2 Φεβρουαρίου 2023

Η φύση σού διδάσκει την υπομονή

Δύο νέες γυναίκες που αφιερώθηκαν στη γεωργία μιλούν για την περιπέτειά τους

Facebook
Twitter
Email
Εκτύπωση

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Μάκρη. Οι ρίζες της οικογένειάς της βρίσκονται στη Ρούμελη, σ’ ένα χωριό της Φθιώτιδας.

Ο οικοδόμος πατέρας της, που λάτρευε την πεζοπορία και τις αναρριχήσεις, της μετέδωσε την αγάπη του για τη φύση. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπαιζα ανάμεσα στα έλατα, μάζευα χόρτα και μανιτάρια, έλεγα πως ήθελα να ζήσω στην επαρχία και να ασχοληθώ με κάτι που θα έχει σχέση με τη γη και το περιβάλλον», λέει η μελισσοκόμος Χαρά Μαγγανά. «Τελικά σπούδασα Βιολογία και έπιασα δουλειά σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας – γαλότσες, βάρκα, καταδύσεις, όλο το πακέτο. Στα τέλη της περασμένης δεκαετίας, όμως, ο κλάδος μπήκε στη δίνη σοβαρής κρίσης. Αρχισαν οι συγχωνεύσεις. Καθώς ήμουν… νεούδι, απολύθηκα από τους πρώτους. Με έσωσε η μουσική. Ως καθηγήτρια πιάνου –το δεύτερο πτυχίο μου– κατάφερα, όχι μόνο να σταθώ στα πόδια μου αλλά και να εξασφαλίζω ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Τότε ξεκίνησα να ενδιαφέρομαι για τα βότανα, για τις θεραπευτικές και καλλυντικές ιδιότητές τους, μελετώντας και παρακολουθώντας σχετικά σεμινάρια. Οι μέλισσες δεν είχαν μπει ακόμη στη ζωή μου».

Αυτό έγινε όταν γνώρισε τον φυσικό Γιώργο Αθανασιάδη, τον σημερινό σύζυγό της. Αποφάσισαν να υλοποιήσουν το όνειρο της αποκέντρωσης. Εφυγαν από την Αθήνα και, επηρεασμένοι από κάποιους φίλους «που είχαν λίγα μελισσάκια για σπιτικό μέλι», έβαλαν τα δικά τους μελίσσια στην Εύβοια. Ετσι δημιουργήθηκε η Bee Naturalles, με έδρα τη Νέα Αρτάκη. Εκτός από μελισσοκομική μονάδα βασισμένη στις αρχές της οργανικής μελισσοκομίας, το ζευγάρι διαθέτει και εργαστήριο παραγωγής φυσικών καλλυντικών και θεραπευτικών προϊόντων. «Δεν ήταν εύκολη απόφαση, όμως δεν το έχουμε μετανιώσει. Η φύση μάς έχει ήδη ανταμείψει, όχι τόσο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά σίγουρα σε συναισθηματικό, ηθικό και σε ό,τι αφορά την ποιότητα της ζωής μας. Τώρα πια, κάθε φορά που έρχομαι στην Αθήνα αρρωσταίνω!», συνεχίζει η Χαρά.

Αντίστοιχη είναι η πορεία της βιοκαλλιεργήτριας Δήμητρας Τσακίρη, από το Κιβέρι Αργολίδας, κοντά στο Ναύπλιο. Στο δεύτερο έτος των σπουδών της στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών επισκέφθηκε ένα θερμοκήπιο. «Μη με ρωτήσετε πώς και γιατί, αλλά ο διακόπτης ξαφνικά γύρισε. Ερωτεύτηκα τη γη!», θυμάται. Οικογενειακή παράδοση στα αγροτικά δεν υπήρχε, ο πατέρας της ήταν υπάλληλος στον ΟΤΕ, η μητέρα της νοικοκυρά. Οταν, λοιπόν, εκείνη στα 23 της επέστρεψε ως πτυχιούχος στο πατρικό της και ανακοίνωσε στους δικούς της την απόφασή της να γίνει αγρότισσα… «ξέσπασε πόλεμος! Νόμιζαν πως είχα χάσει τα λογικά μου. Ο πατέρας μου έπεσε να πεθάνει από τη στενοχώρια, περίμενε να πιάσω δουλειά σε κάποια τράπεζα ή να ανοίξω το δικό μου γεωπονικό κατάστημα, αυτό ήταν το δικό του “σενάριο” για τη ζωή μου. Οι συγχωριανοί, ειδικά όταν πληροφορούνταν ότι ενδιαφέρομαι, όχι απλώς για τη βιολογική καλλιέργεια αλλά για τη βιοδυναμική, που επιχειρεί μια ολιστική αντιμετώπιση της φύσης, με έβλεπαν επίσης σαν τρελή. Μόνο η μητέρα μου με στήριξε, με την ελπίδα κι εκείνη ότι “θα της περάσει”. Το 2004 ξεκίνησα με ένα θερμοκήπιο μια σταλιά, μόλις 500 τ.μ.».

Δεν έχω λάβει ούτε ένα ευρώ επιδότηση. Με αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινη. Γεωπόνοι με συμβούλευαν να χρησιμοποιήσω φυτοφάρμακα που δεν ανιχνεύονται…

Πλέον η Δήμητρα κουμαντάρει με μαεστρία τα «Γης έργα»: 140 στρέμματα, πιστοποιημένα από την Bio Hellas, στον γενέθλιο τόπο της, την Αργολίδα. Επίσης είναι μέλος της επιτροπής Διαχείρισης Αγορών Παραγωγών, ενώ έχει διατελέσει πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών Λαϊκών Αγορών Αττικής. Παράγει φρούτα και λαχανικά, βγάζει το δικό της βιολογικό λάδι, φτιάχνει ζυμαρικά, μαρμελάδες, σάλτσες και γλυκά κουταλιού στο εργαστήριό της στα Βασιλικά Κορινθίας και δεν κρύβει την αδυναμία της για τα κηπευτικά. «Με μαγεύουν τα κηπευτικά – και μη γελάσετε που χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα. Το 80% των φυτών είναι από τη δική μου τράπεζα σπόρων και κάθε χρόνο προσθέτω τουλάχιστον ένα καινούργιο προϊόν στην γκάμα μου, για να μην πλήττω», εξηγεί γελώντας. Φέτος προστέθηκαν τα λαχανάκια Βρυξελλών και τα σαμιώτικα κλωσάκια (κάτι ανάμεσα σε αγγούρι και πεπόνι).

Γραφειοκρατία και δυσπιστία

Δεν ήταν εύκολη η πορεία τους ώς εδώ. Γραφειοκρατία, δυσπιστία, ένα δύσκαμπτο θεσμικό πλαίσιο, απανωτές αλλαγές στη νομοθεσία αποτελούν εκρηκτικό μείγμα για τον πρωτογενή τομέα. «Από την πρώτη στιγμή απευθύνθηκα στους οργανισμούς πιστοποίησης», λέει η Δήμητρα. «”Τελείωσαν τα προγράμματα, δεν μπορούμε να σας δώσουμε χρήματα”, μου έλεγαν. Μα εγώ να πιστοποιηθώ ήθελα, όχι χρήματα. Ούτε ένα ευρώ επιδότηση έχω λάβει μέχρι σήμερα. Με αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινη. Αντίστοιχα, οι γεωπόνοι με συμβούλευαν να χρησιμοποιήσω φυτοφάρμακα που δεν ανιχνεύονται. Αποκλείεται, επέμενα, δεν θέλω να κάνω λαμογιές, στόχος μου είναι να παράγω ποιοτικά προϊόντα. Σίγουρα με περιγελούσαν πίσω από την πλάτη μου».

«Οπως η Δήμητρα, έτσι κι εμείς: δεν έχουμε πάρει ούτε μισό ευρώ από το κράτος», επισημαίνει η Χαρά Μαγγανά. «Για να επιβιώσει ένας παραγωγός στην Ελλάδα χρειάζονται επίπονες προσπάθειες και καθημερινές υπερβάσεις. Με τα μελίσσια για εμάς δεν ήταν τόσο δύσκολο, για να είμαι ειλικρινής, γιατί υπήρχε μια πεπατημένη. Στο εμπορικό κομμάτι, όμως, του εργαστηρίου και του καταστήματος, κανείς δεν ήξερε να μας κατευθύνει. Δυστυχώς, απουσιάζει από τη χώρα μας μια κρατική υπηρεσία που θα συμβουλεύει τους νέους ανθρώπους για τα πρώτα τους βήματα στο επιχειρείν. Και μετά λένε οι κατά καιρούς κυβερνώντες ότι θέλουν να στηρίξουν τον πρωτογενή τομέα… Τι χρειαζόμαστε; Μια εθνική στρατηγική για τη γεωργία, που δεν θα αλλάζει όποτε αλλάζει η κυβέρνηση. Αλλιώς, ποτέ δεν θα πάμε μπροστά».

Η φύση σού διδάσκει την υπομονή-1
«Η φύση μάς έχει ήδη ανταμείψει, όχι τόσο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά σίγουρα σε συναισθηματικό», λέει η Χαρά Μαγγανά (αριστερά) και η Δήμητρα Τσακίρη συμπληρώνει: «Κάθε χρόνο, πριν αρχίσει η ανθοφορία, βλέπω από ψηλά την πλαγιά με τα φυτά μου κι είναι σαν να καμαρώνω τα παιδιά μου που μεγαλώνουν». Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Γεμίζεις ως άνθρωπος και προσφέρεις στην κοινωνία

Τις ρωτώ αν με τόσες δυσκολίες υπήρξαν στιγμές που κλονίστηκαν, που σκέφτηκαν ότι ίσως πήραν λάθος επαγγελματικό δρόμο, αν τέθηκε ποτέ ως επιλογή να αλλάξουν ρότα. «Μόνο μια φορά», παραδέχεται η Δήμητρα Τσακίρη. «Είχα βάλει τα πρώτα 1.000 λάχανα –τώρα φτάνω τα 50.000–, δεν είχα ακόμη βοηθό, τα έκανα όλα μόνη μου. Τα καθάριζα μια μέρα με δυνατό βοριά και βροχή και τα χέρια μου πάγωσαν. Στην κυριολεξία! Δεν μπορούσαν να κουνηθούν. “Τι κάνεις εδώ;”, είπα στον εαυτό μου. Αλλά αμέσως μετά το μετάνιωσα. “Συνέχισε, μπορείς, θα τα καταφέρεις!” Και, πράγματι, συνέχισα».
«Ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα να εγκαταλείψω την προσπάθεια», λέει με τη σειρά της η Χαρά Μαγγανά. «Παρά τις συχνές αποτυχίες, το άγχος και τις στενοχώριες, επιμένω σ’ αυτή την επιλογή γιατί και ως άνθρωπο με γεμίζει και στην κοινωνία προσφέρει. Τα οικοσυστήματα καταρρέουν, το περιβάλλον βρίσκεται στο… αμήν, η επιβίωση του πλανήτη εξαρτάται από τις μέλισσες, αυτές είναι η δύναμη της φύσης από την οποία πρέπει πάση θυσία να γαντζωθούμε. Εμείς, λοιπόν, ως μελισσοκόμοι έχουμε στα χέρια μας ένα σπουδαίο “εργαλείο”, δουλεύουμε με κάτι πολύτιμο κι αυτό μας κρατάει και μας κάνει να επιμένουμε. Δεν εγκαταλείπουμε, προσπαθούμε να “γεννάμε” διαρκώς καινούργιες ιδέες και να γινόμαστε ολοένα και πιο αποτελεσματικοί. Μόνο που μας πιάνει κάθε τόσο το παράπονο: που η πολιτεία δεν στέκεται ουσιαστικά και αποτελεσματικά στο πλευρό μιας μικρής οικογενειακής επιχείρησης, ώστε να της δώσει την ώθηση να πάει ακόμη πιο μπροστά».

Οι ίδιες, ως άνθρωποι, έχουν αλλάξει μέσα από την επαφή με τη γη και τη φύση; «Οπωσδήποτε. Η φύση σού μαθαίνει να παρατηρείς και να περιμένεις. Σου διδάσκει την υπομονή και την ταπεινότητα. Κάθε χρόνο, πριν αρχίσει η ανθοφορία, βλέπω από ψηλά την πλαγιά με τα φυτά μου κι είναι σαν να καμαρώνω τα παιδιά μου που μεγαλώνουν», απαντάει η Δήμητρα. Η Χαρά συμφωνεί. «Νιώθω πληρότητα και ευτυχία σ’ αυτή τη δουλειά. Η επαφή και η αλληλεπίδραση με τη φύση μάς προσφέρουν αμέτρητες συγκινήσεις. Κάθε φορά που τρυγάμε το μέλι, για παράδειγμα, έχουμε μια γλυκιά λαχτάρα να το δοκιμάσουμε, να δούμε πώς είναι αυτή τη φορά, γιατί ποτέ δεν παίρνεις το ίδιο μέλι από τα μελίσσια σου. Μακάρι και οι γιοι μας να ζήσουν τέτοιες στιγμές. Είναι έξι και τριών ετών. Ο μικρός δεν φοράει καν προστατευτική κουκούλα και χώνει το χέρι του μέσα στις κυψέλες!».

Δύσκολος χειμώνας

«Οι μικροί παραγωγοί θα σβηστούν από τον χάρτη. Το ηλεκτρικό ρεύμα για μια γεώτρηση στοίχιζε πέρυσι 300 ευρώ το δίμηνο. Φέτος ξεπερνάει τα 900. Οποιος δεν διαθέτει τα προϊόντα του στη λαϊκή και τα πουλάει σε χονδρεμπόρους είναι καταδικασμένος: 25 λεπτά το κιλό το “συμβατικό” πορτοκάλι. Υπολογίστε τις προκαταβολές στην εφορία, τις αμοιβές των γεωπόνων, τα λιπάσματα. Πώς να “βγει”; Επίσης, δεν υπάρχουν εργατικά χέρια. Οι περισσότεροι ξένοι εργάτες γης έφυγαν για την Ιταλία, που τους έδωσε κίνητρα. Εμείς ως χώρα δεν προνοήσαμε για τίποτα. Τα πιο πολλά χωράφια στην Αργολίδα θα μείνουν ασυγκόμιστα», λέει η Δήμητρα. «Οι αυξήσεις στα καύσιμα μας έχουν τσακίσει. Η μελισσοκομία είναι νομαδικό επάγγελμα, πρέπει να μεταφέρεις τα μελίσσια σου κυνηγώντας ανθοφορίες. Επιπλέον, το χαρτί και οι γυάλινες συσκευασίες είναι δυσεύρετα και κοστίζουν τρεις φορές περισσότερο από πέρυσι», επισημαίνει η Χαρά.

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο Black Duck, στη Χρήστου Λαδά. Επιλέξαμε το ίδιο πιάτο: ζεστή σαλάτα με ψητό φινόκιο, γλυκοπατάτες, γλάσο πορτοκάλι και ξινομυζήθρα. Τα καταναλωτικά ήθη έχουν αλλάξει; Καταλαβαίνουμε, οι Ελληνες, ότι έχουμε δύναμη στο πιρούνι μας; Οι συνομιλήτριές μου συμφώνησαν πως «ναι». Ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές συνειδητοποιούν την αξία της καθαρής τροφής και τη σημασία της – και για την υγεία μας και για το περιβάλλον. «Αλήθεια, ο πατέρας σου έχει πια αποδεχθεί ότι έγινες βιοκαλλιεργήτρια;», ρώτησα τη Δήμητρα. «Ναι», απάντησε εκείνη. «Πρόσφατα, μάλιστα, είπε στη μητέρα μου: Τελικά, ήταν σοφή η επιλογή μου να ασχοληθεί η κόρη μας με τα βιολογικά». Και ξεσπάσαμε και οι τρεις στα γέλια.

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Νέα Μάκρη. Οι ρίζες της οικογένειάς της βρίσκονται στη Ρούμελη, σ’ ένα χωριό της Φθιώτιδας.

Ο οικοδόμος πατέρας της, που λάτρευε την πεζοπορία και τις αναρριχήσεις, της μετέδωσε την αγάπη του για τη φύση. «Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έπαιζα ανάμεσα στα έλατα, μάζευα χόρτα και μανιτάρια, έλεγα πως ήθελα να ζήσω στην επαρχία και να ασχοληθώ με κάτι που θα έχει σχέση με τη γη και το περιβάλλον», λέει η μελισσοκόμος Χαρά Μαγγανά. «Τελικά σπούδασα Βιολογία και έπιασα δουλειά σε μονάδα ιχθυοκαλλιέργειας – γαλότσες, βάρκα, καταδύσεις, όλο το πακέτο. Στα τέλη της περασμένης δεκαετίας, όμως, ο κλάδος μπήκε στη δίνη σοβαρής κρίσης. Αρχισαν οι συγχωνεύσεις. Καθώς ήμουν… νεούδι, απολύθηκα από τους πρώτους. Με έσωσε η μουσική. Ως καθηγήτρια πιάνου –το δεύτερο πτυχίο μου– κατάφερα, όχι μόνο να σταθώ στα πόδια μου αλλά και να εξασφαλίζω ένα ικανοποιητικό εισόδημα. Τότε ξεκίνησα να ενδιαφέρομαι για τα βότανα, για τις θεραπευτικές και καλλυντικές ιδιότητές τους, μελετώντας και παρακολουθώντας σχετικά σεμινάρια. Οι μέλισσες δεν είχαν μπει ακόμη στη ζωή μου».

Αυτό έγινε όταν γνώρισε τον φυσικό Γιώργο Αθανασιάδη, τον σημερινό σύζυγό της. Αποφάσισαν να υλοποιήσουν το όνειρο της αποκέντρωσης. Εφυγαν από την Αθήνα και, επηρεασμένοι από κάποιους φίλους «που είχαν λίγα μελισσάκια για σπιτικό μέλι», έβαλαν τα δικά τους μελίσσια στην Εύβοια. Ετσι δημιουργήθηκε η Bee Naturalles, με έδρα τη Νέα Αρτάκη. Εκτός από μελισσοκομική μονάδα βασισμένη στις αρχές της οργανικής μελισσοκομίας, το ζευγάρι διαθέτει και εργαστήριο παραγωγής φυσικών καλλυντικών και θεραπευτικών προϊόντων. «Δεν ήταν εύκολη απόφαση, όμως δεν το έχουμε μετανιώσει. Η φύση μάς έχει ήδη ανταμείψει, όχι τόσο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά σίγουρα σε συναισθηματικό, ηθικό και σε ό,τι αφορά την ποιότητα της ζωής μας. Τώρα πια, κάθε φορά που έρχομαι στην Αθήνα αρρωσταίνω!», συνεχίζει η Χαρά.

Αντίστοιχη είναι η πορεία της βιοκαλλιεργήτριας Δήμητρας Τσακίρη, από το Κιβέρι Αργολίδας, κοντά στο Ναύπλιο. Στο δεύτερο έτος των σπουδών της στη Σχολή Γεωπονικών Επιστημών επισκέφθηκε ένα θερμοκήπιο. «Μη με ρωτήσετε πώς και γιατί, αλλά ο διακόπτης ξαφνικά γύρισε. Ερωτεύτηκα τη γη!», θυμάται. Οικογενειακή παράδοση στα αγροτικά δεν υπήρχε, ο πατέρας της ήταν υπάλληλος στον ΟΤΕ, η μητέρα της νοικοκυρά. Οταν, λοιπόν, εκείνη στα 23 της επέστρεψε ως πτυχιούχος στο πατρικό της και ανακοίνωσε στους δικούς της την απόφασή της να γίνει αγρότισσα… «ξέσπασε πόλεμος! Νόμιζαν πως είχα χάσει τα λογικά μου. Ο πατέρας μου έπεσε να πεθάνει από τη στενοχώρια, περίμενε να πιάσω δουλειά σε κάποια τράπεζα ή να ανοίξω το δικό μου γεωπονικό κατάστημα, αυτό ήταν το δικό του “σενάριο” για τη ζωή μου. Οι συγχωριανοί, ειδικά όταν πληροφορούνταν ότι ενδιαφέρομαι, όχι απλώς για τη βιολογική καλλιέργεια αλλά για τη βιοδυναμική, που επιχειρεί μια ολιστική αντιμετώπιση της φύσης, με έβλεπαν επίσης σαν τρελή. Μόνο η μητέρα μου με στήριξε, με την ελπίδα κι εκείνη ότι “θα της περάσει”. Το 2004 ξεκίνησα με ένα θερμοκήπιο μια σταλιά, μόλις 500 τ.μ.».

Δεν έχω λάβει ούτε ένα ευρώ επιδότηση. Με αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινη. Γεωπόνοι με συμβούλευαν να χρησιμοποιήσω φυτοφάρμακα που δεν ανιχνεύονται…

Πλέον η Δήμητρα κουμαντάρει με μαεστρία τα «Γης έργα»: 140 στρέμματα, πιστοποιημένα από την Bio Hellas, στον γενέθλιο τόπο της, την Αργολίδα. Επίσης είναι μέλος της επιτροπής Διαχείρισης Αγορών Παραγωγών, ενώ έχει διατελέσει πρόεδρος και αντιπρόεδρος του Συλλόγου Βιοκαλλιεργητών Λαϊκών Αγορών Αττικής. Παράγει φρούτα και λαχανικά, βγάζει το δικό της βιολογικό λάδι, φτιάχνει ζυμαρικά, μαρμελάδες, σάλτσες και γλυκά κουταλιού στο εργαστήριό της στα Βασιλικά Κορινθίας και δεν κρύβει την αδυναμία της για τα κηπευτικά. «Με μαγεύουν τα κηπευτικά – και μη γελάσετε που χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα. Το 80% των φυτών είναι από τη δική μου τράπεζα σπόρων και κάθε χρόνο προσθέτω τουλάχιστον ένα καινούργιο προϊόν στην γκάμα μου, για να μην πλήττω», εξηγεί γελώντας. Φέτος προστέθηκαν τα λαχανάκια Βρυξελλών και τα σαμιώτικα κλωσάκια (κάτι ανάμεσα σε αγγούρι και πεπόνι).

Γραφειοκρατία και δυσπιστία

Δεν ήταν εύκολη η πορεία τους ώς εδώ. Γραφειοκρατία, δυσπιστία, ένα δύσκαμπτο θεσμικό πλαίσιο, απανωτές αλλαγές στη νομοθεσία αποτελούν εκρηκτικό μείγμα για τον πρωτογενή τομέα. «Από την πρώτη στιγμή απευθύνθηκα στους οργανισμούς πιστοποίησης», λέει η Δήμητρα. «”Τελείωσαν τα προγράμματα, δεν μπορούμε να σας δώσουμε χρήματα”, μου έλεγαν. Μα εγώ να πιστοποιηθώ ήθελα, όχι χρήματα. Ούτε ένα ευρώ επιδότηση έχω λάβει μέχρι σήμερα. Με αντιμετώπιζαν σαν εξωγήινη. Αντίστοιχα, οι γεωπόνοι με συμβούλευαν να χρησιμοποιήσω φυτοφάρμακα που δεν ανιχνεύονται. Αποκλείεται, επέμενα, δεν θέλω να κάνω λαμογιές, στόχος μου είναι να παράγω ποιοτικά προϊόντα. Σίγουρα με περιγελούσαν πίσω από την πλάτη μου».

«Οπως η Δήμητρα, έτσι κι εμείς: δεν έχουμε πάρει ούτε μισό ευρώ από το κράτος», επισημαίνει η Χαρά Μαγγανά. «Για να επιβιώσει ένας παραγωγός στην Ελλάδα χρειάζονται επίπονες προσπάθειες και καθημερινές υπερβάσεις. Με τα μελίσσια για εμάς δεν ήταν τόσο δύσκολο, για να είμαι ειλικρινής, γιατί υπήρχε μια πεπατημένη. Στο εμπορικό κομμάτι, όμως, του εργαστηρίου και του καταστήματος, κανείς δεν ήξερε να μας κατευθύνει. Δυστυχώς, απουσιάζει από τη χώρα μας μια κρατική υπηρεσία που θα συμβουλεύει τους νέους ανθρώπους για τα πρώτα τους βήματα στο επιχειρείν. Και μετά λένε οι κατά καιρούς κυβερνώντες ότι θέλουν να στηρίξουν τον πρωτογενή τομέα… Τι χρειαζόμαστε; Μια εθνική στρατηγική για τη γεωργία, που δεν θα αλλάζει όποτε αλλάζει η κυβέρνηση. Αλλιώς, ποτέ δεν θα πάμε μπροστά».

Η φύση σού διδάσκει την υπομονή-1
«Η φύση μάς έχει ήδη ανταμείψει, όχι τόσο σε οικονομικό επίπεδο, αλλά σίγουρα σε συναισθηματικό», λέει η Χαρά Μαγγανά (αριστερά) και η Δήμητρα Τσακίρη συμπληρώνει: «Κάθε χρόνο, πριν αρχίσει η ανθοφορία, βλέπω από ψηλά την πλαγιά με τα φυτά μου κι είναι σαν να καμαρώνω τα παιδιά μου που μεγαλώνουν». Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΚΟΚΚΑΛΙΑΣ

Γεμίζεις ως άνθρωπος και προσφέρεις στην κοινωνία

Τις ρωτώ αν με τόσες δυσκολίες υπήρξαν στιγμές που κλονίστηκαν, που σκέφτηκαν ότι ίσως πήραν λάθος επαγγελματικό δρόμο, αν τέθηκε ποτέ ως επιλογή να αλλάξουν ρότα. «Μόνο μια φορά», παραδέχεται η Δήμητρα Τσακίρη. «Είχα βάλει τα πρώτα 1.000 λάχανα –τώρα φτάνω τα 50.000–, δεν είχα ακόμη βοηθό, τα έκανα όλα μόνη μου. Τα καθάριζα μια μέρα με δυνατό βοριά και βροχή και τα χέρια μου πάγωσαν. Στην κυριολεξία! Δεν μπορούσαν να κουνηθούν. “Τι κάνεις εδώ;”, είπα στον εαυτό μου. Αλλά αμέσως μετά το μετάνιωσα. “Συνέχισε, μπορείς, θα τα καταφέρεις!” Και, πράγματι, συνέχισα».
«Ούτε μια φορά δεν σκέφτηκα να εγκαταλείψω την προσπάθεια», λέει με τη σειρά της η Χαρά Μαγγανά. «Παρά τις συχνές αποτυχίες, το άγχος και τις στενοχώριες, επιμένω σ’ αυτή την επιλογή γιατί και ως άνθρωπο με γεμίζει και στην κοινωνία προσφέρει. Τα οικοσυστήματα καταρρέουν, το περιβάλλον βρίσκεται στο… αμήν, η επιβίωση του πλανήτη εξαρτάται από τις μέλισσες, αυτές είναι η δύναμη της φύσης από την οποία πρέπει πάση θυσία να γαντζωθούμε. Εμείς, λοιπόν, ως μελισσοκόμοι έχουμε στα χέρια μας ένα σπουδαίο “εργαλείο”, δουλεύουμε με κάτι πολύτιμο κι αυτό μας κρατάει και μας κάνει να επιμένουμε. Δεν εγκαταλείπουμε, προσπαθούμε να “γεννάμε” διαρκώς καινούργιες ιδέες και να γινόμαστε ολοένα και πιο αποτελεσματικοί. Μόνο που μας πιάνει κάθε τόσο το παράπονο: που η πολιτεία δεν στέκεται ουσιαστικά και αποτελεσματικά στο πλευρό μιας μικρής οικογενειακής επιχείρησης, ώστε να της δώσει την ώθηση να πάει ακόμη πιο μπροστά».

Οι ίδιες, ως άνθρωποι, έχουν αλλάξει μέσα από την επαφή με τη γη και τη φύση; «Οπωσδήποτε. Η φύση σού μαθαίνει να παρατηρείς και να περιμένεις. Σου διδάσκει την υπομονή και την ταπεινότητα. Κάθε χρόνο, πριν αρχίσει η ανθοφορία, βλέπω από ψηλά την πλαγιά με τα φυτά μου κι είναι σαν να καμαρώνω τα παιδιά μου που μεγαλώνουν», απαντάει η Δήμητρα. Η Χαρά συμφωνεί. «Νιώθω πληρότητα και ευτυχία σ’ αυτή τη δουλειά. Η επαφή και η αλληλεπίδραση με τη φύση μάς προσφέρουν αμέτρητες συγκινήσεις. Κάθε φορά που τρυγάμε το μέλι, για παράδειγμα, έχουμε μια γλυκιά λαχτάρα να το δοκιμάσουμε, να δούμε πώς είναι αυτή τη φορά, γιατί ποτέ δεν παίρνεις το ίδιο μέλι από τα μελίσσια σου. Μακάρι και οι γιοι μας να ζήσουν τέτοιες στιγμές. Είναι έξι και τριών ετών. Ο μικρός δεν φοράει καν προστατευτική κουκούλα και χώνει το χέρι του μέσα στις κυψέλες!».

Δύσκολος χειμώνας

«Οι μικροί παραγωγοί θα σβηστούν από τον χάρτη. Το ηλεκτρικό ρεύμα για μια γεώτρηση στοίχιζε πέρυσι 300 ευρώ το δίμηνο. Φέτος ξεπερνάει τα 900. Οποιος δεν διαθέτει τα προϊόντα του στη λαϊκή και τα πουλάει σε χονδρεμπόρους είναι καταδικασμένος: 25 λεπτά το κιλό το “συμβατικό” πορτοκάλι. Υπολογίστε τις προκαταβολές στην εφορία, τις αμοιβές των γεωπόνων, τα λιπάσματα. Πώς να “βγει”; Επίσης, δεν υπάρχουν εργατικά χέρια. Οι περισσότεροι ξένοι εργάτες γης έφυγαν για την Ιταλία, που τους έδωσε κίνητρα. Εμείς ως χώρα δεν προνοήσαμε για τίποτα. Τα πιο πολλά χωράφια στην Αργολίδα θα μείνουν ασυγκόμιστα», λέει η Δήμητρα. «Οι αυξήσεις στα καύσιμα μας έχουν τσακίσει. Η μελισσοκομία είναι νομαδικό επάγγελμα, πρέπει να μεταφέρεις τα μελίσσια σου κυνηγώντας ανθοφορίες. Επιπλέον, το χαρτί και οι γυάλινες συσκευασίες είναι δυσεύρετα και κοστίζουν τρεις φορές περισσότερο από πέρυσι», επισημαίνει η Χαρά.

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στο Black Duck, στη Χρήστου Λαδά. Επιλέξαμε το ίδιο πιάτο: ζεστή σαλάτα με ψητό φινόκιο, γλυκοπατάτες, γλάσο πορτοκάλι και ξινομυζήθρα. Τα καταναλωτικά ήθη έχουν αλλάξει; Καταλαβαίνουμε, οι Ελληνες, ότι έχουμε δύναμη στο πιρούνι μας; Οι συνομιλήτριές μου συμφώνησαν πως «ναι». Ολοένα και περισσότεροι καταναλωτές συνειδητοποιούν την αξία της καθαρής τροφής και τη σημασία της – και για την υγεία μας και για το περιβάλλον. «Αλήθεια, ο πατέρας σου έχει πια αποδεχθεί ότι έγινες βιοκαλλιεργήτρια;», ρώτησα τη Δήμητρα. «Ναι», απάντησε εκείνη. «Πρόσφατα, μάλιστα, είπε στη μητέρα μου: Τελικά, ήταν σοφή η επιλογή μου να ασχοληθεί η κόρη μας με τα βιολογικά». Και ξεσπάσαμε και οι τρεις στα γέλια.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

ΔΗΜΟΦΙΛΗ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ