Τον Σεβασμιώτατο στην Αρχιερατική Θεία Λειτουργία πλαισίωσε ο πολιός γέροντας Αρχιμανδρίτης π. Χριστοφόρος Κολοκυθάς, Προϊστάμενος του Ιερού Ναού, ενώ το Ιερό Αναλόγιο διηύθυνε ο πολιός Πρωτοψάλτης του Ναού κ. Γεώργιος Κυρμανίδης, παρουσία του Διευθυντού του Ωδείου της Ιεράς Μητροπόλεως «Γερμανός ο Μελωδός» Δρ. κ. Ανδρέας Ιωακείμ.
Στο Ιερό Ευχέλαιο πιστοί κάθε ηλικίας και κυρίως παιδιά, κατέκλυσαν τον Ιερό Ναό και έσπευσαν να λάβουν την Αρχιερατική ευλογία και ευχή του Σεβασμιωτάτου.
Ο Σεβασμιώτατος Φθιώτιδος κ. Συμεών τέλεσε την τελευταία για φέτος Αρχιερατική Θεία Λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Παντελεήμονος της Λουτροπόλεως των Καμένων Βούρλων.
Στο κήρυγμά του ο κ. Συμεών αναφέρόμενος στο Τροπάριο της Κασσιανής χαρακτηριστικά ανέφερε:
«Τίθεται ένα παράδοξο και ένα παράλογο μυστήριο. Πως η παρθένος και αγνή ασκήτρια μοναχή μπόρεσε να αποτυπώσει και να εκφράσει ποιητικά, υμνολογικά, λογοτεχνικά την ψυχή και τον πόθο και τη λαχτάρα για μετάνοια και για ζωή αιώνιο μίας πόρνης και αμαρτωλού γυναίκας;
Αυτό κατέστη δυνατό, διότι η Κασσιανή η μοναχή δεν έμοιαζε σε τίποτα και δε μοιάζει σε τίποτα με τους τυπικά θρησκευομένους ανθρώπους, οι οποίοι ποτέ δεν θα κατανοήσουν έναν τελώνη, μία πόρνη, έναν αμαρτωλό, έναν ληστή, ο οποίος γίνεται πρώτος οικιστής του παραδείσου. Η Κασσιανή η μοναχή δεν χρειαζόταν κάποιος να αμφισβητήσει την καθαρότητά της, ούτε είχε ανάγκη να επιβεβαιωθεί και να επιβεβαιώσει την καθαρότητά της, αλλά είχε τη δύναμη να ζήσει αυτό που ζουν όλοι οι μοναχοί. Οι μοναχοί αυτό που διεκδικούν για τον εαυτό τους είναι πρωτείον αμαρτίας και όχι καθαρότητος. Όταν έλεγε ο Μέγας Βασίλειος: «γυνή μεν ουκ έχω, παρθένος δε ουκ ειμί», όταν όλοι οι Άγιοι της Εκκλησίας μας τολμούν με τόση παρρησία, το βλέπουμε στις ευχές της Θείας Μεταλήψεως, να αποκαλούν τον εαυτό τους άσωτο, πόρνο, αμαρτωλό, ληστή, χειρότερο της πόρνης, χειρότερον του ληστού, χειρότερον του ασώτου και ζητούν την οικτιρμοσύνη και το έλεος του Θεού, τι σημαίνει αυτό; Ότι ήτανε άσωτοι, ότι ήταν πόρνοι, ότι ήταν αμαρτωλοί, απατεώνες, ληστές, κλέφτες; Όχι φυσικά. Αυτά τα έλεγαν οι άνθρωποι αυτοί και τα έγραφαν και τα πίστευαν, παρά το ότι ήταν σαν τον ήλιο σε σχέση με εμάς, οι οποίοι ήταν αστραφτεροί και πεντακάθαροι και πάναγνοι. ΄Ήταν όμως αστραφτεροί και πεντακάθαροι, γιατί είχαν αίσθηση αμαρτωλότητος, είχαν ταπεινή καρδιά, δεν είχαν την αίσθηση ότι είναι δίκαιοι, ότι είναι σεσωσμένοι, αλλά είχαν την αίσθηση ότι είναι ασθενείς και άρρωστοι που έχουν χρείαν ιατρού. Αυτό είναι το μυστικό της πνευματικής ζωής. Να αισθάνεται ο άνθρωπος ότι η ψυχή του και η καρδιά του, ναι είναι πόρνη, ναι είναι βεβυθισμένη και απεγνωσμένη τη αμαρτία, ναι, ότι απέχει από το Θεό, ναι, ότι βρίσκεται μακριά από το Θεό και να αναζητεί με δάκρυα και με πόθο το έλεος του Θεού. «Όσον εγγίζει άνθρωπος Θεώ», μας λέει το Γεροντικό, «τοσούτον εαυτόν αμαρτωλόν βλέπει». Όσο πλησιάζει ο άνθρωπος το Θεό, τόσο περισσότερο βλέπει τον εαυτό του αμαρτωλό.
Όσο ο άνθρωπος ό πλησιάζει στο φως, όσο πλησιάζει στον προβολέα, που είναι ο Χριστός, τόσο περισσότερο φανερώνονται και οι βρωμιές του και οι ακαθαρσίες του και εκεί είναι που καλείται να αναζητήσει το έλεος του Θεού και να λάβει λύτρωση, άφεσιν αμαρτιών και ζωήν την αιώνιον.
Γι αυτόν ακριβώς το λόγο η Εκκλησία μας τολμά αυτή την περίοδο, αλλά και σε όλη μας τη ζωή ,να μας φέρει ως οδηγούς μας πνευματικούς όχι κάποιους δήθεν καθαρούς, όχι κάποιους δήθεν ευσεβείς, όχι κάποιους βαθιά θρησκευομένους αλλά μας φέρνει μία πόρνη και ένα ληστή. Τα κορυφαία πρόσωπα και παραδείγματα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος είναι η πόρνη και ο ληστής. Αυτό είναι συγκλονιστικό, δεν υπάρχει μεγαλύτερο σκάνδαλο και μεγαλύτερη επανάσταση από αυτό. Θα ακούμε πολλές φορές κάποιους να ομιλούν για επανάσταση ή να κατηγορούν την Εκκλησία για δήθεν συντηρητισμό, για οπισθοδρόμηση, για παλαιομοδίτικη αντίληψη. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη επανάσταση από αυτήν. Να φέρνει η Εκκλησία μας ως πνευματικούς μας οδηγούς και ως παράδειγμα στη ζωή μας την πόρνην και τον ληστήν. Ως την πόρνην και ως τον ληστήν να προσέλθουμε να μεταλάβουμε Σώμα και Αίμα Χριστού και όχι ως δήθεν καθαροί, ως δήθεν ευσεβείς, ως δήθεν αψεγάδιαστοι, ως δήθεν ατσαλάκωτοι, αλλά τσαλακωμένοι, χτυπημένοι, πληγωμένοι, λερωμένοι ερχόμαστε να προσφέρουμε και την ακαθαρσία μας ακόμα, να προσφέρουμε και τη βρωμιά μας ακόμα, να προσφέρουμε όλο μας το «είναι» όπως είναι, να το προσφέρουμε στο πετραχήλι του πνευματικού μας, να το προσφέρουμε στο μυστήριο της μετανοίας, να το προσφέρουμε σε όλα τα μυστήρια της Αγίας μας Εκκλησίας, να προσφέρουμε το «είναι» μας για να γεμίσει με Χριστό και να γεμίσει με Ανάσταση».
