Έρωτας και μουσική: Ένα Παιχνίδι για δύο

Είναι αυτό το υπέροχο παιχνίδι του έρωτα που μας κάνει να κάνουμε «πράγματα τρελά», όπως τραγουδούσε ο Γιάννης Πάριος στο τραγούδι «Μη ρωτάς τους άλλους»

Facebook
Twitter
Email
Εκτύπωση

Η εξύμνηση του έρωτα μεταξύ των ανθρώπων είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα στη μουσική. Βέβαια, το ελληνικό τραγούδι έχει άπειρες αναφορές στον έρωτα μεταξύ άνδρα και γυναίκας, συνήθως με διαφορετικούς τρόπους: Μέσω αλληγορικού στίχου για να ξεφύγουν από τα «δόντια» της λογοκρισίας, είτε με ρομαντικότητα εκφράζοντας τον κρυφό πόθο του ενός για τον άλλο, αλλά και με παιχνιδιάρικο ύφος τονίζοντας στην ουσία ότι ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι που σε γεμίζει συναισθήματα, όπως λύπη, χαρά και σκίρτημα της καρδιάς.

Είναι αυτό το υπέροχο παιχνίδι του έρωτα που μας κάνει να κάνουμε «πράγματα τρελά», όπως τραγουδούσε ο Γιάννης Πάριος στο τραγούδι «Μη ρωτάς τους άλλους» (Μουσική: Αντώνης Βαρδής- Στίχοι: Βασίλης Γιαννόπουλος) και δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε ένα αφιέρωμα σε κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια που με περίτεχνο τρόπο αναφέρονται στον έρωτα και στο παιχνίδι που παίζεται μεταξύ δύο ερωτευμένων ανθρώπων.

Η χρυσή εποχή του ρεμπέτικου και τα τραγούδια που έφεραν μαζί τους οι Μικρασιάτες πρόσφυγες από τη Σμύρνη, το Αϊβαλί και την Προύσα, έφεραν και έναν άλλον αέρα και στα τραγούδια τους. Χαρακτηριστικό είναι το σμυρναίικο παραδοσιακό  τραγούδι «τι σε μέλλει εσένανε» όπου σε κάποιο σημείο λέει «τι σε μέλλει εσένανε/ κι όλο με ρωτάς/ από ποιο χωριό είμ’ εγώ/ αφού δε μ’ αγαπάς» με τρόπο παιχνιδιάρικο, αμφισβητώντας την αγάπη του άνδρα προς τη γυναίκα λόγω της καταγωγής της.

Από την άλλη πλευρά, οι «ρεμπέτες του ντουνιά», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο «πατριάρχης» του ρεμπέτικου Μάρκος Βαμβακάρης, ήταν πάντα πιο ντόμπροι και πιο μάγκες στους στίχους τους, είτε έγραφαν τραγούδια για γυναίκες ερμηνεύτριες είτε για άντρες. Ο μεγάλος Βασίλης Τσιτσάνης στο τραγούδι του «ντερμπεντέρισα» που ερμηνεύει μοναδικά η Στέλλα Χασκίλ, κάνει λόγο για μια καπάτσα γυναίκα που έχει τους άντρες «του χεριού της»:  «Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις/ να σου πουν ποιά είμαι ‘γώ/ είμαι ‘γώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα/ που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα». Εδώ βλέπουμε την εικόνα μιας δυναμικής, παιχνιδιάρας γυναίκας της οποίας η εικόνα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γυναίκα της εποχής όπου ήταν περισσότερο περιορισμένη, κατά μία έννοια, στο σπίτι και στις οικοκυρικές της εργασίες.

Τέτοιες γυναίκες όπως η «ντερμπεντέρισα» τρέλαιναν κυριολεκτικά τους μάγκες και ήταν αντικείμενα του πόθου τους. Αυτός ο πόθος αποτυπώνεται σε ένα ακόμα ρεμπέτικο τραγούδι του Στράτου Παγιουμτζή όπου αναφέρεται σε μια απελευθερωμένη γυναίκα, τσιγγάνικής καταγωγής με υπέροχα μάτια η οποία τον έχει ξελογιάσει και του έχει ξοδέψει όλα του τα χρήματα, με τον ερμηνευτή να τραγουδά: «Όσα βγάζω μου τα παίρνεις βρε τσαχπίνα/ και τραβάς γραμμή να παίξεις στα καζίνα/ που σε χάνω που σε βρίσκω στη ρουλέτα και για γούστο βάζεις πόστα και τα ρέστα. Όλα για σένα κούκλα μου/να μου τα φας πλανεύτρα/ τι αξίζουν τα παλάτια και τα κάστρα/ μπρος στα μάτια σου τσιγγάνα ξελογιάστρα». Για μια ακόμα φορά, ο άσβεστος πόθος του άντρα και το ξελόγιασμα του από την γυναίκα αντικατοπτρίζεται μέσα από το παιχνίδι του έρωτα.

Τραγούδια που πλέον έχουν αποκτήσει διαχρονική αξία και περιγράφουν αυτό το πρώτο σκίρτημα αποτυπώνονται και στον ελληνικό κινηματογράφο. Η σύμπραξη του συνθέτη Μάνου Χατζηδάκι και του διάσημου Κύπριου σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη ως στιχουργού το 1955, δημιούργησαν το άσμα «επτά τραγούδια θα σου πω», το οποίο περιέχει ρυθμό πιο ανεβαστικό και αναφέρεται σε μια γυναίκα που ζητά να πει το «σ’ αγαπώ» μέσα από τραγούδια. «Βγήκανε τ’ άστρα/ κι οι κοπέλες με τ’ άσπρα /κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά/ Τα παλληκάρια παρατάνε τα ζάρια/ κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά… Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας/ κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς/ εφτά τραγούδια θα σου πω/ για να διαλέξεις το σκοπό/ για να μου πεις, για να σου πω το “Σ’ αγαπώ”. Το τραγούδι έχει ανεβαστικό ρυθμό και η ερμηνεύτρια δείχνει ξελογιασμένη από το φλερτ που εισπράττει από τα παλικάρια.

«Ανηφορίζοντας» δεκαετίες για να έρθουμε στην δεκαετία του ‘60 ένα χαρακτηριστικό τραγούδι με παιχνιδιάρικο ύφος είναι το «Όσο αξίζεις εσύ» του Μανώλη Αγγελόπουλου (1965). Το τραγούδι εξυμνεί τη γυναίκα που, παρότι είναι το αντικείμενο πόθου πολλών ανδρών, επέλεξε έναν ο οποίος έγινε μισητός για όλους τους υπολοίπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει το τραγούδι:  «Όσο αξίζεις εσύ/ κι η καρδιά σου η χρυσή/ δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη, κι όλη η γη.
Όλοι οι άντρες ποθούν/ στην καρδιά σου να μπουν/ κι επειδή μ’ αγαπάς με μισούν, με μισούν, με μισούν. Μα εγώ σε σένα, καλή μου/χρωστάω και τη ζωή μου/ μου άλλαξες την ψυχή μου/τόσες συνήθειες κακές. Με χίλιες δυο τριγυρνούσα/ και τα λεφτά μου πετούσα/ αλήτης θα καταντούσα/ μα όλ’ αυτά μέχρι χτες».

Και ενώ ο Μανώλης Αγγελόπουλος τραγουδούσε για το καμάρι που είχε μια ξεχωριστή γυναίκα δίπλα του, ο βιρτουόζος του μπουζουκιού Γιώργος Ζαμπέτας μας εξιστόρησε «αποσπάσματα από έρωτες» το 1973, με μπόλικο χιούμορ και με δόση από τηλεοπτική σαπουνόπερα. Το τραγούδι περιγράφει έναν έρωτα μεταξύ δύο ανθρώπων και με εύσχημο τρόπο «διαβάζουμε» τα απομνημονεύματά της και πως εξελίχθηκε το ειδύλλιο: «Εκείνη μονάχη της/ έψησε ένα καφεδάκι/ άναψε ένα τσιγαράκι/ πήγε στη βιβλιοθήκη της/ πήρε τον πρώτο τόμο από τ’ απομνημονεύματά της/ ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της/ κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα. Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά πράγματα. Μα σαν έφτασε στη σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά/έγραφε ότι συνεδέθη με νεαρόν/ αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα διότι ούτος εκ των υστέρων απεδείχθη ακατάλληλος».

Αν και το χιούμορ έχει μια ιδιάζουσα θέση στην ελληνική δισκογραφία, ωστόσο ο ρομαντισμός είναι αυτός που κατά βάση κυριαρχεί στο ελληνικό τραγούδι, ανεξαιρέτως είδους (π.χ. ροκ, ποπ, λαϊκό κλπ.). Ένα υπέροχο τραγούδι από το 1980 που έχει ερωτικό στίχο είναι το «Πρωινό τσιγάρο» (Μουσική: Νότης Μαυρουδής- Στίχοι: Άλκης Αλκαίος) όπου «βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών/ μ’ ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο/ κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο/ σ’ ένα καρέ τυφλών ,σ’ ένα καρέ τυφλών». Με αλληγορικό τρόπο, το τραγούδι μιλά για τον έρωτα σαν μια παρτίδα παιχνιδιού με τράπουλα που ο παίκτης πάει «πάσο» αποδεχόμενος την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Αλλά και η ροκ σκηνή της δεκαετίας του ’90 είχε τραγούδια όπου έβλεπε τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι και τη γυναίκα σαν το διάβολο. O Βαγγέλης Γερμανός, στο τραγούδι του «είσαι ένας διάβολος», χαρακτήρισε τη γυναίκα σαν ένα διάβολο όπου «σαν αμαζόνα του λογχίζεις το κορμί. Ω! Πως φοβάμαι τον ψηλό με τα γυαλιά/ Υπνωτισμένος σε κοιτούσε χίλια βράδια/ Λεφτά και ρούχα ξεφορτώθηκε στα ζάρια. Για το χατίρι σου, για το χατίρι σου/ Από τα κρύσταλλα του νου ως τα σκοτάδια». Με την απεικόνιση της γυναίκας ως μιας κακής ύπαρξης ο Γερμανός δίνει ένα στίγμα διαφορετικό από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα.

Επίσης, η προσέγγιση του έρωτα σαν ένα παιχνίδι με αλληγορία είναι κάτι που πραγματικά συγκλονίζει τους Έλληνες στιχουργούς. Παράδειγμα το τραγούδι «Παραμύθι» της Λίνας Νικολακοπούλου η οποία μιλάει για ένα «μικρό σπαθί σα μαύρος άσσος είν’ η καρδιά μου σε μια τράπουλα βαλές εσύ μου ‘βαλες τον καημό κέντα με, φίλα με, φίλα με, μίλα για μένα», το οποίο περιγράφει τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι γεμάτο καημούς αλλά και πάθος.

Πολλές φορές το παιχνίδι παίρνει άλλη τροπή, και το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη. Το σκίρτημα της καρδιάς, ο ενθουσιασμός μόλις αντικρίζεις τον έρωτα και όλο αυτό το παιχνίδι που εκτυλίσσεται μέσα από την συνύπαρξη. Με την εξέλιξη του έρωτα στις μέρες των ηλεκτρονικών μέσων και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, ο ήχος της μουσικής και το παιχνίδι παίζεται στις οθόνες μας, όπως συμβαίνει στην εφαρμογή PokerStars για παράδειγμα. Εκεί, μπορεί πια ο καθένας από εμάς είτε να ερωτευτεί είτε να ζήσει τον ενθουσιασμό που ζει κάθε παίκτης μιας παρτίδας πόκερ.

Ακόμα ένα χαρακτηριστικό κομμάτι, που είναι μελοποιημένη ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη, είναι το περίφημο «Σκάκι» του Δημήτρη Παπαδημητρίου όπου ο έρωτας παρομοιάζεται σαν μια παρτίδα σκάκι, με τον άνδρα να είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για τη γυναίκα που αγαπά. Όπως χαρακτηριστικά τραγουδά ο Γεράσιμος Ανδρεάτος: «Όλα, όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω/ Όλα, όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω/ Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω/ που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει…».

Η εξύμνηση του έρωτα μεταξύ των ανθρώπων είναι αδιαμφισβήτητα ένα από τα πιο δημοφιλή θέματα στη μουσική. Βέβαια, το ελληνικό τραγούδι έχει άπειρες αναφορές στον έρωτα μεταξύ άνδρα και γυναίκας, συνήθως με διαφορετικούς τρόπους: Μέσω αλληγορικού στίχου για να ξεφύγουν από τα «δόντια» της λογοκρισίας, είτε με ρομαντικότητα εκφράζοντας τον κρυφό πόθο του ενός για τον άλλο, αλλά και με παιχνιδιάρικο ύφος τονίζοντας στην ουσία ότι ο έρωτας είναι ένα παιχνίδι που σε γεμίζει συναισθήματα, όπως λύπη, χαρά και σκίρτημα της καρδιάς.

Είναι αυτό το υπέροχο παιχνίδι του έρωτα που μας κάνει να κάνουμε «πράγματα τρελά», όπως τραγουδούσε ο Γιάννης Πάριος στο τραγούδι «Μη ρωτάς τους άλλους» (Μουσική: Αντώνης Βαρδής- Στίχοι: Βασίλης Γιαννόπουλος) και δεν θα μπορούσαμε να μην κάνουμε ένα αφιέρωμα σε κάποια από τα πιο όμορφα τραγούδια που με περίτεχνο τρόπο αναφέρονται στον έρωτα και στο παιχνίδι που παίζεται μεταξύ δύο ερωτευμένων ανθρώπων.

Η χρυσή εποχή του ρεμπέτικου και τα τραγούδια που έφεραν μαζί τους οι Μικρασιάτες πρόσφυγες από τη Σμύρνη, το Αϊβαλί και την Προύσα, έφεραν και έναν άλλον αέρα και στα τραγούδια τους. Χαρακτηριστικό είναι το σμυρναίικο παραδοσιακό  τραγούδι «τι σε μέλλει εσένανε» όπου σε κάποιο σημείο λέει «τι σε μέλλει εσένανε/ κι όλο με ρωτάς/ από ποιο χωριό είμ’ εγώ/ αφού δε μ’ αγαπάς» με τρόπο παιχνιδιάρικο, αμφισβητώντας την αγάπη του άνδρα προς τη γυναίκα λόγω της καταγωγής της.

Από την άλλη πλευρά, οι «ρεμπέτες του ντουνιά», όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο «πατριάρχης» του ρεμπέτικου Μάρκος Βαμβακάρης, ήταν πάντα πιο ντόμπροι και πιο μάγκες στους στίχους τους, είτε έγραφαν τραγούδια για γυναίκες ερμηνεύτριες είτε για άντρες. Ο μεγάλος Βασίλης Τσιτσάνης στο τραγούδι του «ντερμπεντέρισα» που ερμηνεύει μοναδικά η Στέλλα Χασκίλ, κάνει λόγο για μια καπάτσα γυναίκα που έχει τους άντρες «του χεριού της»:  «Τρέξε, μάγκα, να ρωτήσεις/ να σου πουν ποιά είμαι ‘γώ/ είμαι ‘γώ γυναίκα φίνα, ντερμπεντέρισσα/ που τους άντρες σαν τα ζάρια τους μπεγλέρισα». Εδώ βλέπουμε την εικόνα μιας δυναμικής, παιχνιδιάρας γυναίκας της οποίας η εικόνα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γυναίκα της εποχής όπου ήταν περισσότερο περιορισμένη, κατά μία έννοια, στο σπίτι και στις οικοκυρικές της εργασίες.

Τέτοιες γυναίκες όπως η «ντερμπεντέρισα» τρέλαιναν κυριολεκτικά τους μάγκες και ήταν αντικείμενα του πόθου τους. Αυτός ο πόθος αποτυπώνεται σε ένα ακόμα ρεμπέτικο τραγούδι του Στράτου Παγιουμτζή όπου αναφέρεται σε μια απελευθερωμένη γυναίκα, τσιγγάνικής καταγωγής με υπέροχα μάτια η οποία τον έχει ξελογιάσει και του έχει ξοδέψει όλα του τα χρήματα, με τον ερμηνευτή να τραγουδά: «Όσα βγάζω μου τα παίρνεις βρε τσαχπίνα/ και τραβάς γραμμή να παίξεις στα καζίνα/ που σε χάνω που σε βρίσκω στη ρουλέτα και για γούστο βάζεις πόστα και τα ρέστα. Όλα για σένα κούκλα μου/να μου τα φας πλανεύτρα/ τι αξίζουν τα παλάτια και τα κάστρα/ μπρος στα μάτια σου τσιγγάνα ξελογιάστρα». Για μια ακόμα φορά, ο άσβεστος πόθος του άντρα και το ξελόγιασμα του από την γυναίκα αντικατοπτρίζεται μέσα από το παιχνίδι του έρωτα.

Τραγούδια που πλέον έχουν αποκτήσει διαχρονική αξία και περιγράφουν αυτό το πρώτο σκίρτημα αποτυπώνονται και στον ελληνικό κινηματογράφο. Η σύμπραξη του συνθέτη Μάνου Χατζηδάκι και του διάσημου Κύπριου σκηνοθέτη Μιχάλη Κακογιάννη ως στιχουργού το 1955, δημιούργησαν το άσμα «επτά τραγούδια θα σου πω», το οποίο περιέχει ρυθμό πιο ανεβαστικό και αναφέρεται σε μια γυναίκα που ζητά να πει το «σ’ αγαπώ» μέσα από τραγούδια. «Βγήκανε τ’ άστρα/ κι οι κοπέλες με τ’ άσπρα /κατεβαίνουν στην κάτω γειτονιά/ Τα παλληκάρια παρατάνε τα ζάρια/ κι ανταμώνουν στου δρόμου τη γωνιά… Στου Παραδείσου τα μπουζούκια θα με πας/ κι αφού χορέψουμε και πάψει ο σαματάς/ εφτά τραγούδια θα σου πω/ για να διαλέξεις το σκοπό/ για να μου πεις, για να σου πω το “Σ’ αγαπώ”. Το τραγούδι έχει ανεβαστικό ρυθμό και η ερμηνεύτρια δείχνει ξελογιασμένη από το φλερτ που εισπράττει από τα παλικάρια.

«Ανηφορίζοντας» δεκαετίες για να έρθουμε στην δεκαετία του ‘60 ένα χαρακτηριστικό τραγούδι με παιχνιδιάρικο ύφος είναι το «Όσο αξίζεις εσύ» του Μανώλη Αγγελόπουλου (1965). Το τραγούδι εξυμνεί τη γυναίκα που, παρότι είναι το αντικείμενο πόθου πολλών ανδρών, επέλεξε έναν ο οποίος έγινε μισητός για όλους τους υπολοίπους. Όπως χαρακτηριστικά λέει το τραγούδι:  «Όσο αξίζεις εσύ/ κι η καρδιά σου η χρυσή/ δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη, κι όλη η γη.
Όλοι οι άντρες ποθούν/ στην καρδιά σου να μπουν/ κι επειδή μ’ αγαπάς με μισούν, με μισούν, με μισούν. Μα εγώ σε σένα, καλή μου/χρωστάω και τη ζωή μου/ μου άλλαξες την ψυχή μου/τόσες συνήθειες κακές. Με χίλιες δυο τριγυρνούσα/ και τα λεφτά μου πετούσα/ αλήτης θα καταντούσα/ μα όλ’ αυτά μέχρι χτες».

Και ενώ ο Μανώλης Αγγελόπουλος τραγουδούσε για το καμάρι που είχε μια ξεχωριστή γυναίκα δίπλα του, ο βιρτουόζος του μπουζουκιού Γιώργος Ζαμπέτας μας εξιστόρησε «αποσπάσματα από έρωτες» το 1973, με μπόλικο χιούμορ και με δόση από τηλεοπτική σαπουνόπερα. Το τραγούδι περιγράφει έναν έρωτα μεταξύ δύο ανθρώπων και με εύσχημο τρόπο «διαβάζουμε» τα απομνημονεύματά της και πως εξελίχθηκε το ειδύλλιο: «Εκείνη μονάχη της/ έψησε ένα καφεδάκι/ άναψε ένα τσιγαράκι/ πήγε στη βιβλιοθήκη της/ πήρε τον πρώτο τόμο από τ’ απομνημονεύματά της/ ξάπλωσε στη ντιβανοκασέλα της/ κι άρχισε να τα διαβάζει ένα-ένα. Ο πρόλογος δεν έλεγε και πολλά πράγματα. Μα σαν έφτασε στη σελίδα 96 εκατομμύρια τετρακόσια εβδομήντα τρία οχτακόσια είκοσι έξι, κάθετος, παύλα και κάτι ψιλά/έγραφε ότι συνεδέθη με νεαρόν/ αλλά το ειδύλλιο δεν εκράτησε παρά μόνον τρία εικοσιτετράωρα διότι ούτος εκ των υστέρων απεδείχθη ακατάλληλος».

Αν και το χιούμορ έχει μια ιδιάζουσα θέση στην ελληνική δισκογραφία, ωστόσο ο ρομαντισμός είναι αυτός που κατά βάση κυριαρχεί στο ελληνικό τραγούδι, ανεξαιρέτως είδους (π.χ. ροκ, ποπ, λαϊκό κλπ.). Ένα υπέροχο τραγούδι από το 1980 που έχει ερωτικό στίχο είναι το «Πρωινό τσιγάρο» (Μουσική: Νότης Μαυρουδής- Στίχοι: Άλκης Αλκαίος) όπου «βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών/ μ’ ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο/ κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο/ σ’ ένα καρέ τυφλών ,σ’ ένα καρέ τυφλών». Με αλληγορικό τρόπο, το τραγούδι μιλά για τον έρωτα σαν μια παρτίδα παιχνιδιού με τράπουλα που ο παίκτης πάει «πάσο» αποδεχόμενος την απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου.

Αλλά και η ροκ σκηνή της δεκαετίας του ’90 είχε τραγούδια όπου έβλεπε τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι και τη γυναίκα σαν το διάβολο. O Βαγγέλης Γερμανός, στο τραγούδι του «είσαι ένας διάβολος», χαρακτήρισε τη γυναίκα σαν ένα διάβολο όπου «σαν αμαζόνα του λογχίζεις το κορμί. Ω! Πως φοβάμαι τον ψηλό με τα γυαλιά/ Υπνωτισμένος σε κοιτούσε χίλια βράδια/ Λεφτά και ρούχα ξεφορτώθηκε στα ζάρια. Για το χατίρι σου, για το χατίρι σου/ Από τα κρύσταλλα του νου ως τα σκοτάδια». Με την απεικόνιση της γυναίκας ως μιας κακής ύπαρξης ο Γερμανός δίνει ένα στίγμα διαφορετικό από τα όσα είπαμε μέχρι τώρα.

Επίσης, η προσέγγιση του έρωτα σαν ένα παιχνίδι με αλληγορία είναι κάτι που πραγματικά συγκλονίζει τους Έλληνες στιχουργούς. Παράδειγμα το τραγούδι «Παραμύθι» της Λίνας Νικολακοπούλου η οποία μιλάει για ένα «μικρό σπαθί σα μαύρος άσσος είν’ η καρδιά μου σε μια τράπουλα βαλές εσύ μου ‘βαλες τον καημό κέντα με, φίλα με, φίλα με, μίλα για μένα», το οποίο περιγράφει τον έρωτα σαν ένα παιχνίδι γεμάτο καημούς αλλά και πάθος.

Πολλές φορές το παιχνίδι παίρνει άλλη τροπή, και το ίδιο συμβαίνει και με την αγάπη. Το σκίρτημα της καρδιάς, ο ενθουσιασμός μόλις αντικρίζεις τον έρωτα και όλο αυτό το παιχνίδι που εκτυλίσσεται μέσα από την συνύπαρξη. Με την εξέλιξη του έρωτα στις μέρες των ηλεκτρονικών μέσων και των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης, ο ήχος της μουσικής και το παιχνίδι παίζεται στις οθόνες μας, όπως συμβαίνει στην εφαρμογή PokerStars για παράδειγμα. Εκεί, μπορεί πια ο καθένας από εμάς είτε να ερωτευτεί είτε να ζήσει τον ενθουσιασμό που ζει κάθε παίκτης μιας παρτίδας πόκερ.

Ακόμα ένα χαρακτηριστικό κομμάτι, που είναι μελοποιημένη ποίηση του Μανώλη Αναγνωστάκη, είναι το περίφημο «Σκάκι» του Δημήτρη Παπαδημητρίου όπου ο έρωτας παρομοιάζεται σαν μια παρτίδα σκάκι, με τον άνδρα να είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για τη γυναίκα που αγαπά. Όπως χαρακτηριστικά τραγουδά ο Γεράσιμος Ανδρεάτος: «Όλα, όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω/ Όλα, όλα, και τ’ άλογά μου θα στα δώσω/ Μονάχα ετούτο τον τρελό μου θα κρατήσω/ που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει…».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ