Η εξέλιξη των γάμων και της γαμηλιότητας στην Ελλάδα

Γράφει ο Γιώργος Κοντογιάννης

Facebook
Twitter
Email
Εκτύπωση

Από το 1980 και έπειτα παρατηρούνται αλλαγές συμπεριφοράς όσον αφορά τον γάμο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, οι γυναίκες αρχίζουν να τον αναβάλλουν, ενώ όλο και περισσότερες δεν παντρεύονται. Οι εξελίξεις αυτές αναμφίβολα επηρεάζουν και τη γονιμότητά τους, στον βαθμό που η απόκτηση του πρώτου παιδιού παραμένει στενά συνδεδεμένη με τη σύναψη του πρώτου γάμου στη χώρα μας.

Στο σύντομο αυτό άρθρο επιχειρούμε να απαντήσουμε σε κάποια βασικά ερωτήματα, όπως: η ένταση και το ημερολόγιο του γάμου (δηλ. η ηλικία σε αυτόν) έχουν μεταβληθεί τις τελευταίες δεκαετίες ; Οι διαδοχικές γενεές των γυναικών παντρεύονται περισσότερο ή λιγότερο, πιο νέες ή πιο ώριμες; Το μοντέλο της οικογένειας που εδράζεται στον γάμο παραμένει κυρίαρχο; Στο κείμενο μας σκιαγραφείται επομένως το τοπίο που έχει διαμορφωθεί μεταπολεμικά στη χώρα μας (αλλά και στην Ευρώπη) όσον αφορά στη σύσταση των έγγαμων συμβιώσεων.

Γάμοι και Σύμφωνα Συμβίωσης

Τα απόλυτα νούμερα μας δίνουν μια πρώτη εικόνα των εξελίξεων αναφορικά με τις αποφάσεις των ζευγαριών για την «επισημοποίηση» του δεσμού τους από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα στη χώρα μας. Υπενθυμίζουμε ότι με τον Ν.1250/1982 εισήχθη για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο πολιτικός γάμος, ενώ ο Ν.3719/2008 παρείχε στα ετερόφυλα ζευγάρια τη δυνατότητα σύναψης Συμφώνου Συμβίωσης και ο Ν.4356/2015 δίδει το δικαίωμα αυτό και στα ομόφυλα ζευγάρια. Εξετάζοντας την εξέλιξη του αριθμού των γάμων (πρώτων και συνόλου), διαπιστώνουμε καταρχάς μια έντονη μεταβλητότητα που οφείλεται στην επίδραση των δίσεκτων ετών. Είναι επίσης εμφανές από τα απόλυτα νούμερα ότι από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα οι νοοτροπίες, αντιλήψεις και συμπεριφορές αλλάζουν (μειώνεται σημαντικά ο ετήσιος αριθμός τελούμενων γάμων σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες). Ειδικότερα, από το 1980 οι γυναίκες αρχίζουν να παντρεύονται λιγότερο (οι συνθετικοί δείκτες που παρουσιάζονται παρακάτω θα επιτρέψουν τη λεπτομερέστερη ανάλυση της γαμηλιότητας), ενώ οι πρώτοι γάμοι σε κανένα έτος από το 1980 και έπειτα δεν ξεπερνούν τους 76 χιλ. του 1979. Κατά τη δεκαετία του 1980 οι πρώτοι γάμοι είναι λιγότεροι από 56.000 ανά έτος, στη δεκαετία του 1990 δεν ξεπερνούν τους 53.000 και από το 2016 και έπειτα δεν υπερβαίνουν τους 40.000, ενώ το 2020 (την πρώτη χρονιά της πανδημίας του COVID-19) είναι λιγότεροι από 26 χιλ.

Όσον αφορά το σύνολο των γάμων το 1979 έχουμε 79 χιλ., τη δεκαετία του 1980 δεν ξεπερνούν τους 71 χιλ. ανά έτος, τη δεκαετία του 1990 τους 63 χιλ., την επόμενη δεκαετία τους 59χιλ., ενώ από το 2012 και μετά είναι λιγότεροι από 50 χιλ.. Το 2020 καταγράφονται μόλις 30 χιλ. και το 2021 (μη δίσεκτο έτος, δεύτερο έτος της πανδημίας) 39 χιλ..

Οι πολιτικοί γάμοι αποτελούν έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 μόλις το ¼ των ετησίως τελεσθέντων γάμων. Η τάση των ζευγαριών να επιλέγουν τον πολιτικό γάμο εντείνεται στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να αποτελούν πλέον το 45-50% του συνόλου την περίοδο 2011-2019. Το 2020 φαίνεται ότι η πανδημία επηρέασε έντονα την επιλογή των ατόμων (το 60% περίπου των γάμων ήταν πολιτικοί), καθώς οι περιορισμοί που επέβαλλε η πολιτεία και αφορούσαν στον αριθμό των καλεσμένων, στις αποστάσεις μεταξύ τους κ.ά., αλλά και ο φόβος μετάδοσης του ιού, ώθησαν πολύ περισσότερα ζευγάρια από ότι συνήθως σε ένα τύπο γάμου που τελείται ενώπιον λιγότερων καλεσμένων. Τέλος, ενώ τα πρώτα έτη μετά τη θέσπισή του περιορισμένος αριθμός ατόμων επιλέγει το Σύμφωνο Συμβίωσης, από το 2014 και έπειτα ο αριθμός των Συμφώνων αυξάνεται ταχύτατα (μόλις 593 Σύμφωνα το 2013, 1.590 το 2014, 4.909 το 2017, 9.021 το 2020 και 11.429 το 2021). Φαίνεται επομένως ότι ενώ η πανδημία αποθάρρυνε πολλά ζευγάρια από το να παντρευτούν το 2020 και το 2021, εντούτοις δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τη σύναψη Συμφώνου Συμβίωσης.

Είναι πιθανό δε ότι, αν δεν είχε θεσπιστεί το Σύμφωνο Συμβίωσης, ο αριθμός των ετησίως τελεσθέντων πολιτικών γάμων θα είχε ξεπεράσει τους θρησκευτικούς αρκετά νωρίτερα από το 2020, καθώς πολλά από τα ζευγάρια που τα τελευταία έτη επιλέγουν το Σύμφωνο Συμβίωσης θα επέλεγαν πιθανότατα τον πολιτικό γάμο, καθώς και αυτός (όπως και το Σύμφωνο Συμβίωσης) αποτελεί μια θεσμική μορφή «επισημοποίησης» του δεσμού τους που μπορεί να γίνει εύκολα, γρήγορα και με χαμηλό κόστος. Η εκκοσμίκευση, ο περιορισμός δηλαδή της επίδρασης της θρησκείας στις αποφάσεις, στις επιλογές και στον τρόπο ζωής των ατόμων, έχει επηρεάσει έντονα και την ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα τον 21ο αιώνα και αποτελεί ενδεχομένως και έναν από τους λόγους που έχουν ωθήσει πολλά ζευγάρια να μην επιλέγουν το θρησκευτικό γάμο ως μορφή επισημοποίησης της σχέσης τους.
Πρέπει δε να αναφερθεί ότι σταδιακά μειώνεται και η αναλογία των πρώτων γάμων στο σύνολο των γάμων καθώς, ενώ έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι πρώτοι γάμοι αποτελούσαν το 95%, η αναλογία αυτή σταδιακά φθίνει και φτάνει στο 86-87% τη διετία 2019-2020. Η τάση αυτή είναι αποτέλεσμα της προοδευτικής αύξησης των διαζυγίων από τη δεκαετία του 1970 και παράλληλα της επιθυμίας πολλών εκ των διαζευγμένων να ξαναπαντρευτούν.

Η εξέλιξη της πρωτογαμηλιότητας των γυναικών στη μεταπολεμική περίοδο: 1956-2020

Ο συγχρονικός δείκτης πρωτογαμηλιότητας (θρησκευτικοί και πολιτικοί πρώτοι γάμοι) βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, για να συρρικνωθεί στη συνέχεια. Η άνοδος και σταθεροποίησή του σε πολύ υψηλές τιμές (πάνω από 900 πρώτους γάμους ανά 1000 γυναίκες τις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970 οφείλεται κυρίως στην τάση των γυναικών να παντρεύονται όλο και πιο έντονα στις μικρές ηλικίες (15-24 ετών) την περίοδο αυτή. Η συρρίκνωση του δείκτη από το 1980 και μετά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην απόφαση των γυναικών να αναβάλλουν το γάμο τους για αργότερα. Ειδικότερα, από το 1980 και μετά, επιλέγουν να παντρεύονται όλο και λιγότερο στις μικρές αυτές ηλικίες (των 15-24 ετών) και όλο και συχνότερα στις ηλικίες των 25-29 ή και 30+ ετών.

Έτσι, ο δείκτης συρρικνώνεται ταχύτατα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και από περισσοτέρους από 950 πρώτους γάμους το1980 φθάνει στους 610 περίπου γάμους το 2000, για να σταθεροποιηθεί στα επίπεδα αυτά έκτοτε. Εξαίρεση αποτελεί το 2020 (η πρώτη χρονιά της πανδημίας), όπου καταγράφεται η χαμηλότερη τιμή του δείκτη μεταπολεμικά (μόλις 431 πρώτοι γάμοι/1000 γυναίκες). Σχετικά με τη μέση ηλικία στον πρώτο γάμο είναι ενδεικτικό ότι μειώνεται σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως και τα τέλη αυτής του 1970 (25,4 έτη το 1956, αλλά 23,4 έτη την πενταετία 1978-1982). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όμως η μέση ηλικία αυξάνεται αδιάκοπα (για 4 σχεδόν δεκαετίες), με αποτέλεσμα τη διετία 2019-2020 οι γυναίκες να παντρεύονται για πρώτη φορά στη χώρα μας στα 30,5 τους έτη, κάτι που αναμφίβολα δεν είναι ευοίωνο όσον αφορά στον αριθμό των απογόνων που θα αποκτήσουν, καθώς οι πιθανότητες σύλληψης και τεκνοποίησης μειώνονται ταχύτατα μετά τα 35 τους έτη (υπενθυμίζεται ότι ο γάμος και η απόκτηση απογόνων είναι ακόμη έντονα συνδεδεμένοι στη χώρα μας).

Η εξέλιξη της πρωτογαμηλιότητας στις διαδοχικές γενεές γυναικών (στις γυναίκες που γεννήθηκαν από το 1937 έως το 1980)

Τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα μας επιτρέπουν να ανασυστήσουμε τη γαμηλιότητα των γυναικών που γεννήθηκαν από το 19377 έως και το 1980. Διαπιστώνουμε ότι στις γενεές του 1937 έως και αυτές που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η γαμηλιότητα μειώνεται προοδευτικά στις μεγαλύτερες ηλικίες (26+), ενώ αντιθέτως στις μικρότερες (<25 ετών) ακολουθεί ανοδική πορεία.

Έτσι, η μέση ηλικία των γυναικών των γενεών αυτών στον πρώτο τους γάμο (Γράφημα 3) μειώνεται από τα 26,1 έτη στη γενεά του 1937 στα 23,8 έτη στις γενεές 1955-1958. Οι πτωτικές αυτές τάσεις ανακόπτονται στη συνέχεια με τις γυναίκες που γεννιούνται μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ειδικότερα, ξεκινά με αυτές μια πτώση της γαμηλιότητας στις μικρές ηλικίες (<25 ετών) η οποία δεν ανακόπτεται έκτοτε, ενώ αρχίζουν να παντρεύονται όλο και πιο συχνά σε μεγαλύτερες ηλικίες (>25 ετών και κυρίως >28 ετών). Οι γυναίκες των γενών αυτών (που έρχονται στον κόσμο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950) αρχίζουν, επομένως, να παντρεύονται όλο και λιγότερο και σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (η μέση ηλικία στον πρώτο γάμο αυξάνεται από τα 23,8 έτη στις γυναίκες που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στα 28,5 σε όσες γεννήθηκαν γύρω από 1980).

Οι εξελίξεις αυτές αντικατοπτρίζονται και στην τελική ένταση της πρωτο-γαμηλιότητας τους, δηλ. στο ποσοστό των άγαμων γυναικών (έως την ηλικία των 50 ετών). Διαπιστώνουμε, έτσι, ότι το ποσοστό αυτό περιορίζεται προοδευτικά στις γενεές 1937- 1952 (δεν παντρεύτηκε το 13,2% των γυναικών της γενεάς του 1937, αλλά μόλις το 6,1% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1952).
Έκτοτε, το ποσοστό αυτό αυξάνεται σταδιακά και εκτιμάται ότι το 25% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1977 19808 δεν θα κάνει έναν πρώτο γάμο έως τα 50 του έτη. Επομένως, η γαμήλια συμπεριφορά του πληθυσμού της χώρας μας που χαρακτηριζόταν από την τάση μείωσης της ισόβιας αγαμίας και την πρωιμοποίηση των πρώτων γάμων για 15 τουλάχιστον γενεές γυναικών (1937-1952) μεταβάλλεται προοδευτικά, καθώς οι νεότερες γενεές παντρεύονται όλο και λιγότερο και όλο και σε μεγαλύτερη ηλικία.

Το δυτικό μοντέλο της οικογένειας και ο γάμος στην Ελλάδα

Η σύγκριση της πορείας της γαμηλιότητας στη χώρα μας με αυτή των άλλων ευρωπαϊκών χωρών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ειδικότερα, στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη στις επτά πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια σημαντική μείωση του ποσοστού των άγαμων γυναικών (ιδιαίτερα στην περίοδο 1945-1965), αλλά οι τάσεις ανατρέπονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και η γαμηλιότητα υποχωρεί προοδευτικά, η μέση ηλικία στον γάμο ανέρχεται με ταχείς ρυθμούς, οι όλο και λιγότεροι γάμοι γίνονται όλο και πιο εύθραυστοι και οι εκτός γάμου γεννήσεις αυξάνονται ταχύτατα.

Οι επιπτώσεις των πρότερων αλλαγών στις δυτικές και βόρειες χώρες της Ευρώπης αντικατοπτρίζονται όχι μόνον στους διαγενεακούς και στους ετήσιους δείκτες, αλλά και στη μέση ηλικία στο γάμο. Οι αλλαγές αυτές, που ξεκινούν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στη Βόρεια Ευρώπη και εξαπλώνονται γρήγορα στη Δυτική Ευρώπη, φτάνουν με καθυστέρηση στον ευρωπαϊκό νότο (στα μέσα της δεκαετίας του 1970 στην Ισπανία και στην Ιταλία, το 1980 στην Ελλάδα). Οι γυναίκες που γεννήθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 και μετά στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη ζουν όλο και λιγότερο σε έγγαμες συμβιώσεις, τις οποίες τελούν συνήθως σε μεγαλύτερη ηλικία. Στη χώρα μας φαίνεται ότι το 25% των γυναικών που γεννιούνται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 δε θα τελέσουν ένα πρώτο γάμο έως τα 50 τους έτη, ένα ποσοστό που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα σε χώρες όπως η Σουηδία (γενεές 1956-1957), η Νορβηγία (γενεές 1964-1964), η Γαλλία (γενεές 1964-1965), η Ολλανδία (1965-1966), αλλά ακόμη και στην Ισπανία (γενεά 1973) και την Ιταλία (γενεές 1973-1974).

Οι τρεις χώρες του νότου (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) έχουν αρκετά κοινά σημεία, αν και στην Ισπανία και την Ιταλία η Καθολική Εκκλησία είχε πολύ ισχυρότερη επιρροή απ’ ότι η Ορθόδοξη στην Ελλάδα. Στις χώρες αυτές οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ισχυροί, ο γάμος είχε μια κεντρική θέση, λυνόταν σπάνια, οι εκτός γάμου γεννήσεις ήταν πολύ λιγότερες και η συγκατοίκηση εκτός γάμου ήταν περιορισμένη. Οι στάσεις στον ευρωπαϊκό νότο συγκλίνουν όμως σταδιακά με αυτές της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.

Η σύγκλιση αυτή είναι ταχύτερη στην Ισπανία, πιο αργή στην Ιταλία, ενώ καταγράφεται μια μεγαλύτερη αδράνεια στη χώρα μας (η γαμηλιότητα είναι εντονότερη, οι γυναίκες παντρεύονται σε μικρότερη ηλικία, η εκτός γάμου γονιμότητα είναι πολύ χαμηλότερη, ενώ και η λύση του γάμου στην Ελλάδα και στην Ιταλία είναι σπανιότερη σε σχέση με την Ισπανία και τις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης). Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των γυναικών που ήρθαν στον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αναμένεται να μην παντρευτεί έως τα 50 του έτη το 37% στην Ισπανία, το 31% στην Ιταλία, το 40% σε χώρες όπως η Σουηδία, η Αγγλία και η Γαλλία και το 45% σε χώρες όπως η Φινλανδία (όπως προαναφέραμε το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνά το 25% στην Ελλάδα). Προφανώς οι στάσεις και οι αντιλήψεις αλλάζουν και στη χώρα μας. Οι νεότερες γενεές τείνουν να διαφοροποιηθούν από τους γονείς τους και η πτώση τόσο των συγχρονικών όσο και των διαγενεακών δεικτών γαμηλιότητας είναι μια σαφής ένδειξη.

Τα καταναλωτικά πρότυπα δεν διαφοροποιούνται πλέον στους νέους μας από αυτά των πλέον αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και η επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ατονεί. Έτσι, συγκεντρώνονται προοδευτικά και στην Ελλάδα οι υλικοί, πολιτισμικοί και θεσμικοί όροι που επιτρέπουν την ανάδυση στον τομέα της οικογένειας των ίδιων προτύπων με αυτά που έχουν διαχυθεί σε μία σειρά από χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης. Κατ’ επέκταση, οι οικογενειακές δομές στη χώρα μας διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο από αυτές του παρελθόντος και η μικρή σε μέγεθος πυρηνική οικογένεια που προκύπτει από τον γάμο συνεχίζει να επικρατεί ενώ παράλληλα αναδύονται νέα οικογενειακά πρότυπα, απαιτώντας νέες προσεγγίσεις στη διαμόρφωση των δημογραφικών και κοινωνικών πολιτικών.

Από το 1980 και έπειτα παρατηρούνται αλλαγές συμπεριφοράς όσον αφορά τον γάμο στην Ελλάδα. Ειδικότερα, οι γυναίκες αρχίζουν να τον αναβάλλουν, ενώ όλο και περισσότερες δεν παντρεύονται. Οι εξελίξεις αυτές αναμφίβολα επηρεάζουν και τη γονιμότητά τους, στον βαθμό που η απόκτηση του πρώτου παιδιού παραμένει στενά συνδεδεμένη με τη σύναψη του πρώτου γάμου στη χώρα μας.

Στο σύντομο αυτό άρθρο επιχειρούμε να απαντήσουμε σε κάποια βασικά ερωτήματα, όπως: η ένταση και το ημερολόγιο του γάμου (δηλ. η ηλικία σε αυτόν) έχουν μεταβληθεί τις τελευταίες δεκαετίες ; Οι διαδοχικές γενεές των γυναικών παντρεύονται περισσότερο ή λιγότερο, πιο νέες ή πιο ώριμες; Το μοντέλο της οικογένειας που εδράζεται στον γάμο παραμένει κυρίαρχο; Στο κείμενο μας σκιαγραφείται επομένως το τοπίο που έχει διαμορφωθεί μεταπολεμικά στη χώρα μας (αλλά και στην Ευρώπη) όσον αφορά στη σύσταση των έγγαμων συμβιώσεων.

Γάμοι και Σύμφωνα Συμβίωσης

Τα απόλυτα νούμερα μας δίνουν μια πρώτη εικόνα των εξελίξεων αναφορικά με τις αποφάσεις των ζευγαριών για την «επισημοποίηση» του δεσμού τους από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 και έπειτα στη χώρα μας. Υπενθυμίζουμε ότι με τον Ν.1250/1982 εισήχθη για πρώτη φορά στην ελληνική έννομη τάξη ο πολιτικός γάμος, ενώ ο Ν.3719/2008 παρείχε στα ετερόφυλα ζευγάρια τη δυνατότητα σύναψης Συμφώνου Συμβίωσης και ο Ν.4356/2015 δίδει το δικαίωμα αυτό και στα ομόφυλα ζευγάρια. Εξετάζοντας την εξέλιξη του αριθμού των γάμων (πρώτων και συνόλου), διαπιστώνουμε καταρχάς μια έντονη μεταβλητότητα που οφείλεται στην επίδραση των δίσεκτων ετών. Είναι επίσης εμφανές από τα απόλυτα νούμερα ότι από τη δεκαετία του 1980 και έπειτα οι νοοτροπίες, αντιλήψεις και συμπεριφορές αλλάζουν (μειώνεται σημαντικά ο ετήσιος αριθμός τελούμενων γάμων σε σχέση με τις προηγούμενες δύο δεκαετίες). Ειδικότερα, από το 1980 οι γυναίκες αρχίζουν να παντρεύονται λιγότερο (οι συνθετικοί δείκτες που παρουσιάζονται παρακάτω θα επιτρέψουν τη λεπτομερέστερη ανάλυση της γαμηλιότητας), ενώ οι πρώτοι γάμοι σε κανένα έτος από το 1980 και έπειτα δεν ξεπερνούν τους 76 χιλ. του 1979. Κατά τη δεκαετία του 1980 οι πρώτοι γάμοι είναι λιγότεροι από 56.000 ανά έτος, στη δεκαετία του 1990 δεν ξεπερνούν τους 53.000 και από το 2016 και έπειτα δεν υπερβαίνουν τους 40.000, ενώ το 2020 (την πρώτη χρονιά της πανδημίας του COVID-19) είναι λιγότεροι από 26 χιλ.

Όσον αφορά το σύνολο των γάμων το 1979 έχουμε 79 χιλ., τη δεκαετία του 1980 δεν ξεπερνούν τους 71 χιλ. ανά έτος, τη δεκαετία του 1990 τους 63 χιλ., την επόμενη δεκαετία τους 59χιλ., ενώ από το 2012 και μετά είναι λιγότεροι από 50 χιλ.. Το 2020 καταγράφονται μόλις 30 χιλ. και το 2021 (μη δίσεκτο έτος, δεύτερο έτος της πανδημίας) 39 χιλ..

Οι πολιτικοί γάμοι αποτελούν έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000 μόλις το ¼ των ετησίως τελεσθέντων γάμων. Η τάση των ζευγαριών να επιλέγουν τον πολιτικό γάμο εντείνεται στη συνέχεια, με αποτέλεσμα να αποτελούν πλέον το 45-50% του συνόλου την περίοδο 2011-2019. Το 2020 φαίνεται ότι η πανδημία επηρέασε έντονα την επιλογή των ατόμων (το 60% περίπου των γάμων ήταν πολιτικοί), καθώς οι περιορισμοί που επέβαλλε η πολιτεία και αφορούσαν στον αριθμό των καλεσμένων, στις αποστάσεις μεταξύ τους κ.ά., αλλά και ο φόβος μετάδοσης του ιού, ώθησαν πολύ περισσότερα ζευγάρια από ότι συνήθως σε ένα τύπο γάμου που τελείται ενώπιον λιγότερων καλεσμένων. Τέλος, ενώ τα πρώτα έτη μετά τη θέσπισή του περιορισμένος αριθμός ατόμων επιλέγει το Σύμφωνο Συμβίωσης, από το 2014 και έπειτα ο αριθμός των Συμφώνων αυξάνεται ταχύτατα (μόλις 593 Σύμφωνα το 2013, 1.590 το 2014, 4.909 το 2017, 9.021 το 2020 και 11.429 το 2021). Φαίνεται επομένως ότι ενώ η πανδημία αποθάρρυνε πολλά ζευγάρια από το να παντρευτούν το 2020 και το 2021, εντούτοις δεν αποτέλεσε ανασταλτικό παράγοντα για τη σύναψη Συμφώνου Συμβίωσης.

Είναι πιθανό δε ότι, αν δεν είχε θεσπιστεί το Σύμφωνο Συμβίωσης, ο αριθμός των ετησίως τελεσθέντων πολιτικών γάμων θα είχε ξεπεράσει τους θρησκευτικούς αρκετά νωρίτερα από το 2020, καθώς πολλά από τα ζευγάρια που τα τελευταία έτη επιλέγουν το Σύμφωνο Συμβίωσης θα επέλεγαν πιθανότατα τον πολιτικό γάμο, καθώς και αυτός (όπως και το Σύμφωνο Συμβίωσης) αποτελεί μια θεσμική μορφή «επισημοποίησης» του δεσμού τους που μπορεί να γίνει εύκολα, γρήγορα και με χαμηλό κόστος. Η εκκοσμίκευση, ο περιορισμός δηλαδή της επίδρασης της θρησκείας στις αποφάσεις, στις επιλογές και στον τρόπο ζωής των ατόμων, έχει επηρεάσει έντονα και την ελληνική κοινωνία ιδιαίτερα τον 21ο αιώνα και αποτελεί ενδεχομένως και έναν από τους λόγους που έχουν ωθήσει πολλά ζευγάρια να μην επιλέγουν το θρησκευτικό γάμο ως μορφή επισημοποίησης της σχέσης τους.
Πρέπει δε να αναφερθεί ότι σταδιακά μειώνεται και η αναλογία των πρώτων γάμων στο σύνολο των γάμων καθώς, ενώ έως τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι πρώτοι γάμοι αποτελούσαν το 95%, η αναλογία αυτή σταδιακά φθίνει και φτάνει στο 86-87% τη διετία 2019-2020. Η τάση αυτή είναι αποτέλεσμα της προοδευτικής αύξησης των διαζυγίων από τη δεκαετία του 1970 και παράλληλα της επιθυμίας πολλών εκ των διαζευγμένων να ξαναπαντρευτούν.

Η εξέλιξη της πρωτογαμηλιότητας των γυναικών στη μεταπολεμική περίοδο: 1956-2020

Ο συγχρονικός δείκτης πρωτογαμηλιότητας (θρησκευτικοί και πολιτικοί πρώτοι γάμοι) βρίσκεται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970, για να συρρικνωθεί στη συνέχεια. Η άνοδος και σταθεροποίησή του σε πολύ υψηλές τιμές (πάνω από 900 πρώτους γάμους ανά 1000 γυναίκες τις δεκαετίες 1950, 1960 και 1970 οφείλεται κυρίως στην τάση των γυναικών να παντρεύονται όλο και πιο έντονα στις μικρές ηλικίες (15-24 ετών) την περίοδο αυτή. Η συρρίκνωση του δείκτη από το 1980 και μετά πρέπει να αποδοθεί κυρίως στην απόφαση των γυναικών να αναβάλλουν το γάμο τους για αργότερα. Ειδικότερα, από το 1980 και μετά, επιλέγουν να παντρεύονται όλο και λιγότερο στις μικρές αυτές ηλικίες (των 15-24 ετών) και όλο και συχνότερα στις ηλικίες των 25-29 ή και 30+ ετών.

Έτσι, ο δείκτης συρρικνώνεται ταχύτατα τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και από περισσοτέρους από 950 πρώτους γάμους το1980 φθάνει στους 610 περίπου γάμους το 2000, για να σταθεροποιηθεί στα επίπεδα αυτά έκτοτε. Εξαίρεση αποτελεί το 2020 (η πρώτη χρονιά της πανδημίας), όπου καταγράφεται η χαμηλότερη τιμή του δείκτη μεταπολεμικά (μόλις 431 πρώτοι γάμοι/1000 γυναίκες). Σχετικά με τη μέση ηλικία στον πρώτο γάμο είναι ενδεικτικό ότι μειώνεται σταθερά από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 έως και τα τέλη αυτής του 1970 (25,4 έτη το 1956, αλλά 23,4 έτη την πενταετία 1978-1982). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 όμως η μέση ηλικία αυξάνεται αδιάκοπα (για 4 σχεδόν δεκαετίες), με αποτέλεσμα τη διετία 2019-2020 οι γυναίκες να παντρεύονται για πρώτη φορά στη χώρα μας στα 30,5 τους έτη, κάτι που αναμφίβολα δεν είναι ευοίωνο όσον αφορά στον αριθμό των απογόνων που θα αποκτήσουν, καθώς οι πιθανότητες σύλληψης και τεκνοποίησης μειώνονται ταχύτατα μετά τα 35 τους έτη (υπενθυμίζεται ότι ο γάμος και η απόκτηση απογόνων είναι ακόμη έντονα συνδεδεμένοι στη χώρα μας).

Η εξέλιξη της πρωτογαμηλιότητας στις διαδοχικές γενεές γυναικών (στις γυναίκες που γεννήθηκαν από το 1937 έως το 1980)

Τα διαθέσιμα στατιστικά δεδομένα μας επιτρέπουν να ανασυστήσουμε τη γαμηλιότητα των γυναικών που γεννήθηκαν από το 19377 έως και το 1980. Διαπιστώνουμε ότι στις γενεές του 1937 έως και αυτές που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 η γαμηλιότητα μειώνεται προοδευτικά στις μεγαλύτερες ηλικίες (26+), ενώ αντιθέτως στις μικρότερες (<25 ετών) ακολουθεί ανοδική πορεία.

Έτσι, η μέση ηλικία των γυναικών των γενεών αυτών στον πρώτο τους γάμο (Γράφημα 3) μειώνεται από τα 26,1 έτη στη γενεά του 1937 στα 23,8 έτη στις γενεές 1955-1958. Οι πτωτικές αυτές τάσεις ανακόπτονται στη συνέχεια με τις γυναίκες που γεννιούνται μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Ειδικότερα, ξεκινά με αυτές μια πτώση της γαμηλιότητας στις μικρές ηλικίες (<25 ετών) η οποία δεν ανακόπτεται έκτοτε, ενώ αρχίζουν να παντρεύονται όλο και πιο συχνά σε μεγαλύτερες ηλικίες (>25 ετών και κυρίως >28 ετών). Οι γυναίκες των γενών αυτών (που έρχονται στον κόσμο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1950) αρχίζουν, επομένως, να παντρεύονται όλο και λιγότερο και σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία (η μέση ηλικία στον πρώτο γάμο αυξάνεται από τα 23,8 έτη στις γυναίκες που γεννήθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1950 στα 28,5 σε όσες γεννήθηκαν γύρω από 1980).

Οι εξελίξεις αυτές αντικατοπτρίζονται και στην τελική ένταση της πρωτο-γαμηλιότητας τους, δηλ. στο ποσοστό των άγαμων γυναικών (έως την ηλικία των 50 ετών). Διαπιστώνουμε, έτσι, ότι το ποσοστό αυτό περιορίζεται προοδευτικά στις γενεές 1937- 1952 (δεν παντρεύτηκε το 13,2% των γυναικών της γενεάς του 1937, αλλά μόλις το 6,1% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1952).
Έκτοτε, το ποσοστό αυτό αυξάνεται σταδιακά και εκτιμάται ότι το 25% των γυναικών που γεννήθηκαν το 1977 19808 δεν θα κάνει έναν πρώτο γάμο έως τα 50 του έτη. Επομένως, η γαμήλια συμπεριφορά του πληθυσμού της χώρας μας που χαρακτηριζόταν από την τάση μείωσης της ισόβιας αγαμίας και την πρωιμοποίηση των πρώτων γάμων για 15 τουλάχιστον γενεές γυναικών (1937-1952) μεταβάλλεται προοδευτικά, καθώς οι νεότερες γενεές παντρεύονται όλο και λιγότερο και όλο και σε μεγαλύτερη ηλικία.

Το δυτικό μοντέλο της οικογένειας και ο γάμος στην Ελλάδα

Η σύγκριση της πορείας της γαμηλιότητας στη χώρα μας με αυτή των άλλων ευρωπαϊκών χωρών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ειδικότερα, στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη στις επτά πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα παρατηρείται μια σημαντική μείωση του ποσοστού των άγαμων γυναικών (ιδιαίτερα στην περίοδο 1945-1965), αλλά οι τάσεις ανατρέπονται από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και η γαμηλιότητα υποχωρεί προοδευτικά, η μέση ηλικία στον γάμο ανέρχεται με ταχείς ρυθμούς, οι όλο και λιγότεροι γάμοι γίνονται όλο και πιο εύθραυστοι και οι εκτός γάμου γεννήσεις αυξάνονται ταχύτατα.

Οι επιπτώσεις των πρότερων αλλαγών στις δυτικές και βόρειες χώρες της Ευρώπης αντικατοπτρίζονται όχι μόνον στους διαγενεακούς και στους ετήσιους δείκτες, αλλά και στη μέση ηλικία στο γάμο. Οι αλλαγές αυτές, που ξεκινούν από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 στη Βόρεια Ευρώπη και εξαπλώνονται γρήγορα στη Δυτική Ευρώπη, φτάνουν με καθυστέρηση στον ευρωπαϊκό νότο (στα μέσα της δεκαετίας του 1970 στην Ισπανία και στην Ιταλία, το 1980 στην Ελλάδα). Οι γυναίκες που γεννήθηκαν από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 και μετά στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη ζουν όλο και λιγότερο σε έγγαμες συμβιώσεις, τις οποίες τελούν συνήθως σε μεγαλύτερη ηλικία. Στη χώρα μας φαίνεται ότι το 25% των γυναικών που γεννιούνται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 δε θα τελέσουν ένα πρώτο γάμο έως τα 50 τους έτη, ένα ποσοστό που παρατηρήθηκε πολύ νωρίτερα σε χώρες όπως η Σουηδία (γενεές 1956-1957), η Νορβηγία (γενεές 1964-1964), η Γαλλία (γενεές 1964-1965), η Ολλανδία (1965-1966), αλλά ακόμη και στην Ισπανία (γενεά 1973) και την Ιταλία (γενεές 1973-1974).

Οι τρεις χώρες του νότου (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) έχουν αρκετά κοινά σημεία, αν και στην Ισπανία και την Ιταλία η Καθολική Εκκλησία είχε πολύ ισχυρότερη επιρροή απ’ ότι η Ορθόδοξη στην Ελλάδα. Στις χώρες αυτές οι οικογενειακοί δεσμοί ήταν ισχυροί, ο γάμος είχε μια κεντρική θέση, λυνόταν σπάνια, οι εκτός γάμου γεννήσεις ήταν πολύ λιγότερες και η συγκατοίκηση εκτός γάμου ήταν περιορισμένη. Οι στάσεις στον ευρωπαϊκό νότο συγκλίνουν όμως σταδιακά με αυτές της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.

Η σύγκλιση αυτή είναι ταχύτερη στην Ισπανία, πιο αργή στην Ιταλία, ενώ καταγράφεται μια μεγαλύτερη αδράνεια στη χώρα μας (η γαμηλιότητα είναι εντονότερη, οι γυναίκες παντρεύονται σε μικρότερη ηλικία, η εκτός γάμου γονιμότητα είναι πολύ χαμηλότερη, ενώ και η λύση του γάμου στην Ελλάδα και στην Ιταλία είναι σπανιότερη σε σχέση με την Ισπανία και τις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης). Πρέπει να σημειωθεί ότι μεταξύ των γυναικών που ήρθαν στον κόσμο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 αναμένεται να μην παντρευτεί έως τα 50 του έτη το 37% στην Ισπανία, το 31% στην Ιταλία, το 40% σε χώρες όπως η Σουηδία, η Αγγλία και η Γαλλία και το 45% σε χώρες όπως η Φινλανδία (όπως προαναφέραμε το ποσοστό αυτό δεν ξεπερνά το 25% στην Ελλάδα). Προφανώς οι στάσεις και οι αντιλήψεις αλλάζουν και στη χώρα μας. Οι νεότερες γενεές τείνουν να διαφοροποιηθούν από τους γονείς τους και η πτώση τόσο των συγχρονικών όσο και των διαγενεακών δεικτών γαμηλιότητας είναι μια σαφής ένδειξη.

Τα καταναλωτικά πρότυπα δεν διαφοροποιούνται πλέον στους νέους μας από αυτά των πλέον αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και η επίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας ατονεί. Έτσι, συγκεντρώνονται προοδευτικά και στην Ελλάδα οι υλικοί, πολιτισμικοί και θεσμικοί όροι που επιτρέπουν την ανάδυση στον τομέα της οικογένειας των ίδιων προτύπων με αυτά που έχουν διαχυθεί σε μία σειρά από χώρες της αναπτυγμένης Ευρώπης. Κατ’ επέκταση, οι οικογενειακές δομές στη χώρα μας διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο από αυτές του παρελθόντος και η μικρή σε μέγεθος πυρηνική οικογένεια που προκύπτει από τον γάμο συνεχίζει να επικρατεί ενώ παράλληλα αναδύονται νέα οικογενειακά πρότυπα, απαιτώντας νέες προσεγγίσεις στη διαμόρφωση των δημογραφικών και κοινωνικών πολιτικών.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ