγή εικόνων επίσης έχουν επιρροή στον τρόπο που διαχειρίζομαι και αντιλαμβάνομαι το φαγητό και την παρουσίαση του. Όπως επίσης τα παιδικά μου χρόνια, βλέποντας τη μητέρα μου ή τη γιαγιά μου να στήνουν το τραπέζι, να ετοιμάζουν ένα κάλεσμα και η τελετουργία της φιλοξενίας, με επηρεάζουν κάθε φορά που έχω να μαγειρέψω για κάποιον.


Η φάρμα του 18ου αιώνα έχει ανακαινιστεί από τον πατέρα του Κάρολου Μηχαηλίδη με απόλυτο σεβασμό στο αυθεντικό στυλ της.
Η φάρμα του 18ου αιώνα και η φιλοσοφία του Slow Living
Μεγαλώσατε μέχρι τα έξι σας χρόνια σε μια αγροικία του 18ου αιώνα που είχε ανακαινίσει ο πατέρας σας. Πώς επηρέασε την αισθητική, τη φιλοσοφία και το χαρακτήρα σας η άμεση επαφή με τη φύση;
Όταν έγινα 30 άρχισα να καταλαβαίνω πόσο με έχει επηρεάσει η παιδική μου ηλικία και οι προσλαμβάνουσες που πήρα, μεγαλώνοντας, από το περιβάλλον μου.

Όλα τα παλιά αυθεντικά εργαλεία της αγροτικής ζωής στολίζουν το εσωτερικό της αγροικίας.
Ο πατέρας μου όταν τελείωσε τις σπουδές του αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα και αγόρασε ένα παλιό στάβλο σε έναν οικισμό, τον Κυπαρισσώνα, δυόμιση ώρες από την Αθήνα, έξω από ένα χωριό, την Πελασγία.

Η πέτρα και το ξύλο κυριαρχούν εξωτερικά στην αρχιτεκτονική της αγροικίας.
Εκεί δημιουργήθηκε ένας οικισμός από 20 πέτρινα σπίτια που ο ένας έφερε τον άλλον και χτίστηκε μια κοινότητα μέσα στη φύση οπού περάσαμε την παιδική μας ηλικία. Υπήρξα τυχερός από μικρός να έρθω σε επαφή με την καλλιέργεια και τη γη, τη φύση, τα ζώα.

Φτιάχναμε το δικό μας λάδι και μέλι. Mεγάλωσα σε μια οικογένεια που μας έμαθε να δοκιμάζουμε τα πάντα και είχαμε την τύχη να ταξιδέψουμε, να γνωρίσουμε διαφορετικές κουζίνες αλλά και να εκτεθούμε σε καινούργιες εμπειρίες από μικρή ηλικία.

Υποσυνείδητα, μεγαλώνοντας με δυο γονείς με έντονη αισθητική και αντίληψη, με αρχιτεκτονικό υπόβαθρο, βλέπω πως έχει διαμορφώσει τον τρόπο που σκέφτομαι σήμερα, αλλά και την οπτική μου. Με έκανε να έχω μεγάλη εκτίμηση για την παράδοση, την συλλογικότητα και την αίσθηση την κοινότητας, αλλά και της επιβίωσης.

Θα σκεφτόσασταν την επιστροφή σε μια αγροικία σαν αυτή, να γίνετε δηλαδή αγρότης, να ασχοληθείτε με τη γη;
Έχουν υπάρξει αρκετές στιγμές που σκέφτομαι να επιστρέψω ή καλύτερα να μετοικήσω πίσω στην επαρχία ή ακόμα και στην Πάτμο και να αξιοποιήσω την γη και την αγάπη μου για τη φύση.

Νησί ή βουνό; Όπου κι αν βρίσκεται, ο Κάρολος Μιχαηλίδης απολαμβάνει τη μαγειρική και την επαφή με τη φύση.
Παρόλα αυτά ακόμα απολαμβάνω την ενέργεια της πόλης και τις δυνατότητες που μου δίνει. Επέστρεψα το 2014 στην Αθήνα, μια πόλη, που παρά τις δυσκολίες της, βρίσκω τρομερά πλούσια και πολυεπίπεδη. Ο ρυθμός και ο παλμός της Αθήνας με κρατάει σε εγρήγορση και είμαι σε μια ηλικία που δεν με έχει κουράσει ακόμα. Οπότε προς το παρόν έχω καταφέρει τα τελευταία χρόνια, και νιώθω πολύ τυχερός, να μπορώ να ζω στην πόλη αλλά να φεύγω για διαστήματα και να πηγαίνω είτε στο βουνό ή στην θάλασσα, ανάλογα με το τι έχω ανάγκη και που θα αντλήσω έμπνευση. Δεν αποκλείω κάποια στιγμή να αποφασίσω να περνάω περισσότερο χρόνο στη φύση και σε μια μικρή κοινότητα.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης αναζητά διαρκώς συνταγές στα ταξίδια του και στα μέρη που επισκέπτεται.
«Λόγω κρίσης και covid-19 υπάρχει μια επιστροφή στην επαρχία και την ενασχόληση με τη γη»
Τόσο η γαστρονομία, μέσω της φιλοσοφίας του farm-to-table, όσο και η αρχιτεκτονική, μέσω της βιοκλιματικής οπτικής, οραματίζονται έναν κόσμο που θα συνομιλεί με σεβασμό με το φυσικό περιβάλλον. Είναι αυτοί οι δυο -γαστρονομία και αρχιτεκτονική- οι πυλώνες του μέλλοντος στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί η πράσινη αναγέννηση;
Σίγουρα για να υπάρξει μια στροφή σε πιο βιοκλιματικό τρόπο ζωής και μια «πράσινη αναγέννηση» χρειάζεται μια συνέργεια πολλών διαφόρων παραγόντων. Η αρχιτεκτονική και το φαγητό είναι δύο βασικοί πυλώνες της ζωής μας, της καθημερινότητας μας. Ορίζουν το πώς ζούμε, πως κοιμόμαστε, πως κινούμαστε μέσα στην πόλη.

Λόγω της κρίσης και του covid-19 υπάρχει μια επιστροφή στην επαρχία και την ενασχόληση με τη γη, την παραγωγή. Είναι ένα πρώτο βήμα για επανένωση με τη φύση και σεβασμό προς αυτήν. Παράλληλα, στην Ελλάδα υπάρχει σιγά σιγά η συνειδητοποίηση του ρόλου και της αναγκαιότητας του αρχιτέκτονα. Νομίζω πως με την ολοένα και μεγαλύτερη κινητοποίηση και ενημέρωση του κόσμου για την κατάσταση του πλανήτη και του περιβάλλοντος ίσως λειτουργήσει σαν κινητήρια δύναμη για να αρχίσουμε να ζούμε με περισσότερη αντίληψη και σεβασμό προς τον κόσμο μας. Σίγουρα αυτό θα πάρει καιρό, αλλά χρειάζεται χρόνος για να μπορέσει ο κόσμος να ενστερνιστεί ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης ή ζωής από αυτόν που έχει μάθει όλα αυτά τα χρόνια.
Με ποιο τρόπο η μεσογειακή διατροφή και η ελληνική κουζίνα θα μπορούσαν να μας δείξουν τον τρόπο να ζούμε καλύτερα;
Τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει και ασχολούμαι αρκετά με τα οφέλη της μεσογειακής διατροφής και τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Μαγειρεύοντας συχνά για ξένους κυρίως τα καλοκαίρια σε νησιά έχω συνειδητοποιήσει πόσο πλούσια είναι η ελληνική κουζίνα και πόσες επιλογές έχουμε για όλες τις διατροφικές συνήθειες, ίσως περισσότερες από κάθε άλλη κουζίνα. Από κρέατα, θαλασσινά, πίτες, λαδερά, όσπρια, μακαρονάδες και πολλά λαχανικά και φρούτα. Επίσης πόσο σημαντική είναι η απλότητα και τα καλά υλικά στην κουζίνα μας που μερικές φορές το ξεχνάμε. Πιστεύω πως το μυστικό της καλύτερης ζωής και ίσως και πιο χαρούμενης είναι η ισορροπία και το μέτρο, κάτι που πιστεύω υπάρχει στην ελληνική κουζίνα. Η αμεσότητα των πρώτων υλών που υπάρχει ακόμα και οι λαϊκές αγορές είναι μια υπενθύμιση για την προέλευση αυτών που αγοράζουμε, αλλά και της σύνδεσης με τη γη.

Όταν δεν μαγειρεύετε ο ίδιος, πού σας αρέσει να πηγαίνετε για φαγητό; Ποια είναι τα αγαπημένα σας εστιατόρια στην Αθήνα;
Απολαμβάνω πολύ να μου μαγειρεύουν φίλοι, όσο τίποτα άλλο. Νιώθω πως είναι η απόλυτη πράξη φροντίδας και προσφοράς, εξάλλου γι’ αυτό μου αρέσει και εμένα να μαγειρεύω. Οπότε, αν έχω την ευκαιρία, μου δίνει μεγάλη χαρά να μου μαγειρέψει κάποιος, ακόμα και το πιο απλό πράγμα. Στην Αθήνα δεν έχω συγκεκριμένα μέρη που θα πάω να φάω τακτικά, πάντα είναι ανάλογα την παρέα και την διάθεση. Οι «Σεϋχέλλες» στο Μεταξουργείο είναι πάντα ευχάριστη εμπειρία, το «Sushimou» επίσης και τρομερή προσθήκη στην Ελληνική γαστρονομική σκηνή, το «Άμα λάχει» στα Εξάρχεια, και το παλιό «Il Postino», που πάμε όλα αυτά τα χρόνια με τις φίλες μου από το σχολείο και το έχουμε σαν παράδοση. Επίσης ένα μυστικό μέρος που όμως ξέρουν αρκετοί είναι τα μπιφτεκάκια στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στο Σύνταγμα που έχει θέα την Βουλή. Είναι ό,τι πρέπει για μεσημέρι. Φτιάχνουν μόνο μπιφτεκάκια, σαλάτα, πατάτες και κάτι σαν ατομικές πίτσες.

Το street food τι ρόλο παίζει στη δική σας κουζίνα; Ποια είναι τα αγαπημένα σας Street food στην Αθήνα;
Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στο Βιετνάμ και την Ταϊλανδή, όπου η κουζίνα τους βασίζεται στο street food και την κουλτούρα γύρω από αυτό, κατάλαβα τον ρόλο που έχουν στο γαστρονομικό χάρτη. Στην Ελλάδα ακόμα τα street food places δημιουργούνται με βάση τη μόδα και κάποια trends που κυριαρχούν κατά καιρούς. Το street food έχει ιστορία, θέλει εμπειρία και εξυπηρετεί έναν σκοπό, κοινωνικό και οικονομικό. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ραγδαία αύξηση των street food και των επιλογών που υπάρχουν. Εξού και τα διάφορα food festivals, από burger, vegan, σοκολάτας και διάφορα τοπικά που εξυμνούν τα προϊόντα κάθε τόπου. Στην Αθήνα κάποια που μου έρχονται στο μυαλό είναι το «Etnico» και η καντίνα στη Μαβίλη μετά από ξενύχτι, το «Τuk tuk», το «Feyrouz», το «Guarentee» για σάντουιτς, το «Poke» για φαλαφελ, που το άνοιξε ο Γιάννης, ένας συμμαθητής μου από το σχολείο, στην πλατεία Βάθης, για burger στο «Guerilla burgers» στα Εξάρχεια που άνοιξε πριν λίγους μήνες. Επίσης το πεϊνιρλί στο Διόνυσο και vegan σουβλάκι στο «Cookoomela».

Από τα ταξίδια σας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ποιες γαστρονομικές στιγμές σας έχουν μείνει αξέχαστες;
Σε κάθε ταξίδι που κάνω, είτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, το φαγητό είναι μεγάλο κομμάτι του ταξιδιού, είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις την κουλτούρα και τα έθιμα κάθε τόπου. Τέσσερις προορισμοί που έχω επισκεφτεί τα τελευταία χρόνια και έχω έντονες γαστρονομικές αναμνήσεις είναι η Κοπεγχάγη, η Μάλτα, το Βιετνάμ, και φυσικά το Παρίσι που έχω ζήσει και ένα διάστημα. Σε κάθε μέρος πρέπει να ψάξεις, να ρωτήσεις και να είσαι ανοιχτός σε καινούργιες εμπειρίες. Αυτό που έχω βρει ιδιαίτερα βοηθητικό είναι τα food tours σε κάθε μέρος όπου ένας ντόπιος σου κάνει μια περιήγηση σε διαφορά εστιατόρια, street food, καντίνες, αγορές και καφέ. Αυτό σου δίνει την δυνατότητα να επισκεφτείς πολλά μέρη σε 2-3 ώρες, που σε μέρη όπως στο Βιετνάμ δεν θα έβρισκες εύκολα. Δεν θα ξεχάσω ένα εστιατόριο στη Μάλτα που ανοίγει μόνο μεσημέρι για 3-4 ώρες, την Trattoria da Pippo, και δεν έχει κατάλογο, σου σερβίρει ανάλογα με τις πρώτες ύλες που έχει εκείνη την ημέρα. Θυμάμαι είχα πάθει δηλητηρίαση την προηγούμενη μέρα και παρόλα αυτά έφαγα μια μακαρονάδα με θαλασσινά, γιατί δεν ήθελα με τίποτα να το χάσω, λειτούργησε θεραπευτικά, ήταν ένα από τα πιο απολαυστικά μεσημεριανά που έχω φάει. Ένα άλλο μέρος που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το Mercado San Miguel στη Μαδρίτη. Επισκέφτηκα την αγορά πρώτη φορά πριν αρκετά χρόνια και κάθε φορά που θα πάω στην Μαδρίτη θα περάσω από εκεί. Οι αγορές στην Ισπανία έχουν και μικρά μαγαζάκια που μπορείς να φας με τα προϊόντα που πουλάνε και είναι ένας γαστρονομικός παράδεισος για όλες τις αισθήσεις. Οι στιγμές αυτές είναι εκείνες που η γεύση θα σε ταξιδέψει, θα σε κάνει να ονειρευτείς, να συγκινηθείς, να ακούσεις μια ιστορία. Που θα περάσουν χρόνια αλλά θα μπορείς πολύ εύκολα να γυρίσεις πίσω σε αυτή την στιγμή, θα έχει χαραχτεί στη μνήμη σου. Αυτές ίσως είναι τρεις-τέσσερις στη ζωή κάθε ανθρώπου αλλά αυτό τις κάνει μοναδικές.

Συμμετείχατε σε ένα τηλεοπτικό σόου γαστρονομίας, ποια ήταν η εμπειρία σας από αυτό; Τι γεύση σας άφησε η τηλεόραση; Θα θέλατε να ασχοληθείτε ξανά με τον ευρύτερο τηλεοπτικό χώρο;
Η τηλεόραση για μένα δεν ήταν ποτέ ένας στόχος, ούτε και ήθελα ποτέ να ασχοληθώ με αυτόν τον χώρο. Όταν μου έγινε η πρόταση πέρυσι τον Αύγουστο προβληματίστηκα αρκετά μέχρι να πάρω την απόφαση να το κάνω και να βγω από το comfort zone μου και να εκτεθώ σε κάτι που δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα έκανα.

Γνώρισα φανταστικούς ανθρώπους και ήταν τρομερή εμπειρία, αλλά ήταν παράλληλα υπερβολικά αγχωτική για έμενα. Δεν ήταν τόσο η προβολή στην τηλεόραση, αλλά κυρίως η ένταση μιας τόσο μεγάλης παραγωγής, αλλά και το γεγονός ότι ήμουν ο μόνος μη επαγγελματίας σε κουζίνα εστίασης. Με έκανε ωστόσο να συμφιλιωθώ σε έναν βαθμό με την εικόνα μου μπροστά από την κάμερα και να μάθω τα όρια μου αλλά και τις δυνατότητες μου. Συνεργάζομαι ακόμα με κάποια άτομα που γνώρισα και μια εξ αυτών, η Αγάπη, η συγκάτοικός μου στο σόου, είναι για εμένα ο μέντοράς μου, ο άνθρωπος που θα συμβουλευτώ σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τη μαγειρική.

Τι δεν λείπει ποτέ από την κουζίνα σας;
Περνάω διάφορες φάσεις και μπορεί να κολλήσω με διάφορα προϊόντα κατά καιρούς. Πριν κάποιους μήνες είχα πάθει εμμονή με το αλάτι από σέλερι. Το ίδιο έχω πάθει με το ταμπάσκο ή διαφόρων ειδών τσίλι που έκανα όλα τα φαγητά που έφτιαχνα λίγο καυτερά. Στο ψυγείο μου έχω διάφορα βάζα με τουρσιά, chutneys, μαρμελάδες, kimchii, και σάλτσες που φτιάχνω εγώ και τα έχω εύκαιρα για όταν χρειαστούν.

Τα πράγματα που παίρνω πάντα μαζί στο αμάξι όταν ταξιδεύω που ίσως χρειαστώ είναι ένα καλό μαχαίρι, ένα μεγάλο ταψί, ένα ραβδομπλέντερ και η ποδιά με το λογότυπό μου που μου έχει φτιάξει η φίλη μου και γραφίστριά μου η Δανάη. Επίσης, μερικά τάπερ και 1-2 γαστρονόμους που πάντα είναι χρήσιμα.

Πηγή: iefimerida.gr

Ο σεφ Κάρολος Μιχαηλίδης, γνωστός και ως ΤheFoodArchitect, μας ταξιδεύει στην αγροικία του 18ου αιώνα όπου μεγάλωσε και μας συστήνει τα αγαπημένα του μέρη στην Αθήνα, αλλά και τον κόσμο, για φαγητό.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης, γνωστός ως #thefoodarchitect, πήρε άδεια από την αρχιτεκτονική για να ασχοληθεί με το πάθος του, τη μαγειρική. Μεγάλωσε σε μια αγροικία του 18ου αιώνα σε ένα ημιορεινό χωριό, τον Κυπαρισσώνα, του νομού Φθιώτιδας, σπούδασε αρχιτεκτονική στην Αγγλία και την Ολλανδία και παράλληλα, ασχολήθηκε με τη μαγειρική με πολλαπλούς τρόπους: ως food blogger, ως private chef, ως food stylist, ως αρθρογράφος και τώρα στην ομάδα του WeCook, της πρώτης πλατφόρμας shared kitchen στην Ελλάδα. Συνομιλήσαμε μαζί του για τη μαγειρική και το design, για τον παράξενο συνδυασμό τους, αλλά και για τα παιδικά του χρόνια σε μια υπέροχη, αυθεντική αγροικία, στην οποία μάς ξεναγεί.

Πώς ασχοληθήκατε και με την αρχιτεκτονική και με τη γαστρονομία; Αφηγηθείτε μας την ιστορία σας;
Είμαι αδειούχος αρχιτέκτονας, αγαπάω το design και τα ταξίδια, παθιάζομαι με το φαγητό και οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτό – την παράδοσή του, την προετοιμασία, το μαγείρεμα και να το μοιράζομαι με άλλους, δίνοντας χαρά μέσα από αυτό. Η μαγειρική είναι τρόπος έκφρασης και δημιουργικότητας, αλλά και ψυχοθεραπείας. Ολοκλήρωσα τις προπτυχιακές σπουδές μου στο Τμήμα Αρχιτεκτονικής και Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου του Bath στο Ηνωμένο Βασίλειο (2007-2011). Στη συνέχεια το μεταπτυχιακό μου στην Αρχιτεκτονική, τον Αστικό Τομέα και τις Επιστήμες της Κατασκευής στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Delft στην Ολλανδία (2012-2014). Σε επίπεδο έρευνας, με ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική και η σχεδίαση του χώρου σε σχέση με την προετοιμασία του φαγητού και τη μαγειρική. Η μαγειρική ξεκίνησε ως ανάγκη αλλά και τρόπος έκφρασης όταν έφυγα στην Αγγλία και για λόγους οικονομίας χρειάστηκε να μαγειρεύω συχνά στο σπίτι. Μετά από χρόνια ενασχόλησης με τη μαγειρική, το 2019 δημιούργησα την ιστοσελίδα μου thefoodarchitect.gr οπού μοιράζομαι το πάθος μου για το φαγητό. Για μένα, το τραπέζι είναι ένας τόπος συνάντησης, ένας χώρος συγκέντρωσης, πηγή διατροφής και θρέψης, γιορτής, ασφάλειας και ικανοποίησης.


Η παραδοσιακή μεσογειακή κουζίνα εμπνέει τον Κάρολο Μιχαηλίδη.
Από τα πρώτα στάδια των σπουδών μου στην Αρχιτεκτονική, με γοήτευε το φαγητό. Αυτό οδήγησε σε μια συνεχόμενη έρευνα, εξετάζοντας τα όρια και βρίσκοντας τρόπους σύνδεσης αυτών των δύο. Σε πολλά από τα project μου μελέτησα τη σχέση μεταξύ μαγειρικής και σχεδιασμού και πώς το φαγητό και ο χώρος συνδέονται και μπορούν να αλληλοεπιδράσουν. Η πτυχιακή μου εργασία ήταν μια σχολή μαγειρικής που είχε μέσα κήπους για καλλιέργεια και ένα εστιατόριο και μια αγορά. Η έρευνα για αυτό το project με έκανε να ανακαλύψω πολλά πράγματα για τον κύκλο του φαγητού: από την παραγωγή της πρώτης ύλης, στη συλλογή, την επεξεργασία, το μαγείρεμα και τέλος την κατανάλωση.

Επαγγελματικά με την μαγειρική άρχισα να ασχολούμαι το 2014 όταν γύρισα στην Ελλάδα και παράλληλα με το αρχιτεκτονικό γραφείο μαγείρευα σε σπίτια σαν private chef. Επειδή με ενδιέφερε η δημιουργία και σύνθεση εικόνας και χώρου κάπως έτσι ήρθε το food styling και οι συνεργασίες ως food stylist και φωτογράφος με ελληνικές και ξένες εταιρείες, που τότε δεν ήταν και τόσο διαδεδομένο στην Ελλάδα. Συνέχισα το catering ως private chef, και να μαγειρεύω σε yoga retreats, και μετά ήρθε και η αρθρογραφία για τον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο όπως στο Monocle Magazine- Athens Travel Guide, Nomas Magazine #14, ΑΘΗνεα web portal, και στο The Greek Foundation και Baptista magazine.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης δεν έχει εγκαταλείψει την αρχιτεκτονική, αλλά όπως λέει είναι ένας αρχιτέκτονας που λατρεύει τη μαγειρική.
Ένα μεγάλο project που δουλεύουμε τους τελευταίους δέκα μήνες και βρισκόμαστε στο στάδιο της κατασκευής είναι το WeCook. To wecook είναι μια νέα ελληνική πλατφόρμα που αγαπά το ποιοτικό φαγητό και έρχεται να δώσει έμπνευση και ώθηση σε νέους σεφ και μάγειρες για να ξεκινήσουν τη δική τους μικρο-επιχείρηση μέσα από το μοντέλο του shared kitchen / virtual restaurant. Το WeCook είναι η πρώτη πλατφόρμα shared kitchen στην Ελλάδα, που σκοπό έχει να δώσει την ευκαιρία σε κάθε μάγειρα και μαγείρισσα να ευδοκιμήσει, σε ένα ανεξάρτητο και δίκαιο περιβάλλον χωρίς ιεραρχίες. Δημιουργούμε μια ανοιχτή, ζωντανή κοινότητα επαγγελματιών και μη, οι οποίοι μαγειρεύουν δίπλα-δίπλα σε πλήρως εξοπλισμένες κουζίνες, ενώ εμείς παρέχουμε όλη την απαραίτητη υποστήριξη για να απογειώσουν τη μικρο-επιχείρησή τους.

Έτσι, οι μάγειρες και μαγείρισσες της οικογένειας του WeCook μπορούν να αφοσιωθούν αποκλειστικά στη δημιουργία των πιάτων τους και του εξειδικευμένου μενού τους και να προσφέρουν καθημερινά, νόστιμα γεύματα φτιαγμένα με φαντασία και αγάπη. Πιστεύουμε ότι το μέλλον είναι κοινό. Ότι το μαγικό συστατικό για μια πιο βιώσιμη εστίαση είναι να μοιραζόμαστε και να συνεργαζόμαστε περισσότερο. Για μένα είναι μια ευκαιρία να τα συσπειρώσω, σε ένα project, όλες τις εμπειρίες και τη γνώση που έχω καλλιεργήσει τόσα χρόνια.

Η απλότητα στη μαγειρική απαιτεί σοφία και καλή πρώτη ύλη.
Από πού «κληρονομήσατε» το ταλέντο στη μαγειρική; Ποιοι ή ποιες ήταν οι επιρροές σας;
Από τις πρώτες επιρροές στην μαγειρική είναι η γιαγιά μου η Πόλλυ. Μέχρι και σήμερα οι ιστορίες και η γνώση, η σύνδεση με το παρελθόν, είναι βασική πηγή έμπνευσης. Όσο περνούσαν τα χρόνια άρχισα να επηρεάζομαι από ταξίδια, από άλλους ανθρώπους και από τα βιώματα μου. Δεν ξέρω αν έχω ταλέντο στην μαγειρική, σίγουρα για μένα είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας και έκφρασης.

Η είσοδος της οικογενειακής φάρμας του Κάρολου Μιχαηλίδη στον Κυπαρισσώνα Φθιώτιδας.
Λόγω της αρχιτεκτονικής οι αναφορές και οι επιρροές έρχονται από πολλές διαφορετικές κατευθύνσεις και πολύ συχνά είναι και υποσυνείδητες. Συνήθως δεν θα είναι ένας αρχιτέκτονας ή καλλιτέχνης ή chef η πηγή έμπνευσης αλλά ένα συγκεκριμένο έργο, ένα πιάτο, μια ιδέα ή μια αίσθηση που θα με κάνει να σκεφτώ και να προβληματιστώ. Η ευκολία του διαδικτύου και η γρήγορη εναλλαγή εικόνων επίσης έχουν επιρροή στον τρόπο που διαχειρίζομαι και αντιλαμβάνομαι το φαγητό και την παρουσίαση του. Όπως επίσης τα παιδικά μου χρόνια, βλέποντας τη μητέρα μου ή τη γιαγιά μου να στήνουν το τραπέζι, να ετοιμάζουν ένα κάλεσμα και η τελετουργία της φιλοξενίας, με επηρεάζουν κάθε φορά που έχω να μαγειρέψω για κάποιον.


Η φάρμα του 18ου αιώνα έχει ανακαινιστεί από τον πατέρα του Κάρολου Μηχαηλίδη με απόλυτο σεβασμό στο αυθεντικό στυλ της.
Η φάρμα του 18ου αιώνα και η φιλοσοφία του Slow Living
Μεγαλώσατε μέχρι τα έξι σας χρόνια σε μια αγροικία του 18ου αιώνα που είχε ανακαινίσει ο πατέρας σας. Πώς επηρέασε την αισθητική, τη φιλοσοφία και το χαρακτήρα σας η άμεση επαφή με τη φύση;
Όταν έγινα 30 άρχισα να καταλαβαίνω πόσο με έχει επηρεάσει η παιδική μου ηλικία και οι προσλαμβάνουσες που πήρα, μεγαλώνοντας, από το περιβάλλον μου.

Όλα τα παλιά αυθεντικά εργαλεία της αγροτικής ζωής στολίζουν το εσωτερικό της αγροικίας.
Ο πατέρας μου όταν τελείωσε τις σπουδές του αποφάσισε να φύγει από την Αθήνα και αγόρασε ένα παλιό στάβλο σε έναν οικισμό, τον Κυπαρισσώνα, δυόμιση ώρες από την Αθήνα, έξω από ένα χωριό, την Πελασγία.

Η πέτρα και το ξύλο κυριαρχούν εξωτερικά στην αρχιτεκτονική της αγροικίας.
Εκεί δημιουργήθηκε ένας οικισμός από 20 πέτρινα σπίτια που ο ένας έφερε τον άλλον και χτίστηκε μια κοινότητα μέσα στη φύση οπού περάσαμε την παιδική μας ηλικία. Υπήρξα τυχερός από μικρός να έρθω σε επαφή με την καλλιέργεια και τη γη, τη φύση, τα ζώα.

Φτιάχναμε το δικό μας λάδι και μέλι. Mεγάλωσα σε μια οικογένεια που μας έμαθε να δοκιμάζουμε τα πάντα και είχαμε την τύχη να ταξιδέψουμε, να γνωρίσουμε διαφορετικές κουζίνες αλλά και να εκτεθούμε σε καινούργιες εμπειρίες από μικρή ηλικία.

Υποσυνείδητα, μεγαλώνοντας με δυο γονείς με έντονη αισθητική και αντίληψη, με αρχιτεκτονικό υπόβαθρο, βλέπω πως έχει διαμορφώσει τον τρόπο που σκέφτομαι σήμερα, αλλά και την οπτική μου. Με έκανε να έχω μεγάλη εκτίμηση για την παράδοση, την συλλογικότητα και την αίσθηση την κοινότητας, αλλά και της επιβίωσης.

Θα σκεφτόσασταν την επιστροφή σε μια αγροικία σαν αυτή, να γίνετε δηλαδή αγρότης, να ασχοληθείτε με τη γη;
Έχουν υπάρξει αρκετές στιγμές που σκέφτομαι να επιστρέψω ή καλύτερα να μετοικήσω πίσω στην επαρχία ή ακόμα και στην Πάτμο και να αξιοποιήσω την γη και την αγάπη μου για τη φύση.

Νησί ή βουνό; Όπου κι αν βρίσκεται, ο Κάρολος Μιχαηλίδης απολαμβάνει τη μαγειρική και την επαφή με τη φύση.
Παρόλα αυτά ακόμα απολαμβάνω την ενέργεια της πόλης και τις δυνατότητες που μου δίνει. Επέστρεψα το 2014 στην Αθήνα, μια πόλη, που παρά τις δυσκολίες της, βρίσκω τρομερά πλούσια και πολυεπίπεδη. Ο ρυθμός και ο παλμός της Αθήνας με κρατάει σε εγρήγορση και είμαι σε μια ηλικία που δεν με έχει κουράσει ακόμα. Οπότε προς το παρόν έχω καταφέρει τα τελευταία χρόνια, και νιώθω πολύ τυχερός, να μπορώ να ζω στην πόλη αλλά να φεύγω για διαστήματα και να πηγαίνω είτε στο βουνό ή στην θάλασσα, ανάλογα με το τι έχω ανάγκη και που θα αντλήσω έμπνευση. Δεν αποκλείω κάποια στιγμή να αποφασίσω να περνάω περισσότερο χρόνο στη φύση και σε μια μικρή κοινότητα.

Ο Κάρολος Μιχαηλίδης αναζητά διαρκώς συνταγές στα ταξίδια του και στα μέρη που επισκέπτεται.
«Λόγω κρίσης και covid-19 υπάρχει μια επιστροφή στην επαρχία και την ενασχόληση με τη γη»
Τόσο η γαστρονομία, μέσω της φιλοσοφίας του farm-to-table, όσο και η αρχιτεκτονική, μέσω της βιοκλιματικής οπτικής, οραματίζονται έναν κόσμο που θα συνομιλεί με σεβασμό με το φυσικό περιβάλλον. Είναι αυτοί οι δυο -γαστρονομία και αρχιτεκτονική- οι πυλώνες του μέλλοντος στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί η πράσινη αναγέννηση;
Σίγουρα για να υπάρξει μια στροφή σε πιο βιοκλιματικό τρόπο ζωής και μια «πράσινη αναγέννηση» χρειάζεται μια συνέργεια πολλών διαφόρων παραγόντων. Η αρχιτεκτονική και το φαγητό είναι δύο βασικοί πυλώνες της ζωής μας, της καθημερινότητας μας. Ορίζουν το πώς ζούμε, πως κοιμόμαστε, πως κινούμαστε μέσα στην πόλη.

Λόγω της κρίσης και του covid-19 υπάρχει μια επιστροφή στην επαρχία και την ενασχόληση με τη γη, την παραγωγή. Είναι ένα πρώτο βήμα για επανένωση με τη φύση και σεβασμό προς αυτήν. Παράλληλα, στην Ελλάδα υπάρχει σιγά σιγά η συνειδητοποίηση του ρόλου και της αναγκαιότητας του αρχιτέκτονα. Νομίζω πως με την ολοένα και μεγαλύτερη κινητοποίηση και ενημέρωση του κόσμου για την κατάσταση του πλανήτη και του περιβάλλοντος ίσως λειτουργήσει σαν κινητήρια δύναμη για να αρχίσουμε να ζούμε με περισσότερη αντίληψη και σεβασμό προς τον κόσμο μας. Σίγουρα αυτό θα πάρει καιρό, αλλά χρειάζεται χρόνος για να μπορέσει ο κόσμος να ενστερνιστεί ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης ή ζωής από αυτόν που έχει μάθει όλα αυτά τα χρόνια.
Με ποιο τρόπο η μεσογειακή διατροφή και η ελληνική κουζίνα θα μπορούσαν να μας δείξουν τον τρόπο να ζούμε καλύτερα;
Τα τελευταία χρόνια έχω αρχίσει και ασχολούμαι αρκετά με τα οφέλη της μεσογειακής διατροφής και τι πραγματικά σημαίνει αυτό. Μαγειρεύοντας συχνά για ξένους κυρίως τα καλοκαίρια σε νησιά έχω συνειδητοποιήσει πόσο πλούσια είναι η ελληνική κουζίνα και πόσες επιλογές έχουμε για όλες τις διατροφικές συνήθειες, ίσως περισσότερες από κάθε άλλη κουζίνα. Από κρέατα, θαλασσινά, πίτες, λαδερά, όσπρια, μακαρονάδες και πολλά λαχανικά και φρούτα. Επίσης πόσο σημαντική είναι η απλότητα και τα καλά υλικά στην κουζίνα μας που μερικές φορές το ξεχνάμε. Πιστεύω πως το μυστικό της καλύτερης ζωής και ίσως και πιο χαρούμενης είναι η ισορροπία και το μέτρο, κάτι που πιστεύω υπάρχει στην ελληνική κουζίνα. Η αμεσότητα των πρώτων υλών που υπάρχει ακόμα και οι λαϊκές αγορές είναι μια υπενθύμιση για την προέλευση αυτών που αγοράζουμε, αλλά και της σύνδεσης με τη γη.

Όταν δεν μαγειρεύετε ο ίδιος, πού σας αρέσει να πηγαίνετε για φαγητό; Ποια είναι τα αγαπημένα σας εστιατόρια στην Αθήνα;
Απολαμβάνω πολύ να μου μαγειρεύουν φίλοι, όσο τίποτα άλλο. Νιώθω πως είναι η απόλυτη πράξη φροντίδας και προσφοράς, εξάλλου γι’ αυτό μου αρέσει και εμένα να μαγειρεύω. Οπότε, αν έχω την ευκαιρία, μου δίνει μεγάλη χαρά να μου μαγειρέψει κάποιος, ακόμα και το πιο απλό πράγμα. Στην Αθήνα δεν έχω συγκεκριμένα μέρη που θα πάω να φάω τακτικά, πάντα είναι ανάλογα την παρέα και την διάθεση. Οι «Σεϋχέλλες» στο Μεταξουργείο είναι πάντα ευχάριστη εμπειρία, το «Sushimou» επίσης και τρομερή προσθήκη στην Ελληνική γαστρονομική σκηνή, το «Άμα λάχει» στα Εξάρχεια, και το παλιό «Il Postino», που πάμε όλα αυτά τα χρόνια με τις φίλες μου από το σχολείο και το έχουμε σαν παράδοση. Επίσης ένα μυστικό μέρος που όμως ξέρουν αρκετοί είναι τα μπιφτεκάκια στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στο Σύνταγμα που έχει θέα την Βουλή. Είναι ό,τι πρέπει για μεσημέρι. Φτιάχνουν μόνο μπιφτεκάκια, σαλάτα, πατάτες και κάτι σαν ατομικές πίτσες.

Το street food τι ρόλο παίζει στη δική σας κουζίνα; Ποια είναι τα αγαπημένα σας Street food στην Αθήνα;
Μετά από ένα μεγάλο ταξίδι στο Βιετνάμ και την Ταϊλανδή, όπου η κουζίνα τους βασίζεται στο street food και την κουλτούρα γύρω από αυτό, κατάλαβα τον ρόλο που έχουν στο γαστρονομικό χάρτη. Στην Ελλάδα ακόμα τα street food places δημιουργούνται με βάση τη μόδα και κάποια trends που κυριαρχούν κατά καιρούς. Το street food έχει ιστορία, θέλει εμπειρία και εξυπηρετεί έναν σκοπό, κοινωνικό και οικονομικό. Τα τελευταία χρόνια υπάρχει ραγδαία αύξηση των street food και των επιλογών που υπάρχουν. Εξού και τα διάφορα food festivals, από burger, vegan, σοκολάτας και διάφορα τοπικά που εξυμνούν τα προϊόντα κάθε τόπου. Στην Αθήνα κάποια που μου έρχονται στο μυαλό είναι το «Etnico» και η καντίνα στη Μαβίλη μετά από ξενύχτι, το «Τuk tuk», το «Feyrouz», το «Guarentee» για σάντουιτς, το «Poke» για φαλαφελ, που το άνοιξε ο Γιάννης, ένας συμμαθητής μου από το σχολείο, στην πλατεία Βάθης, για burger στο «Guerilla burgers» στα Εξάρχεια που άνοιξε πριν λίγους μήνες. Επίσης το πεϊνιρλί στο Διόνυσο και vegan σουβλάκι στο «Cookoomela».

Από τα ταξίδια σας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, ποιες γαστρονομικές στιγμές σας έχουν μείνει αξέχαστες;
Σε κάθε ταξίδι που κάνω, είτε στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, το φαγητό είναι μεγάλο κομμάτι του ταξιδιού, είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις την κουλτούρα και τα έθιμα κάθε τόπου. Τέσσερις προορισμοί που έχω επισκεφτεί τα τελευταία χρόνια και έχω έντονες γαστρονομικές αναμνήσεις είναι η Κοπεγχάγη, η Μάλτα, το Βιετνάμ, και φυσικά το Παρίσι που έχω ζήσει και ένα διάστημα. Σε κάθε μέρος πρέπει να ψάξεις, να ρωτήσεις και να είσαι ανοιχτός σε καινούργιες εμπειρίες. Αυτό που έχω βρει ιδιαίτερα βοηθητικό είναι τα food tours σε κάθε μέρος όπου ένας ντόπιος σου κάνει μια περιήγηση σε διαφορά εστιατόρια, street food, καντίνες, αγορές και καφέ. Αυτό σου δίνει την δυνατότητα να επισκεφτείς πολλά μέρη σε 2-3 ώρες, που σε μέρη όπως στο Βιετνάμ δεν θα έβρισκες εύκολα. Δεν θα ξεχάσω ένα εστιατόριο στη Μάλτα που ανοίγει μόνο μεσημέρι για 3-4 ώρες, την Trattoria da Pippo, και δεν έχει κατάλογο, σου σερβίρει ανάλογα με τις πρώτες ύλες που έχει εκείνη την ημέρα. Θυμάμαι είχα πάθει δηλητηρίαση την προηγούμενη μέρα και παρόλα αυτά έφαγα μια μακαρονάδα με θαλασσινά, γιατί δεν ήθελα με τίποτα να το χάσω, λειτούργησε θεραπευτικά, ήταν ένα από τα πιο απολαυστικά μεσημεριανά που έχω φάει. Ένα άλλο μέρος που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι το Mercado San Miguel στη Μαδρίτη. Επισκέφτηκα την αγορά πρώτη φορά πριν αρκετά χρόνια και κάθε φορά που θα πάω στην Μαδρίτη θα περάσω από εκεί. Οι αγορές στην Ισπανία έχουν και μικρά μαγαζάκια που μπορείς να φας με τα προϊόντα που πουλάνε και είναι ένας γαστρονομικός παράδεισος για όλες τις αισθήσεις. Οι στιγμές αυτές είναι εκείνες που η γεύση θα σε ταξιδέψει, θα σε κάνει να ονειρευτείς, να συγκινηθείς, να ακούσεις μια ιστορία. Που θα περάσουν χρόνια αλλά θα μπορείς πολύ εύκολα να γυρίσεις πίσω σε αυτή την στιγμή, θα έχει χαραχτεί στη μνήμη σου. Αυτές ίσως είναι τρεις-τέσσερις στη ζωή κάθε ανθρώπου αλλά αυτό τις κάνει μοναδικές.

Συμμετείχατε σε ένα τηλεοπτικό σόου γαστρονομίας, ποια ήταν η εμπειρία σας από αυτό; Τι γεύση σας άφησε η τηλεόραση; Θα θέλατε να ασχοληθείτε ξανά με τον ευρύτερο τηλεοπτικό χώρο;
Η τηλεόραση για μένα δεν ήταν ποτέ ένας στόχος, ούτε και ήθελα ποτέ να ασχοληθώ με αυτόν τον χώρο. Όταν μου έγινε η πρόταση πέρυσι τον Αύγουστο προβληματίστηκα αρκετά μέχρι να πάρω την απόφαση να το κάνω και να βγω από το comfort zone μου και να εκτεθώ σε κάτι που δεν φανταζόμουν ποτέ πως θα έκανα.

Γνώρισα φανταστικούς ανθρώπους και ήταν τρομερή εμπειρία, αλλά ήταν παράλληλα υπερβολικά αγχωτική για έμενα. Δεν ήταν τόσο η προβολή στην τηλεόραση, αλλά κυρίως η ένταση μιας τόσο μεγάλης παραγωγής, αλλά και το γεγονός ότι ήμουν ο μόνος μη επαγγελματίας σε κουζίνα εστίασης. Με έκανε ωστόσο να συμφιλιωθώ σε έναν βαθμό με την εικόνα μου μπροστά από την κάμερα και να μάθω τα όρια μου αλλά και τις δυνατότητες μου. Συνεργάζομαι ακόμα με κάποια άτομα που γνώρισα και μια εξ αυτών, η Αγάπη, η συγκάτοικός μου στο σόου, είναι για εμένα ο μέντοράς μου, ο άνθρωπος που θα συμβουλευτώ σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τη μαγειρική.

Τι δεν λείπει ποτέ από την κουζίνα σας;
Περνάω διάφορες φάσεις και μπορεί να κολλήσω με διάφορα προϊόντα κατά καιρούς. Πριν κάποιους μήνες είχα πάθει εμμονή με το αλάτι από σέλερι. Το ίδιο έχω πάθει με το ταμπάσκο ή διαφόρων ειδών τσίλι που έκανα όλα τα φαγητά που έφτιαχνα λίγο καυτερά. Στο ψυγείο μου έχω διάφορα βάζα με τουρσιά, chutneys, μαρμελάδες, kimchii, και σάλτσες που φτιάχνω εγώ και τα έχω εύκαιρα για όταν χρειαστούν.

Τα πράγματα που παίρνω πάντα μαζί στο αμάξι όταν ταξιδεύω που ίσως χρειαστώ είναι ένα καλό μαχαίρι, ένα μεγάλο ταψί, ένα ραβδομπλέντερ και η ποδιά με το λογότυπό μου που μου έχει φτιάξει η φίλη μου και γραφίστριά μου η Δανάη. Επίσης, μερικά τάπερ και 1-2 γαστρονόμους που πάντα είναι χρήσιμα.

Πηγή: iefimerida.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ